All Them Witches

Το House Of Mirrors είναι το έβδομο στούντιο άλμπουμ των All Them Witches. Κυκλοφόρησε από τη BMG στις 29 Μαΐου 2026 και ηχογραφήθηκε στο Blackbird Studio του Nashville με παραγωγό τον Eddie Spear. Η σύνθεση που ηχογράφησε τον δίσκο περιλαμβάνει τον Ben McLeod (κιθάρα, φωνητικά), τον Charles Michael Parks Jr. (μπάσο, φωνητικά), τον Allan Van Cleave (βιολί, πλήκτρα) και τον νέο drummer Christian Powers. Η επιστροφή του Van Cleave και η αποχώρηση του Robby Staebler το 2024 αλλάζουν τη δυναμική της μπάντας. Αυτή η νέα ισορροπία είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε ο δίσκος. Ο Eddie Spear, που έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με καλλιτέχνες όπως ο Zach Bryan, προτιμά έναν ήχο κοντά στο ζωντανό. Δεν είναι υπερβολικά «γυαλισμένος», ώστε να μένουν ευδιάκριτες οι λεπτομέρειες και οι παύσεις. Η παραγωγή αφήνει τα όργανα να αναπνέουν και να καταγράφουν τις μικρές μετατοπίσεις της έντασης χωρίς να τις εξομαλύνει.

Το άλμπουμ ανοίγει με το “Red Rocking Chair”, διασκευή σε παλιό bluegrass κομμάτι που σχετίζεται με τη δουλειά του Doc Watson. Οι All Them Witches ξεκινούν το κομμάτι σαν μοιρολόι. Η φωνή μοιάζει αποστασιοποιημένη, το βιολί πλέκεται γύρω από την κιθάρα, και σταδιακά εμφανίζεται ένα βαρύ riff που αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα σε παράδοση και ηλεκτρική ένταση. Η μετάβαση είναι ελεγχόμενη. Δεν πρόκειται για νοσταλγία, αλλά για μία ανάγνωση της παράδοσης μέσα από σύγχρονο φίλτρο. Το “Culling Line” φέρνει αίσθηση απειλής. Η εισαγωγή της φωνής μοιάζει να έρχεται από αλλού και το τραγούδι χτίζει αργά προς ένα σόλο που δεν εντυπωσιάζει, αλλά αυξάνει την ένταση. Στο ρυθμικό επίπεδο, η κιθάρα χρησιμοποιεί μικρά επαναλαμβανόμενα μοτίβα που ωθούν το κομμάτι προς τα εμπρός. Οι αρμονικές αλλαγές δίνουν σκοτεινή χροιά χωρίς φανφάρες.

Το μέσο του άλμπουμ περιλαμβάνει τα πιο άμεσα τραγούδια. Στο “Hold Up, Say What?” ο νέος drummer επιβάλλει ρυθμό με ένα συνεχές cymbal που ωθεί την κίνηση μέχρι την έκρηξη στη μέση του κομματιού. Το “Starting Line” παίζει με αντίθεση. Ανοίγει ήσυχα με ακουστική χροιά και απαντά σε πλήρη ηλεκτρική ένταση, χωρίς να χάνει καθαρότητα στο χαμηλό φάσμα. Το “Turn On The Light” κρατά σφιχτό groove, ενώ το “Go-getter” λειτουργεί ως μικρή, εσωστρεφής ανάπαυλα μέσα στη ροή. Η εναλλαγή ανάμεσα σε ένταση και συγκράτηση γίνεται σταδιακά, χωρίς απότομες ρωγμές, δίνοντας στον δίσκο μια αίσθηση φυσικής ροής.

Στο δεύτερο μισό το άλμπουμ στρέφεται προς πιο στοχαστικές εντάσεις. Τα “The Welterweight” και “Angel On The Wayside” βάζουν την κιθάρα μπροστά, αλλά με λιγότερη εξωτερική φασαρία. Εδώ οι φράσεις γίνονται πιο συμπυκνωμένες και οι παύσεις αποκτούν βάρος, σαν να αφήνουν χώρο για την επόμενη κίνηση πριν αυτή συμβεί. Το κλείσιμο με το “Saturn Song” επιλέγει την αποχώρηση αντί για τον εντυπωσιακό επίλογο. Τα όργανα υποχωρούν σταδιακά και η μπάντα απομακρύνεται με ηρεμία, αφήνοντας τον ακροατή να προσλάβει αυτό που ειπώθηκε χωρίς πίεση κορύφωσης.

Η παραγωγή του Spear υπηρετεί την εγγύτητα. Τα όργανα δεν κρύβονται πίσω από υπερβολικά εφέ. Οι υφές, η γρατζουνιά στην κιθάρα, η ανάσα στην ερμηνεία και το σώμα του μπάσου γίνονται σαφείς. Αυτό κάνει τις σιωπές και τις μικρές μετατοπίσεις δυναμικών να μετράνε περισσότερο, σαν να αποκτούν δική τους λειτουργία μέσα στη σύνθεση. Η επανένταξη του Van Cleave φέρνει πίσω μελωδικά στοιχεία, βιολί και πλήκτρα, που ισορροπούν τα βαριά riffs του McLeod, ενώ ο Christian Powers συμβάλλει με πιο κινητικό και συχνά πιο προωθητικό ρυθμό. Οι αλλαγές δεν είναι θεαματικές, αλλά επηρεάζουν τον τρόπο που το σύνολο αναπνέει. Αυτό που κάνει το House Of Mirrors ενδιαφέρον δεν είναι οι μεγάλες μετατοπίσεις, αλλά ο τρόπος που οι μικρές αποφάσεις αθροίζονται. Κάθε μετάβαση, κάθε σιωπή και κάθε επιστροφή νιώθει σκόπιμη. Η μπάντα δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με φανφάρες. Χτίζει νέες ισορροπίες και τις παρουσιάζει με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση.

Αν θέλεις έναν δίσκο που ακούγεται ζωντανός γιατί αφήνει χώρο στις λεπτομέρειες, το House Of Mirrors αξίζει προσοχή.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured