Kevin Morby – Little Wide Open

Στο Little Wide Open, ο Kevin Morby επιστρέφει σε έναν τόπο που λειτουργεί εδώ και χρόνια σαν εσωτερικό τοπίο στη μουσική του: τη μεσοδυτική Αμερική, με τους ανοιχτούς ορίζοντες, τη θλίψη, τα μικρά σπίτια και τη μοναξιά που παραμένει παρούσα ακόμη κι όταν όλα φαίνονται ήσυχα. Από το Sundowner του 2020 μέχρι το This Is a Photograph του 2022, ο Morby εξερευνά μια προσωπική γεωγραφία μνήμης και επιστροφής. Σε αυτό το άλμπουμ, ωστόσο, αυτή η γεωγραφία αποκτά μεγαλύτερο βάθος και σαφή δραματουργία. Δεν ακούγεται σαν καταγραφή νοσταλγίας, αλλά σαν αποδοχή του χρόνου.

Η συμβολή του Aaron Dessner στη παραγωγή είναι καθοριστική. Ο κιθαρίστας και κύριος δημιουργός του ήχου των The National έχει περάσει τα τελευταία χρόνια από διάφορα μουσικά περιβάλλοντα, από την folk-pop της Taylor Swift μέχρι τις ευρείες ενορχηστρώσεις του Ed Sheeran και της Gracie Abrams. Στο Little Wide Open χρησιμοποιεί αυτή την εμπειρία με αυτοσυγκράτηση. Δεν μετατρέπει τον Morby σε ένα "project". Αντίθετα, αναδεικνύει λεπτομέρειες που υπήρχαν ήδη στη μουσική του: τις σιωπές ανάμεσα στις συγχορδίες, την κόπωση στη φωνή, τον τρόπο που μια μελωδία μοιάζει να αιωρείται λίγο πριν διαλυθεί.

Το “Badlands” ανοίγει τον δίσκο με βαριά αλλά όχι επιθετικά τύμπανα, σχεδόν σαν αργός βηματισμός σε άδειο δρόμο. Η κιθάρα κρατά μια επαναλαμβανόμενη, φωτεινή φράση, ενώ ο Morby τραγουδά με χαμηλή ένταση, επιτρέποντας στους στίχους να λειτουργούν σαν εσωτερικός μονόλογος. Η παραγωγή δίνει χώρο στις αναπνοές και στις ήπιες μετατοπίσεις των οργάνων. Δεν υπάρχει κορύφωση με τη συνηθισμένη έννοια, υπάρχει συσσώρευση ατμόσφαιρας.

Το ίδιο ισχύει και για το “Die Young”, όπου η μνήμη της νεότητας εκφράζεται χωρίς ρομαντισμό. Οι κιθάρες κρατούν έναν σχεδόν country ρυθμό. Όμως, η μίξη αφήνει μια θαμπάδα γύρω από τα φωνητικά, όπως αν οι αναμνήσεις επιστρέφουν ήδη αλλοιωμένες.

Το “Javelin” είναι μία από τις πιο άμεσες στιγμές του άλμπουμ. Ο ρυθμός του είναι σταθερός, σχεδόν κινηματογραφικός, και οι κιθάρες δημιουργούν μια αίσθηση κίνησης χωρίς ποτέ να γίνονται θορυβώδεις. Σε αυτό το κομμάτι, ο Morby μοιάζει να κοιτά την πορεία του με δυσπιστία. Η ερώτηση «Am I a has-been?» εμφανίζεται σχεδόν φευγαλέα, χωρίς δραματική έμφαση, και ακριβώς αυτό της δίνει βάρος. Ο τρόπος που ο Dessner αφήνει τα δεύτερα φωνητικά να ακούγονται σαν μακρινές αντανακλάσεις ενισχύει αυτή την αίσθηση αβεβαιότητας.

Στο κέντρο του δίσκου βρίσκονται τα “Natural Disaster” και “100,000”, δύο κομμάτια που αποκαλύπτουν την πιο σύνθετη πλευρά του άλμπουμ. Το πρώτο ξεκινά υποτονικά, με κιθάρες που περιστρέφονται γύρω από έναν σταθερό αρμονικό άξονα, προτού οι δυναμικές ανοίξουν αργά μέσα από στρώσεις εγχόρδων και παραμορφωμένων ήχων. Η συμμετοχή του Justin Vernon δεν αποτελεί μια "στιγμή εντυπωσιασμού". Η φωνή του ενσωματώνεται στο ηχητικό τοπίο, σχεδόν σαν background θόρυβος. Η Lucinda Williams προσφέρει μια spoken-word παρέμβαση που θυμίζει την κουρασμένη αφήγηση του αμερικανικού νότου χωρίς να διακόπτει τη ροή του κομματιού.

Το “100,000” είναι ίσως η κορύφωση του άλμπουμ. Ξεκινά με ελεγχόμενη ένταση, όμως σταδιακά τα τύμπανα βαραίνουν, οι κιθάρες εκρήγνυνται και η μίξη γίνεται πιο πυκνή. Ο Morby γράφει με καθαρότητα που θυμίζει τον Bob Dylan της περιόδου Blood on the Tracks, όχι ως μίμηση αλλά ως συγγένεια στη χρήση καθημερινών εικόνων για να αποτυπωθεί μια κοινωνική δυσφορία. Οι στίχοι για “ugly boys” και “muscle cars in the front yard” μετατρέπουν μικρές αμερικανικές εικόνες σε σύμβολα παρακμής.

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου επιβραδύνει συνειδητά. Το οκτάλεπτο “Little Wide Open” εξελίσσεται σχεδόν ανεπαίσθητα, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα πιάνου και κιθάρας που δημιουργούν μια αίσθηση ακινησίας. Ο Dessner χρησιμοποιεί τον χώρο ως βασικό μουσικό εργαλείο: τα όργανα δεν γεμίζουν το φάσμα, αλλά αφήνουν κενά. Το αποτέλεσμα θυμίζει τη late-night αμερικανική folk των seventies, αλλά με σύγχρονη παραγωγική καθαρότητα.

Τα “Cowtown” και “Bible Belt” λειτουργούν ως συναισθηματική αποφόρτιση. Το banjo στο πρώτο έχει σχεδόν μονότονο ρυθμό που εντείνει την αίσθηση αδράνειας. Στο “Bible Belt”, οι συγχορδίες ανοίγουν και η μελωδία δημιουργεί μια σπάνια αίσθηση τρυφερότητας. Ο Morby τραγουδά χαμηλόφωνα, χωρίς να πιέζει τη φωνή του, κι έτσι η φράση “life on Earth takes a little while” ακούγεται σαν διαπίστωση και όχι σαν δίδαγμα.

Οι συμμετοχές της Katie Gavin, της Amelia Meath και της Meg Duffy ενσωματώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε το άλμπουμ να διατηρεί ενιαία ταυτότητα. Κανείς δεν αποσπά το κέντρο βάρους από τον Morby. Αντίθετα, όλες οι φωνές και οι υφές φαίνονται να υπηρετούν αυτή τη μεγάλη, αργή κίνηση του δίσκου προς την αποδοχή του χρόνου και της αβεβαιότητας.

Το Little Wide Open δεν στηρίζεται σε άμεσα hooks ή μεγάλες χειρονομίες. Η δύναμή του έγκειται στον τρόπο που οι συνθέσεις αποκαλύπτουν σταδιακά τις λεπτομέρειες τους: μια μικρή αλλαγή στον ρυθμό, μια παραμόρφωση που ξεπροβάλλει στο βάθος της μίξης, μια μελωδία που καθυστερεί να ολοκληρωθεί. Είναι ένας δίσκος που απαιτεί υπομονή από τον ακροατή, αλλά ανταποδίδει αυτή τη διάρκεια με συνέπεια. Ίσως γι' αυτό να αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο έργο του Kevin Morby μέχρι σήμερα - έναν δίσκο όπου η αμερικανική folk, το indie rock και η εσωτερική τραγουδοποιία αποκτούν ξανά αίσθηση χώρου, βάρους και πραγματικού χρόνου.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured