Η κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ από τους Dimmu Borgir αποτελούσε ανέκαθεν γεγονός διχαστικό για την παγκόσμια metal κοινότητα. Η δική μου οπτική βέβαια ήταν πιο μετριασμένη. Έχοντας στην πλάτη μου σχεδόν δύο δεκαετίες fanboyσμού, είχα αγκαλιάσει εξίσου τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, χωρίς βέβαια να πετάω και την σκούφια μου. Όμως εκεί που οι προηγούμενες κυκλοφορίες τους έμοιαζαν να πνίγονται κάτω από το βάρος των υπερβολικών ορχηστρικών διευθετήσεων και των υπερβαλλόντων στουντιακών πειραματισμών, ο νέος δίσκος επιλέγει μια διαφορετική, πολύ πιο επιθετική οδό. Μια απογύμνωση του περιττού layering και την επιστροφή σε έναν πρωτογενή, βαρύ και κυρίως κιθαριστικό επιτέλους ήχο. 

Για να αντιληφθεί κανείς όμως το μέγεθος του ευτυχήματος ενός δίσκου σαν το Grand Serpent Rising, είναι απαραίτητο να ανατρέξει στην πολυτάραχη ιστορία Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι Dimmu Borgir υπήρξαν πρωτεργάτες του δεύτερου κύματος του black metal. το θρυλικό ντεμπούτο τους For All Tid το 1995  και το εμβληματικό Stormblåst ένα χρόνο μετά, καθόρισαν την αισθητική του μελωδικού black metal και έθεσαν τις βάσεις, έστω και δειλά για να εισέλθει ένα νέο είδος στο παιχνίδι. Το συμφωνικό black metal. 

Ωστόσο, ήταν η κυκλοφορία του Enthrone Darkness Triumphant το 1997 που σηματοδότησε την αρχή μιας νέας εποχής. Η μπάντα υπέγραψε σε μεγάλη εταιρεία, καθάρισε την παραγωγή της και άρχισε να ενσωματώνει έντονα συμφωνικά στοιχεία. Πάντα όμως πλαισιώνοντας μια θύελλα από riffs και ποικίλων leads. Προσωπικός αγαπημένος δίσκος, και ίσως ένας από τους 10-20 αγαπημένους όλων των εποχών στο ιδίωμα και όχι μόνο. Έπειτα, το μέλλον τους είχε ήδη γραφτεί στην πέτρα, και η πορεία προς τα Puritanical Euphoric Misanthropia και Death Cult Armageddon τους μετέτρεψε στο παγκόσμιο φαινόμενο που γνωρίζουμε σήμερα, εισάγοντας πραγματικές ορχήστρες και κολοσσιαίες παραγωγές. 

Αυτή η εσωτερική μετακίνηση προς πιο εμπορικούς και προσβάσιμους δρόμους είχε φυσικά και βαρύ τίμημα. Οι Dimmu Borgir έχασαν μια τεράστια μερίδα του σκληροπυρηνικού, το οποίο τους κατηγόρησε για εμπορευματοποίηση και προδοσία των ιδανικών του black metal. Φυσικά η κυκλοφορία των Abrahadabra και Eonian κορύφωσε αυτή την αποξένωση. Η επιστροφή τους όμως με το Grand Serpent Rising έρχεται να σπάσει αυτόν τον κύκλο της συμφωνικής υπερβολής. Η μεγαλύτερη αρετή του δίσκου είναι η συνειδητή απόφαση να επαναφέρει την κιθάρα ως το απόλυτο κυρίαρχο όργανο. Silenoz και Karlsen, παρά την σημαντική απώλεια του Galder, παραδίδουν μερικά από τα πιο εμπνευσμένα, σκοτεινά και στιβαρά riffs της καριέρας τους, που όχι απλά δεν είναι “member berries” αλλά έρχονται πακέτο και με μερικές από τις πιο ποικίλες ιδέες της καριέρας τους.  

O ίδιος ο Shagrath δήλωσε ότι το συγκεκριμένο album συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία των Dimmu Borgir. και το "Ascent", ένα από τα βασικά singles έρχεται προς επιβεβαίωση. Είναι τόσο μια ανασκόπηση του τι ήταν, αλλά και μια αναζωπύρωση. Ακόμα όμως και αν δεν έλεγε τίποτα, όλα αυτά αποτυπώνονται στο έπακρο στο πεντάγραμμο. 

Το "The Qryptfarer" έχει σε σημεία μια οριακά black/death meets Spiritual Black Dimensions προσέγγιση και έναν ηχητικό όγκο που δεν είχαμε δει σχεδόν ποτέ στους Dimmu Borgir. Από την άλλη, το Ulvgjeld & Blodsodel, που μας σύστησε στο δίσκο τον Μάρτιο αποτελεί την πρώτη τους σύνθεση με αμιγώς νορβηγικό στίχο μετά από πάνω από είκοσι χρόνια, όπως και το "Slik Minnes en Alkymist", που φέρνει έναν αέρα σκανδιναβικού ροκ. 

Μια από τις πιο μεγαλοπρεπείς στιγμές του Grand Serpent Rising έρχεται με το "Repository of Divine Transmutation", βρίσκοντάς τους στο μεταίχμιο μιας σκοτεινής, λιτανικής επικότητας γεμάτη από κιθαριστικές μελωδίες. Είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο ήθελα τα τελευταία χρόνια να γράφουν τα “μη” επιθετικά τραγούδια. Added bonus, και καθ'όλα ανέλπιστη, η τρομερή riffάρα κάπου στο 4:45, βγαλμένη απευθείας από το playbook των πρώιμων Avenged Sevenfold. Μην ρωτάτε γιατί και πως, αλλά δουλεύει! 

Οι συμφωνικές ενορχηστρώσεις δεν έχουν εξαφανιστεί, άλλωστε αποτελούν δομικό στοιχείο του DNA των Dimmu Borgir πλέον ως υποστηρικτικό εργαλείο για τη δημιουργία απόκοσμης ατμόσφαιρας και όχι ως ο πρωταγωνιστής που καπέλωνε την επιθετικότητα και ρυθμικότητα των κομματιών. Προσωπικά βλέπω μια μπάντα που δούλεψε με βάση το "παραδοσιακό" της songwriting, και όχι με βάση τις δαιδαλώδεις και άσκοπες κοιλιές του πρόσφατου παρελθόντος. 

Νομίζω πως η θετικότερη έκπληξη του δίσκου ήταν το "The Exonerated". Εδώ οι Dimmu αποφασίζουν να παίξουν κάτι που περισσότερο μοιάζει με MGLA παρά με οτιδήποτε άλλο τους έχουμε ακούσει. Πρόσθεσε τα συμφωνικά, πρόσθεσε και τα δισολίδια, και νομίζω πως έχουμε την πιο μεγαλειώδη τους σύνθεση εδώ και αμέτρητα χρόνια. Θα επανέλθω όμως ξανά. 

Άλλη μια καταιγιστική κιθαριστική σύνθεση είναι το "At the Precipice of Convergence". Το πόδι δεν φεύγει στιγμή από το γκάζι, riffs πάνω σε riffs και με τον Gerlioz να αφήνει τα synths στην άκρη και να παίζει κανονικό πιάνο for a change. 

Tο "Recognizant" αναδεικνύει τα πολλαπλά τους επίπεδα, όμως είναι το "Shadows of a Thousand Perceptions" αυτό στο οποίο έχω σταθεί πολύ εδώ και μερικές μέρες που έχω τον δίσκο στα χέρια μου. Μετά από ένα unassuming intro και ορισμένα πειραματικά twists, έρχεται με ένα καταστροφικό και πολυεπίπεδο δεύτερο μισό, επιβάλλοντας τον εαυτό του στο πάνθεον του καταλόγου τους. Τέλος το "Gjǫll", δηλαδή το παγερό ποτάμι που ρέει στον κάτω κόσμο κατά τη σκανδιναβική μυθολογία, σβήνει το δίσκο με ένα τελετουργικό επίλογο. Σφραγίζει αυτή τη μνημειώδη επιστροφή ρίχνοντάς μας στην υποβλητική του ατμόσφαιρα πριν το ανασήκωμα και τη αποθεωτική καθαρτική κατάληξη. 

Παρά την αδιαμφισβήτητη συνθετική ανωτερότητα του υλικού, το Grand Serpent Rising έρχεται αντιμέτωπο με ένα σημαντικό πρόβλημα. Την διάρκειά του. Αν και είναι εξαιρετικά δύσκολο να απομονώσω, η συνεχόμενη έκθεση σε τόσο πυκνές συνθέσεις αναπόφευκτα μου έφερε ένα κάποιο fatigue. Αν οι Dimmu Borgir επέλεγαν να κρατήσουν περίπου 20 λεπτά μουσικής στο backlog το Grand Serpent Rising θα μεταμορφωνόταν σε μια ασταμάτητη, συμπαγή ηχητική γροθιά χωρίς καμία κοιλιά. Παράλληλα, έχοντας κρατήσει αυτές τις ποιοτικές ιδέες στην άκρη, θα είχαν έτοιμη τη μαγιά για ένα αντίστοιχης κατεύθυνσης follow-up άλμπουμ ή ένα χορταστικό EP σε 2-3 χρόνια. Όλα εγώ θα σας τα λέω πια; 

Πέρα από την πλάκα και την γκρίνια όμως, μιλάμε για μια καθηλωτική επιστροφή στη φόρμα και μια πράξη εξιλέωσης. Μια ηχηρή δήλωση καλλιτεχνικής αναγέννησης, μια απροσδόκητη επιστροφή στις ρίζες και, χωρίς αμφιβολία, η καλύτερη και πιο συμπαγής δουλειά τους εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Όσα και αν πούμε όμως εδώ, τα έγραψαν ήδη οι ίδιοι. Θα σταθώ μονάχα στον στίχο από το "The Exonerated" που κράτησα μαζί μου.

«He who reaches the beginning, shall know no end»

Σαν τον μυθολογικό Ουροβόρο, το concept που διαποτίζει ολόκληρο το άλμπουμ, το τέλος συναντά την αρχή. Όταν καταφέρνεις να επιστρέψεις στην πηγή της αυθεντικότητάς σου, η τέχνη σου δεν έχει ημερομηνία λήξης. Με το να "φτάσουν στην αρχή" λοιπόν, οι Dimmu Borgir κέρδισαν το δικαίωμα να σπάσουν τον γραμμικό χρόνο και να μην γνωρίσουν τέλος. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured