Κάποια συγκροτήματα τα έχω πάντα συνδεδεμένα στο μυαλό μου με λεωφόρους αργά τη νύχτα. Με μια φωτισμένη παραλιακή που περνούσε από τις τεράστιες ταμπέλες των "μπουζουξίδικων" και ραδιόφωνα που έπαιζαν λίγο πιο δυνατά απ’ όσο πρέπει. Οι Foreigner ήταν σίγουρα ένα από αυτά. Παρ’ όλα αυτά, στην πρώτη μεγάλη τους ακμή στον ελληνικό χώρο, κάπου στις αρχές των ‘80s, όταν η WEA εμφανίστηκε αυτόνομα στην ελληνική δισκογραφία και τα πρώτα τέσσερα άλμπουμ τους άρχισαν να κατακλύζουν τα ραδιόφωνα, θυμάμαι τον εαυτό μου να τους σνομπάρει επιδεικτικά. Θυμάμαι, κάποτε το "Double Vision" να κάνει θραύση παντού, αλλά εγώ τότε ήμουν χωμένος μέχρι τον λαιμό σε πιο «ψαγμένες» αναζητήσεις, λες και η μουσική ήταν διαγωνισμός διανοητικής καθαρότητας κι όχι κάτι που καμιά φορά απλώς σε πετυχαίνει καταμεσής της νύχτας και σου κολλάει στο μυαλό για πάντα.
Γεννημένοι στα τέλη των 70s μέσα σε μια Νέα Υόρκη που έβραζε από νέον, καπνό και FM ραδιόφωνα, οι Foreigner ένωσαν ανθρώπους από διαφορετικές πλευρές του Ατλαντικού σαν μια μικρή μουσική συνωμοσία. Για την ακρίβεια σχηματίστηκαν το 1976 στη Νέα Υόρκη από τον Βρετανό κιθαρίστα Mick Jones και τον Αμερικανό τραγουδιστή Lou Gramm, μαζί με τον μπασίστα Ed Gagliardi, τον drummer Dennis Elliott, τον κιμπορντίστα Al Greenwood και τον πολυοργανίστα Ian McDonald (ιδρυτικό μέλος των King Crimson το 1968, για να μην ξεχνιόμαστε). Ακόμα και το όνομά τους έκρυβε μέσα του αυτή τη διπλή ταυτότητα: όπου κι αν ταξίδευαν, οι μισοί θεωρούνταν πάντα "ξένοι".
Από εκεί και πέρα, η ιστορία τους μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Οι Foreigner κατάφεραν να μετατρέψουν το classic rock σε κάτι τεράστιο αλλά και βαθιά συναισθηματικό ταυτόχρονα. Με περισσότερους από 80 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, 10 multi-platinum άλμπουμ και 16 singles που μπήκαν στο Top 30, έγιναν μία από τις σημαντικότερες μπάντες της arena rock εποχής. Ο ήχος τους ισορρόπησε ιδανικά ανάμεσα στην ωμή ενέργεια του hard rock και σε μελωδίες που έμοιαζαν φτιαγμένες για να επιβιώνουν μέσα στον χρόνο, δημιουργώντας τραγούδια που ακόμη ακούγονται σαν φωτισμένες λεωφόροι μιας άλλης Αμερικής.
Από τα ‘90s και μετά, οι Foreigner έμοιαζαν λιγότερο με μια «κανονική» μπάντα και περισσότερο με ένα τεράστιο classic rock πλοίο που αρνιόταν να βυθιστεί, ακόμα κι όταν όλα γύρω του άλλαζαν. Η δεκαετία ξεκίνησε με διάλυση. Ο Lou Gramm αποχώρησε το 1990 για να ακολουθήσει solo πορεία και να δημιουργήσει τους Shadow King, ενώ ο Mick Jones προσπάθησε να κρατήσει το συγκρότημα ζωντανό με νέο τραγουδιστή τον Johnny Edwards. Το αποτέλεσμα ήταν το άλμπουμ Unusual Heat το 1991, ένας δίσκος που απέτυχε εμπορικά αλλά σήμερα κουβαλά κάτι από εκείνη τη χαμένη αίσθηση των early ‘90s, σαν το απόλυτο soundtrack άδειου αμερικανικού mall λίγο πριν κλείσει για πάντα. Κάπου μέσα στο χάος των riots στο Λος Άντζελες το 1992, ο Mick Jones και ο Lou Gramm ξαναβρέθηκαν στο Sunset Marquis Hotel, αποκλεισμένοι από απαγόρευση κυκλοφορίας και ένοπλους φρουρούς στις ταράτσες. Σαν σκηνή από ξεχασμένο noir φιλμ, εκεί αποφάσισαν να ενώσουν ξανά τις δυνάμεις τους. Ο Gramm επέστρεψε και οι Foreigner κυκλοφόρησαν το The Very Best… and Beyond, ενώ λίγο αργότερα ήρθε το Mr. Moonlight το 1994. Παρ’ ότι εμπορικά δεν κατάφερε να επαναφέρει τη μπάντα στην κορυφή, κράτησε ζωντανή τη φλόγα τους σε μια εποχή όπου το grunge είχε ήδη αλλάξει τον χάρτη του rock.
Στα τέλη των ‘90s, τα πράγματα σκοτείνιασαν ακόμα περισσότερο. Ο Lou Gramm διαγνώστηκε με όγκο στον εγκέφαλο το 1997. Η επέμβαση και τα φάρμακα επηρέασαν δραματικά τη φωνή και τη φυσική του κατάσταση. Κι όμως, οι Foreigner συνέχισαν να περιοδεύουν, συχνά σαν φάντασμα μιας άλλης εποχής που επέμενε να ταξιδεύει από πόλη σε πόλη. Το οριστικό τέλος της σχέσης Jones-Gramm ήρθε το 2003. Ή μάλλον, μια ακόμα παύση σε μια σχέση γεμάτη επανασυνδέσεις και αποχωρήσεις. Ο Mick Jones έμεινε ο μοναδικός αυθεντικός πυρήνας της μπάντας και το 2005 εμφανίστηκε ο Kelly Hansen, ο άνθρωπος που ουσιαστικά αναγέννησε τους Foreigner για τον 21ο αιώνα. Δεν προσπάθησε να «αντικαταστήσει» τον Gramm. Έφερε μια νέα arena rock ενέργεια σε μια εποχή που το classic rock ζούσε κυρίως μέσα από νοσταλγία, greatest hits και καλοκαιρινές περιοδείες. Ακολούθησαν συνεχείς περιοδείες, μεγάλες co-headline εμφανίσεις με Def Leppard, Styx, Journey και Kansas, ενώ το Can’t Slow Down του 2009 έγινε το πρώτο πραγματικά νέο και επιτυχημένο κεφάλαιο της μπάντας μετά από πολλά χρόνια. Την ίδια στιγμή, τα social media και οι streaming πλατφόρμες άρχισαν να ξανασυστήνουν τους Foreigner σε νεότερες γενιές που ίσως να μην είχαν πιάσει ποτέ βινύλιο στα χέρια τους.
Η δεκαετία του 2010 έφερε τιμές, αναδρομές και απώλειες. Ο Mick Jones και ο Lou Gramm μπήκαν στο Songwriters Hall of Fame το 2013, ενώ το 2014 πέθανε ο original μπασίστας Ed Gagliardi έπειτα από μάχη με τον καρκίνο. Οι Foreigner συνέχισαν να περιοδεύουν ασταμάτητα, ακόμα κι όταν ο ίδιος ο Jones αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και αναγκαζόταν συχνά να απουσιάζει από συναυλίες. Κι όμως, παρά τις αλλαγές, τις ασθένειες, τις αποχωρήσεις και τις επανεκκινήσεις, οι Foreigner συνεχίζοουν. Σαν εκείνες τις παλιές αμερικανικές ροκ μπάντες που μοιάζουν να υπάρχουν μόνιμα κάπου στον ορίζοντα: ανάμεσα σε φορτηγά που διασχίζουν πολιτείες, ξεθωριασμένες αφίσες συναυλιών και ραδιόφωνα που εξακολουθούν να παίζουν το "I Want To Know What Love Is" λες και ο χρόνος δεν πέρασε ποτέ πραγματικά.
Στις 27 Ιουνίου οι Foreigner φτάνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μια χώρα που τους αγάπησε σχεδόν παράδοξα πολύ για μπάντα αυτού του μεγέθους, κουβαλώντας μαζί τους δεκαετίες από ραδιοφωνικές μνήμες, arena rock ύμνους και αμερικανικές νύχτες από νέον. Πλέον, μπροστάρης αυτής της νέας εποχής είναι ο Luis Maldonado, ο μουσικός που ανέλαβε να συνεχίσει μια από τις πιο εμβληματικές φωνητικές και συναισθηματικές κληρονομιές του classic rock χωρίς να προσπαθεί να την αντιγράψει σαν κακέκτυπο παλιάς δόξας. Τη συναυλία θα ανοίξει ως special guest ο Κώστας Τουρνάς, με ένα δυναμικό set πλαισιωμένος από τέσσερις μουσικούς και τρεις γυναικείες φωνές. Με πορεία που ξεπερνά τις πέντε δεκαετίες, αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής rock σκηνής, ενώ το μελωδικό, κλασικό rock ύφος του ταιριάζει ιδανικά με τον διαχρονικό ήχο των Foreigner και αναμένεται να προετοιμάσει ιδανικά το κοινό για τη συνέχεια της βραδιάς.
Με αφορμή την επερχόμενη πρώτη τους συναυλία στην Ελλάδα, μιλήσαμε με τον νέο frontman των Foreigner, Luis Maldonado, για το βάρος μιας τόσο ιστορικής κληρονομιάς, τη σχέση του με τον Lou Gramm και τον Mick Jones, τη μουσική ως πνευματική εμπειρία σε μια εποχή αλγορίθμων, αλλά και για το πώς το classic rock μπορεί να συνεχίσει να αναπνέει χωρίς να μετατραπεί σε μουσείο νοσταλγίας.
- Μπαίνοντας στους Foreigner ως ο νέος βασικός τραγουδιστής, ουσιαστικά κληρονομείς μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές και καταλόγους τραγουδιών στην ιστορία του classic rock. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον σεβασμό αυτής της κληρονομιάς και στη δική σου προσωπικότητα μέσα στη μπάντα;
«Να είσαι αληθινός με τη μουσική και αληθινός με τον εαυτό σου». Ξέρεις, όταν παίζεις αυτή τη μουσική, καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα πως δεν χωράνε πολλά κόλπα. Δεν μπορείς να μπεις μέσα σε έναν τόσο ιστορικό ήχο φορώντας μάσκα, γιατί το ίδιο το κοινό θα στην ξεριζώσει μέσα σε δέκα λεπτά. Για μένα, αυτός ήταν πάντα ο πιο τίμιος τρόπος να τιμήσω την κληρονομιά αυτής της μπάντας. Όχι αντιγράφοντας το παρελθόν σαν κάποιο μουσικό μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, αλλά κουβαλώντας το πνεύμα της πάνω στη σκηνή χωρίς να προσποιούμαι κάτι που δεν είμαι.
- Έχεις ήδη μοιραστεί τη σκηνή με τον Lou Gramm και έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη του Mick Jones. Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή που ένιωσες πραγματικά πως η σκυτάλη πέρασε στα χέρια σου;
To είπες κι εσύ. Το γεγονός ότι με αναγνώρισαν και με εμπιστεύτηκαν τα δύο ιδρυτικά μέλη της μπάντας, μου δίνει ό,τι χρειάζομαι για να συνεχίσω με καθαρό μυαλό. Είναι πραγματικά τιμή και κάτι που δεν αντιμετωπίζω ποτέ ελαφρά.
- Τα τραγούδια των Foreigner έχουν επιβιώσει μέσα από γενιές, αλλαγές εποχών, τάσεις, ακόμα και ολόκληρες καταρρεύσεις της μουσικής βιομηχανίας. Γιατί πιστεύεις ότι κομμάτια όπως το “I Want to Know What Love Is” ή το “Cold as Ice” συνεχίζουν να συνδέονται με τον κόσμο σήμερα;
Πιστεύω πως οτιδήποτε δημιουργείται με αληθινό πάθος και αυθεντικότητα μπορεί πάντα να βρει τρόπο να αγγίξει τους ανθρώπους. Οι Foreigner κατάφεραν να περάσουν μέσα από διαφορετικές γενιές αλλά και διαφορετικές κουλτούρες χωρίς να χάσουν αυτή τη σύνδεση. Τα τραγούδια τους χρησιμοποιήθηκαν σε ταινίες, σειρές, ταξίδεψαν μέσα από νέα μέσα και πλατφόρμες, αλλά νομίζω πως ο βασικός λόγος που αντέχουν ακόμη είναι επειδή έχουν κάτι διαχρονικό μέσα τους. Και φυσικά επειδή αυτή η μπάντα συνεχίζει να ανεβαίνει στη σκηνή και να δίνει πραγματικά δυνατές συναυλίες.
