H μουσική των Boards Of Canada ποτέ δεν μιλούσε καθαρά, περισσότερο σου ψιθυρίζει πράγματα παρά σου λέει ανοιχτά τι στο διάβολο συμβαίνει στον κόσμο (μέσα και γύρω από αυτούς), σαν μια φωνή από ένα παλιό εκπαιδευτικό βίντεο που μπορεί να βρήκες σε μια ξεχασμένη κασέτα, με την ταινία μασημένη, με τα χρώματα ξεθωριασμένα και τη μνήμη να κάνει αυτό που σήμερα έχουμε μάθει να λέμε glitch. Δεν σου δίνει απαντήσεις· σου αφήνει υποψίες. Σαν να θυμάσαι κάτι που δεν έζησες ποτέ.
Το Music Has The Right To Children (1998) εκτός από ένα θαυμάσιο (και αξεπέραστο) ντεμπούτο γύρισε πολλούς από εμάς σε μια παιδική ηλικία που δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως την έδειξαν οι BOC, αλλά σαν να σου εμφύτευσαν μια ανάμνηση που δεν έζησες ποτέ, και μέχρι σήμερα ορκίζεσαι ότι σου ανήκει. Σαν καλοκαίρια που δεν πέρασες, σαν σχολικές τάξεις που δεν θυμάσαι πια, σαν φωνές από ένα παράλληλο σύμπαν το οποίο δεν ξέρεις που μπορεί να κρύβεται, κι όμως κάτι μέσα σου αντιδρούσε, σαν όλα αυτά να σε καλούσαν προς τα πίσω σε ένα απίστευτο ταξίδι σε μια υπνωτική νοσταλγία. Όχι, οι BOC δεν θέλοουν να αναπαράγουν (ή να εκμεταλευτούν) την παιδική ηλικία, αλλά ξέρουν τις αρρώστιες της καλά, και πώς να τη διαστρεβλώνουν απαλά, μέχρι να γίνει κάτι άλλο. Κάτι πιο ήσυχο, πιο μελαγχολικό, σχεδόν στοιχειωμένο. Ένα τοπίο όπου οι εικόνες είναι θολές, τα πρόσωπα μισοσβησμένα και ο χρόνος δεν κυλάει ευθεία, αλλά κάνει κύκλους. Κι εκεί, μέσα σε αυτούς τους κύκλους, αρχίζεις να αμφιβάλλεις: ήταν ποτέ έτσι τα πράγματα ή απλώς έτσι θέλεις να τα θυμάσαι;
Το αριστουργηματικό Geogaddi (2002) ήρθε σαν μια άλλους είδους ρωγμή στην πραγματικότητα. Περισσότερο σκοτεινό, πιο υπόγειο, σχεδόν τελετουργικό. Ένα καλειδοσκοπικό τοπίο όπου η νοσταλγία αρχίζει να σαπίζει. Για λίγο, το φως επέστρεψε στο The Campfire Headphase, τρία χρόνια αργότερα, με μια ηλιοκαμένη ζεστασιά που μπορεί να έμοιαζε σχεδόν παρηγορητική, αλλά κι αυτή δεν κράτησε πολύ. Στο Tomorrow’s Harvest (2013) το φως είχε αρχίσει να χάνεται, αφήνοντας πίσω του μια γη που τότε θύμιζε μέλλον, αλλά και πάλι μύριζε παρελθόν. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι από τα Hexagon Sun studios, εκεί κάπου στους λόφους έξω από το Εδιμβούργο, οι Boards of Canada δεν έκαναν ποτέ δηλώσεις. Έστησαν όμως έναν κόσμο. Έναν κόσμο όπου η ψυχεδέλεια, η μνήμη και οι ηλεκτρονικές υφές μπλέκονται σε κάτι που μοιάζει γνώριμο και ταυτόχρονα ξένο. Δεν έχουν εξηγήσει ποτέ τίποτα. Και δεν χρειαζόταν.
Πράγμα που σήμερα, 13 χρόνια μετά το Tomorrow's Harvest, μάς φέρνει στο Inferno το οποίο κυκλοφόρησε επίσημα σήμερα από τη Warp. Σε γενικές γραμμές πρόκεται για ένα άλμπουμ που, ναι, κοιτάζει κι αυτό πίσω μόνο και μόνο για για να επιβεβαιώσει ότι το παρελθόν δεν θα τελειώσει ποτέ, ενώ ταυτόχρονα γλιστράει όλο και βαθύτερα στο άγνωστο.
