Το Songs of Protest and Anti-Protest ήταν κάποτε περιζήτητο στους κύκλους των συλλεκτών, ειδικά αυτών που κυνηγούν τα ψυχεδελικά και τα folk-rock των 60’ς. Καταρχάς υπάρχει μια θολούρα από αντιφατικές λεπτομέρειες που αφορούν την ηχογράφηση και τους συμμετέχοντες.
Το βασικότερο είναι το μπλέξιμο στο όνομα του τραγουδοποιού: το άλμπουμ χρεώνεται σε κάποιον «Chris Lucey», ο οποίος όμως δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν τυπογραφικό λάθος. Επρόκειτο αρχικά για τραγούδια του folk τραγουδοποιού Chris Ducey, πρώην μέλους των συγκροτημάτων Prairie Madness και Penny Arkade. Τα κομμάτια αυτά πήρε στα χέρια του ο τραγουδοποιός/παραγωγός Bobby Jameson, ο οποίος πήρε τους τίτλους των αρχικών τραγουδιών του Ducey και έγραψε εντελώς νέα τραγούδια, διατηρώντας όμως τους αρχικούς τίτλους. Όταν όμως τυπώθηκαν τα εξώφυλλα, έγραφαν λανθασμένα Chris Lucey αντί για Ducey, και διατηρήθηκε. Το Songs of Protest and Anti-Protest κυκλοφόρησε το 1965 από την Mira's Surrey Records. Το 2002, η Rev-Ola Records το επανέκδωσε σε CD. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το άλμπουμ κυκλοφόρησε με το όνομα του Jameson το 1970 από την ετικέτα της Joy και είχε αλλαγμένο τίτλο: Too Many Mornings. Ποιος ήταν όμως ο Bob Jameson;
Ο Robert Parker Jameson ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ονόματα της ροκ σκηνής του Λος Άντζελες τη δεκαετία του 1960. Πιο γνωστός ως Bobby Jameson, γεννήθηκε στο Τούσον της Αριζόνα τον Απρίλιο του 1945 και είχε μια ταραγμένη παιδική ηλικία από την οποία η μουσική ήταν η διέξοδος του. Η ζωή του βελτιώθηκε το 1961 όταν η μητέρα του μετακόμισε στο Γκλέντεϊλ της Καλιφόρνια και άρχισε να κυνηγάει μια μουσική καριέρα.
Σύντομα ήρθε σε επαφή με τον ύποπτο Tony Alamo (αργότερα αρχηγό αίρεσης και καταδικασμένο παιδεραστή), ο οποίος σύντομα τον απέκτησε με συμβόλαιο. Διαφημιζόμενος στα εμπορικά έγγραφα ως «το επόμενο φαινόμενο του κόσμου» και «το αστέρι αυτού του αιώνα», ο Jameson ηχογράφησε το πρώτο του single “I Wanna Love You” στις αρχές του 1964 για τη μικροσκοπική δισκογραφική εταιρεία Talamo. Όταν έγινε τοπική επιτυχία, προσκλήθηκε να εμφανιστεί στο American Bandstand και άνοιξε συναυλίες για τους Beach Boys. Όμως οι επόμενες κυκλοφορίες του απέτυχαν.
Το στυλ του Jameson, ωστόσο, είχε τραβήξει την προσοχή του μάναταζερ των Stones, Andrew Loog Oldham, ο οποίος τον κάλεσε στο Λονδίνο στα τέλη του 1964. O Jameson κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο το “All I Want Is My Baby”, που γράφτηκε από τον Oldham και τον Keith Richards, αλλά και αυτό φλόπαρε εμπορικά, παρά την σημαντική κάλυψη του βρετανικού μουσικού τύπου.
Όταν επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες την άνοιξη του 1965, έκανε άλλο ένα ανεπιτυχές άλμπουμ με τίτλο 45 (I Wanna Know), απέκτησε τη φήμη ότι ηγούνταν των διαδηλώσεων στο Sunset Strip και συνεργάστηκε με τη δισκογραφική εταιρεία Mira. Ο επικεφαλής της τελευταίας, κάποιος αετονύχης ονόματι Randy Wood, τον προσκάλεσε να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ. Υπήρχε όμως μια παγίδα. Ο Jameson έπρεπε να γράψει μια σειρά τραγουδιών που να ταιριάζουν με τίτλους που είχαν ήδη κατοχυρωθεί με πνευματικά δικαιώματα από έναν άλλο καλλιτέχνη, τον Chris Lucey. Η δισκογραφική είχε τυπώσει ακόμη και εξώφυλλα (που αρχικά εικόνιζαν τον…Brian Jones!), προτού, λόγω συμβατικών ζητημάτων, αναγκαστούν να ακυρώσουν τις ηχογραφήσεις του Lucey.
Χωρίς καλύτερες προσφορές στο τραπέζι, ο Jameson ξεκίνησε τη δουλειά και δύο εβδομάδες αργότερα είχε έτοιμα 10 τραγούδια. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα American Studios στη λεωφόρο Ventura στο Βόρειο Χόλιγουντ, με παραγωγό τον Marshall Lieb (πρώην μέλος των Teddy Bears του Phil Spector). Όπως έχει πει ο Jameson έκτοτε: «Δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε αν ήταν blues, jazz, pop ή folk-rock, οπότε αυτό που προέκυψε είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων που συνδυάζονται».
Το άλμπουμ στην εποχή του πέρασε τελείως απαρατήρητο. Με το πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκε μια ολόκληρη παραφιλολογία γύρω από τον δίσκο, που αναδείχθηκε σε cult. Κάποιοι το συνέκριναν με το αριστουργηματικό Forever Changes των Love, καθώς αποτελεί και αυτό μια περίπλοκη εξερεύνηση εκλεπτυσμένων ενορχηστρώσεων και ζοφερών, σουρεαλιστικών στίχων. Φέρνει επίσης έντονα στο μυαλό δουλειές του Tim Buckley ή του Scott Walker. Αν και περιστασιακά τείνει προς την εύκολη ακρόαση, τα καλύτερα τραγούδια είναι σκυθρωπά και περίπλοκα μελωδικά, με τα απαλά φωνητικά και την 12χορδη κιθάρα του Jameson να υποστηρίζονται από απαλά βιμπράφωνα και μια τζαζ ρυθμική ενότητα.
Το Songs of Protest and Anti-Protest είναι σύντομο σε διάρκεια (μισή ώρα) και περιλαμβάνει συνολικά δέκα κομμάτια. Σίγουρα ήταν θαρραλέο για την εποχή του, συνδυάζοντας blues, folk, exotica και καθαρή ποπ ψυχεδέλεια. Η ομορφιά του έγκειται στο απόλυτο σπάσιμο και το κολάζ πολυάριθμων ετερόκλητων ιδεών. Όπως ο Arthur Lee, ο Chris Lucey μπορεί να μετατρέψει μια απλή φράση σε ένα υπέροχο υπονοούμενο.
Η καριέρα του Bob Jameson στη δισκογραφία θα ήταν σύντομη. Στις αρχές του 1966, ο ηχογράφησε (με το δικό του όνομα) ένα single για την δισκογραφική εταιρεία Mira, με τίτλο "Vietnam" / "Metropolitan Man", στο οποίο τον υποστήριξαν μέλη των garage-punk Leaves, οι οποίοι είχαν ηχογραφήσει το τραγούδι του Jameson "Girl from the East" στο δικό τους άλμπουμ Hey Joe. Το 2010, ο συγγραφέας Jon Savage περιέγραψε το "Vietnam" ως «ένα κλασικό garage-punk όλων των εποχών - μια έντονη δήλωση ενάντια σε έναν πόλεμο που, στις αρχές του 1966, είχε ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο». Αργότερα, το 1966, ο Jameson ηχογράφησε δύο singles για την δισκογραφική εταιρεία Penthouse: τα "Reconsider Baby" και "Gotta Find My Roogalator", σε παραγωγή του Frank Zappa, ο οποίος έπαιζε κιθάρα χωρίς να αναφέρεται στα credit. To 1967 ο Jameson εμφανίστηκε στο cult ντοκιμαντέρ Mondo Hollywood του Robert Carl Cohen, (στο οποίο εμφανίζεται να ερμηνεύει το ίδιο αντιπολεμικό τραγούδι), αλλά μέχρι τότε είχε γίνει ένθερμος καταναλωτής παραισθησιογόνων, κάτι που σταδιακά επηρέασε την ψυχική του υγεία. Κυκλοφόρησε μόνο έναν ακόμη άλμπουμ, το Working!, που κυκλοφόρησε από τη μικρή δισκογραφική εταιρεία GRT τον Αύγουστο του 1969. Είχε όμως την ίδια τύχη με τον…Chris Lucey.
Ο Jameson, που έφυγε από τη ζωή το 2015, ήταν ένας τολμηρός για την εποχή του, μεταμοντέρνος παραγωγός, ο οποίος εξερευνούσε τις προοπτικές στα ηχοτόπια Highway 61 Revisited /Pet Sounds/Forever Changes/, με αποκορύφωμα το κολάζ ενορχηστρώσεων και την εκκεντρικότητα που δίνει σε αυτό το άλμπουμ την ιδιότροπη γοητεία του.






