Όταν, το μακρινό 2021,τυχαία έπεσα πάνω στο 1ο Baby Steph και κατευθείαν μου τράβηξε το ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του τίτλου και της αγάπης μου για τον Steph Curry, ο Κάτοχος μου φάνηκε ένας αρκετά ενδιαφέρων καλλιτέχνης, κυρίως λόγω της πένας του και της χροιάς του, μόνο που τότε το ηχόχρωμα του και οι παραγωγές του ήταν πολύ πιο boom-bap και old school και ο ίδιος κάπως πιο μονοδιάστατος. Έκτοτε, ήταν φανερό πως project με το project, έδειχνε να νιώθει πιο πολλή αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο και να εξοικειώνεται με αυτό, άνοιγε τους μουσικούς του ορίζοντες και τις παλέτες του, ενώ ταυτόχρονα έπαιζε όλο και περισσότερο με τη φωνή του, γράφοντας μάλιστα και πολύ πιασάρικα hooks. Αυτή η ανοδική πορεία, όσο κι αν αγαπώ το 2ο, κορυφώθηκε θεωρώ στο Baby Steph 3 και, η αλήθεια είναι, η διαδρομή μετά από αυτό μου γεννούσε μια απορία για το τί θα ακολουθούσε μια τόσο ηχηρή μουσικά δήλωση. Η απάντηση ήταν γρήγορη και άμεση, αφού μόλις ένα χρόνο μετά, κυκλοφορεί τον νέο του δίσκο, σε εξ’ολοκλήρου παραγωγή από τον Nosfer, γράφοντας για τις Κουκουβάγιες του, τους νυκτόβιους φίλους και κοντινούς του, που έχουν απλωθεί παντού στον κόσμο, είτε κοντά είτε μακριά.
Ο δίσκος σε βουτάει στο κλίμα του από το πρώτο κιόλας κομμάτι, "έκθεση", ένα απίστευτα ατμοσφαιρικό εναρκτήριο βήμα, που χτίζεται σιγά σιγά, με στοιχεία να προστίθενται ένα-ένα στο instrumental, με αποκορύφωση την πιασάρικη μελωδία, με επιρροή από ανατολίτικες μουσικές και τον Κάτοχο να ξεδιπλώνει την στιχουργική του ευφράδεια αφηγούμενος εικόνες και βιώματα από τον περίγυρό του, κάνοντας ένα σύντομο catch-up για την παρούσα κατάστασή του. Σε πιο ανεβασμένη διάθεση και ενέργεια συνεχίζει στο διμερές "40 πυρετό", όπου στο πρώτο μισό ένα παραδοσιακό trap beat ντύνει το τεχνικό και μελωδικό showcase του Κάτοχου, ενώ εντελώς απρόσμενα, με βάση την επανάληψη τη λέξης “τρίποντα” (ίσως μια διακριτική αναφορά στον Steph Curry, απ’ όπου και πήρε το όνομά της η τριλογία του) το beat μετατρέπεται σε ένα groovy banger της δυτικής ακτής, προσφέροντας, όπως και στο πρώτο μισό, ένα απίστευτα πιασάρικο ρεφρέν.
Γενικότερα, θα δυσκολευτεί κανείς να βρει κακό ρεφρέν στο "κουκουβάγιες", γεγονός που από την μία ήταν αναμενόμενο, μιας και ο Κάτοχος μας είχε συνηθίσει σε αυτό το υψηλό επίπεδο, από την άλλη είναι εντυπωσιακό πως ο πλουραλισμός σε μελωδίες και flows που ντύνει τα hooks του, κάνει τον δίσκο αυτό να φαίνεται ακόμα ένα βήμα ψηλότερα, όσον αφορά τα ρεφρέν του. Από το "2 ζωές", όπου τα ντουμπλαρισμένα του vocals αποτυπώνουν άψογα την διττή φύση της ζωής του πλέον, υπό τον ήχο μιας νοσταλγικής αλχημείας του Nosfer, στα “ταξιδεύω την γη/jupiter” και “now and then”, δύο κομμάτια-υπενθύμιση του ποιος είναι και μια σύγκριση των δυσκολιών και της αβεβαιότητας του τότε, με την αυτοπεποίθηση και σιγουριά του τώρα, και από εκεί στο απόλυτο banger και υπεροπτικό "καλημέρα κόσμε", ένα κομμάτι που έχει παντού πάνω του την επιρροή του Bloody Hawk, ο Κάτοχος καταφέρνει πέρα από ενδιαφέροντα verses του, που σε κρατάνε με το λυρισμό και την τεχνική του ευχέρεια, να προσφέρει αξιομνημόνευτα και εντυπωσιακά ρεφρέν, τα οποία μεταδίδουν στον ακροατή με μεγάλη ευστοχία διαφορετικό συναίσθημα κάθε φορά, πάντα με τους σωστούς χρωματισμούς στη φωνή του.