Ανοίγει με μια σύντομη, σχεδόν χαρούμενη φανφάρα, αλλά αυτή η χαρά είναι ύποπτη. Σαν intro από παλιά εκπομπή της δεκαετίας του '70 που ξεκινά με φωτεινά γράμματα, ενώ από πίσω ξέρεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα θέμα που σίγουρα το θυμάσαι χωρίς να το έχεις δει ποτέ. Και μετά, "Prophecy At 1420 MHz". Ο τίτλος ήδη μοιάζει σαν συχνότητα που δεν θα έπρεπε ποτέ να συντονιστείς. Arpeggios που κουβαλάνε το φάντασμα του John Carpenter, synths που προχωρούν σαν αργή προειδοποίηση μέσα στην ομίχλη, κιθάρες επεξεργασμένες, σαν να πέρασαν από φίλτρα μνήμης και διάβρωσης, συγγενείς με εκείνες του "Chromakey Dreamcoat" ή του "Dayvan Cowboy", αλλά πιο μακρινές, πιο αβέβαιες, αν και πιο "καθαρές" στην παραγωγή τους τώρα. Και όλα κινούνται, αλλά τίποτα δεν φτάνει. Είναι σαν να ακούς μια μετάδοση από κάπου πολύ μακριά και να μην είσαι σίγουρος αν πρόκειται για κάποιο χαμένο σήμα… ή για ανάμνηση που βασανίζει το μυαλό σου.
Mέχρι εκείνο το Inferno μοιάζει σαν να περπατάς σε γνώριμο έδαφος, ή τουλάχιστον σε κάτι που σου θυμίζει πως είναι γνώριμο, όπως ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται αλλά κάθε φορά καταλαβαίνεις πως έχει μικρές αλλαγές. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, μια φωνή, μπουκωμένη, πνιγμένη, επεξεργασμένη, σαν να περνά μέσα από τεχνητά στρώματα διάβρωσης ακούγεται να δηλώνει κάτι αδιανόητο: «God». Πρόκειται για ένα glitch στο σύστημα της πίστης; Μήπως παραμιλάει το ίδιο το tape με την ίδια γνωστική ικανότητα του HAL3000; Ή μήπως δεν είναι καν glitch, αλλά το ίδιο το σύστημα που θυμάται ότι κάποτε πίστευε; Γιατί εδώ που τα λέμε ο HAL δεν παραμιλούσε, απλά προσπαθούσε να καταλάβει τι του ζητούσαν να πιστέψει. Και κάπου εδώ μπορεί να αλλάξει η σημασία των ερωτήσεων, γιατί το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν παραμιλάει η μαγνητοταινία, αλλά αν εμείς, τόσα χρόνια μετά, ακούμε ακόμη σωστά.
Η μεγάλη αλήθεια που, πιθανότατα, θέλουν να μας πουν οι φωνές, οι ήχοι, αλλά και τα ίδια τα αξιώματα που τρίζουν από μέσα, στο «εγκεφαλικό» όλον του Inferno είναι ότι το σύστημα της θρησκείας και της πίστης δεν καταρρέει απ’ έξω. Μάλλον έχει χαλάσει εκ των έσω. Σαν εκείνο το n ≠ n που εμφανίζεται όχι ως λάθος, αλλά ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής μαθηματικής θεολογίας. Σαν μια προσευχή που επαναλαμβάνεται τόσες φορές στο δρόμο, μέχρι να χάσει το νόημά της και να μείνουν μόνο οι περαστικοί και οι ήχοι της πόλης. Κάπως έτσι, οι φωνές από τα tapes στο Inferno δεν σε καθοδηγούν. Σε παρατηρούν. Kάποια σου μιλούν για τον Θεό, αλλά μιλούν σαν να έχουν περάσει ήδη από αυτόν και να γύρισαν πίσω με θόρυβο αντί για απαντήσεις. Επίσης, η πίστη εδώ υπόσχεται φως. Λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός. Ένα loop ταινίας που δεν σταματάει, μέχρι να αρχίσει να χαλάει από την τριβή.
Και κάπου εκεί, το Inferno σταματά να είναι άλμπουμ και αρχίζει να μοιάζει με διάγραμμα που καταρρέει ενώ το κοιτάς. Ναι, είναι γεμάτο από hauntology συμβολισμούς, αλλά δεν μιλάει για νοσταλγία για χαμένα μέλλοντα που ποτέ δεν υπήρξαν. Αντίθετα, χαλάει το φίλτρο, είναι πλέον φθαρμένο σαν ένα παλιό slide που έχει καεί από τον προβολέα, και στέκεται εκεί για πάντα σημαδεμένο. Οι BOC δεν ψάχνουν πια τα φαντάσματα της καθυστερημένης καπιταλιστικής μνήμης. Σκάβουν πιο κάτω, εκεί που δεν υπάρχει «ανάμνηση», γιατί δεν έχει υπάρξει ακόμη κανένας άνθρωπος για να θυμηθεί. Και από το "Introit" μέχρι το "I Saw Through Platonia", η διαδρομή του δεν είναι καθόλου χρονική, είναι καθοδική. Το λέει ο τίτλος του προς τα που. Προς κάτι χθόνιο. Προς κάτι που προηγείται της γραφής, της γλώσσας, της ίδιας της έννοιας του «εμείς». Είναι σαν να προσπαθείς να δεις τον κόσμο πριν αποκτήσει μορφή και να διαπιστώνεις ότι αυτό που μένει δεν είναι τίποτα άλλο από μια αρχέγονη ύλη που επιμένει.
Ακόμα και η «λατρεία της παιδικότητας» του Music Has The Right To Children, η οποία διαπερνά πολλά σημεία του νέου άλμπουμ (κάτι σαν σήμα κατατεθέν μέσα από τα στρεβλά ματζόρε pads) εδώ δεν εμφανίζεται ως αθωότητα, αλλά ως κάτι σχεδόν μεταφυσικό, που δεν αφορά την παιδική ηλικία, αλλά το στάδιο πριν από αυτήν, πριν το τραύμα, πριν την οποιαδήποτε πληγή.
Βέβαια, μαζί με όλα τα νέα αινιγματικά στοιχεία που απαρτίζουν το κονσεπτικό σύμπαν του Inferno, έρχεται και μια άλλη στροφή προς έναν πιο "καθαρό" ήχο στο επίπεδο της παραγωγής. Παρότι το πρώτο δείγμα που έσκασε στην αναγγελία του άλμπουμ, το "Deep Time", είναι απλωμένο σε θολά drones, η τοποθέτηση των κρουστών και των εγχόρδων έχουν τώρα μια πιο "ροκ" τοποθέτηση στον ήχο των BOC. Κι αυτό είναι ίσως ένα νέο παιχνίδι των αδερφών Sandison, οι οποίοι παίζουν με modular, παίζουν με samples, παίζουν με κιθάρες, παίζουν με τύμπανα και κρουστά, παίζουν με το μυαλό μας, γιατί τελικά το Inferno μοιάζει σαν να μην προσπαθεί να αρθρώσει μια "σταθερή" αλήθεια αλλά να περισώσει ένα ίχνος, κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο που επιμένει να διαπερνά τις ρωγμές της μνήμης και μιας κοινής ταυτότητας όλων μας. Από το σχεδόν δυσλειτουργικό μήνυμα που τραυλίζει στο "Father And Son" και τον πανέμορφο παλμό που κλείνει το φανταστικό "I Saw Through Platonia", οι BOC δεν μιλούν για την αγάπη ως έννοια ή λύση, αλλά ως μια επίμονη, σχεδόν μηχανική παρουσία που επιβιώνει ακόμη κι όταν όλα τα συστήματα (πίστης, λογικής, μνήμης) έχουν αποτύχει, και έτσι η αναζήτηση αυτού του χαμένου παλμού δεν είναι μια νοσταλγική επιστροφή αλλά μια βουτιά σε κάτι προγενέστερο, σε ένα επίπεδο όπου η αγάπη δεν εξηγείται, δεν οργανώνεται, δεν αποδεικνύεται, αλλά απλώς συνεχίζει να υπάρχει, σαν σήμα που μπορεί να φτάνει παραμορφωμένο από μεγάλη απόσταση, σαν σήμα μορς που δείχνει ότι υπάρχει ακόμη ζωή, αλλά μας αφήνει με την αμφιβολία αν αυτό που ακούμε είναι πράγματι το παρόν ή η αντήχηση ενός κόσμου που έχει ήδη χαθεί.
Είναι ένα άλμπουμ της χρονιάς; Το ερώτημα αιωρείται σχεδόν αμήχανα, σαν να προσπαθείς να βάλεις τάξη σε κάτι που εκ φύσεως αντιστέκεται στην κατάταξη, γιατί το Inferno δεν θέλει γρήγορες συγκρίσεις, πρέπει να σε ρουφήξει για να το νιώσεις και να το καταλάβεις, και ίσως εκεί να βρίσκεται και η απάντηση: για εμένα, ναι, είναι! Όχι επειδή «ξεπερνά» άλλα άλμπουμ με όρους παραγωγής ή επιρροής, αλλά επειδή επιμένει να λειτουργεί ως ένα σπάνιο, σχεδόν εμμονικό concept άλμπουμ, ένα κλειστό σύστημα που ανοίγει ρωγμές αντί να δίνει λύσεις, ένα έργο που δεν εξαντλείται στην ακρόαση αλλά συνεχίζει να σε στοιχειώνει μετά, σαν εξίσωση που δεν λύνεται ποτέ πλήρως, και σε μια εποχή όπου η μουσική καταναλώνεται σε αποσπάσματα, σε hooks και σε εφήμερα σήματα, το Inferno μοιάζει σχεδόν προκλητικό στην ολότητά του, απαιτώντας χρόνο, προσοχή και κυρίως μια διάθεση να χαθείς μέσα του, οπότε ναι, ίσως είναι άλμπουμ της χρονιάς. Όχι γιατί συμφωνούμε όλοι, αλλά γιατί αρνείται πεισματικά να γίνει κάτι λιγότερο.