Όσον αφορά τα κομμάτια που περιέχουν guest εμφανίσεις, τα συναισθήματά μου είναι κάπως πιο ανάμεικτα. Από την μια το "πρώτο θέμα" ζωντανεύει με μεγάλη επιτυχία την πιο επιθετική, άγρια και σκοτεινή διάθεση του Κάτοχου στο Baby Steph 3, γεγονός που αναδεικνύει και η εξίσου σκοτεινή παραγωγή του Nosfer, με τον Τσάκι να κλέβει βέβαια τα φώτα με το πιο εντυπωσιακό feat του δίσκου, δίνοντας μια πιο εκκεντρική και παιχνιδιάρικη νότα στο κομμάτι, παρέα με τα τύπου jersey club drums που τον συνοδεύουν. Από την άλλη, τόσο στο "κέρασε τους μάγκες", όσο και στο "δεν ήρθε το τέλος", τα ρεφρέν και οι παραγωγές είναι ίσως τα πιο αξιομνημόνευτα σημεία τους, καθώς κατ’ εμέ τόσο ο Hatemost, όσο και ο Ταφ Λάθος δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στο status τους και την πλούσια λίστα τους από εμβληματικά verses (αν και το τετράστιχο του Ταφ με την χιονάτη ήταν από τα πιο έξυπνα του δίσκου), ενώ και ο ίδιος ο Κάτοχος προσέφερε μερικά από τα λιγότερο ενδιαφέροντα κουπλέ του. Τέλος ο Saske, ενώ στιχουργικά ήταν πολύ μέτριος, νιώθω ταίριαξε απίστευτα στο vibe και την ατμόσφαιρα του κομματιού "γιαπί", γεγονός που αποδίδεται και στον εξαιρετικό χειρισμό της χροιάς του, ενώ και ο Κάτοχος προσφέρει ένα ρεφρέν-κραυγή που μου θύμισε απίστευτα τον Gxhan, το οποίο κάθε άλλο παρά κακό είναι.
Τέλος, θα αδικούσα τον Κάτοχο αν στεκόμουν τόσο στα ρεφρέν του και δεν σχολίαζα και την στιχουργικά πιο εύφορη πλευρά του δίσκου που ξετυλίγει στα κουπλέ του, ειδικά στα κομμάτια "το παιδί μες στον καθρέφτη, pt.5" και "σοφία", που έχουν πιο αφηγηματικό χαρακτήρα. Το πρώτο, το οποίο αποτελεί το 5ο κομμάτι στη σειρά των ομώνυμων κομματιών που κυκλοφορεί με επίκεντρο την εξιστόρηση βιωμάτων και σκέψεων του, κυμαίνεται στις ίδιες συχνότητες, αυτή τη φορά απευθυνόμενος σε κάποιον κοντινό του που μεγάλωσαν μαζί και είχαν μια ταραχώδη ζωή, μα δυστυχώς οι δρόμοι τους έχουν χωριστεί, με τελικό μήνυμα στους πιτσιρικάδες που τον ακούν να μην τραβήξουν το ίδιο ασταθές και επικίνδυνο μονοπάτι. Όσον αφορά το δεύτερο, το οποίο αποτελεί και το πέσιμο της αυλαίας του δίσκου, ο Nosfer δημιουργεί μία από τις αγαπημένες μου παραγωγές του δίσκου, με το sample που διάλεξε να ξεχειλίζει συναίσθημα, ενώ ο Κάτοχος , αποτυπώνοντας το νυχτερινό αστικό τοπίο στο οποίο ζει και παρομοιάζοντας τον εαυτό του με κουκουβάγια -άλλη μια αναφορά στον τίτλο- κλείνει τον δίσκο με ένα απόλυτα ταιριαστό τόνο, χαρίζοντας μας παράλληλα ένα ακόμα πλούσιο σε μελωδία και συναίσθημα hook.
Οι κουκουβάγιες, πέρα από ακόμα ένα παράσημο σε μία δισκογραφία, αποτελεί και μια επιβεβαίωση του πλουραλισμού του Κάτοχου σαν rapper και καλλιτέχνη γενικότερα, αναδεικνύοντας την ικανότητα του να εναλλάσσει τη φωνή, τα flows, και το ύφος του αβίαστα, ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε κομματιού. Μπορεί να μην είναι ο πιο χαρισματικός στιχουργός, ούτε ο πιο εντυπωσιακός και προικισμένος τεχνικά, σίγουρα όμως καταφέρνει να τα κάνει αμφότερα σε αρκετά ψηλό επίπεδο, και με τη συνοδεία της πλούσιας και ατμοσφαιρικής παλέτας του Nosfer, η οποία του ταιριάζει γάντι, κατάφερε να διατηρήσει τον ενθουσιασμό και τον πήχη των προσδοκιών στα ύψη.