- Προέρχεσαι από ένα υπόβαθρο που περνά μέσα από hard rock, την στούντιο παραγωγή, latin επιρροές και μπόλικη session δουλειά. Τι νέο είδος ενέργειας πιστεύεις ότι φέρνεις δημιουργικά στους Foreigner;
Έχω πάθος για τη μουσική και τη θέληση να δίνω τα πάντα γι’ αυτήν. Ποτέ δεν μπήκα στη μουσική για να κάνω «καριέρα» ή για να γίνω «δημοφιλής». Για μένα, η μουσική ήταν πάντα τρόπος ζωής και τρόπος σκέψης. Πιστεύω ότι είναι μια «γλώσσα» που συνδέει τους ανθρώπους. Οπότε, αν έχω φέρει κάποια νέα ενέργεια μέσα σε αυτό το σχήμα, είναι κυρίως ο απόλυτος σεβασμός απέναντι στη δύναμη της μουσικής και η ανάγκη να δίνω όλο μου τον εαυτό πάνω στη σκηνή. Νιώθω πως αυτό προσθέτει μια έντονη δυναμική και έναν ηλεκτρισμό στις συναυλίες μας.
- Πρόσφατα ηχογράφησες μια ισπανική εκδοχή του “I Want to Know What Love Is”. Το να επιστρέψεις σε ένα τόσο εμβληματικό τραγούδι μέσα από μια άλλη γλώσσα, άλλαξε τη συναισθηματική σου σχέση μαζί του;
Ναι, άλλαξε τον τρόπο που το βλέπω σε πολύ βαθύτερο επίπεδο. Πάντα αγαπούσα τον ουσιαστικό και συναισθηματικό πυρήνα του τραγουδιού και φυσικά την ερμηνεία του Lou. Όταν όμως το ηχογράφησα στα ισπανικά, ένιωσα ότι ήρθα ακόμη πιο κοντά στην πραγματική πρόθεση και ουσία του κομματιού, έτσι όπως είχε γραφτεί εξαρχής. Πλέον νιώθω ότι έχει γίνει μέρος μου και πως κουβαλάω κι εγώ ένα κομμάτι του μέσα μου.
- Το μουσικό σου ταξίδι ξεκίνησε με σπουδές στην κλασική κιθάρα και τελικά σε οδήγησε σε αρένες σε όλο τον κόσμο. Κοιτώντας πίσω, τι ήταν αυτό που κράτησε ζωντανή τη σχέση σου με τη μουσική μέσα από όλες αυτές τις διαφορετικές φάσεις;
Νομίζω πως ήταν πάντα η καθαρή μου αγάπη για τη μουσική που με κράτησε σε μια σταθερή πορεία. Δεν σταμάτησα ποτέ να εξελίσσομαι ή να μαθαίνω διαφορετικά μουσικά στυλ και είδη. Πάντα ήθελα να είμαι μέρος της σωματικής και σχεδόν πρωτόγονης δύναμης που έχει η μουσική και για μένα υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας μέσα από αυτήν. Αν μπορώ να μεταδώσω αυτό το συναίσθημα της ελευθερίας μέσω της μουσικής, τότε νιώθω πως έχω προσφέρει κάτι ουσιαστικό.
- Έχεις συνεργαστεί με καλλιτέχνες από εντελώς διαφορετικούς μουσικούς κόσμους, από τους Train και τους UFO μέχρι τη Lisa Marie Presley. Τι σου δίδαξαν όλες αυτές οι εμπειρίες για την ανθρώπινη πλευρά της μουσικής, πέρα από την τεχνική και την performance;
Η μουσική είναι μόνο ένα μέρος της διαδρομής. Το να χτίζεις χαρακτήρα, να εξελίσσεσαι ως άνθρωπος μέσα από την performance σου ώστε να συνδέεσαι με ένα κοινό, αλλά και να αναπτύσσεσαι ψυχολογικά, είναι εξίσου σημαντικό. Και όλα αυτά πηγαίνουν πέρα από τη μουσική. Ακόμη προσπαθώ να γίνω η καλύτερη εκδοχή του ανθρώπου που μπορώ να είμαι και αυτό ξεπερνά τη μουσική. Η μουσική είναι το μέσο μέσα από το οποίο μπορώ να προσφέρω στην οικογένειά μου, στους φίλους μου και στον κόσμο γύρω μου. Και δεν ξεχνώ ποτέ την ανθρώπινη πλευρά μου μέσα σε όλη αυτή την απίστευτη μουσική ζωή.
- Πολλοί μουσικοί σήμερα μιλούν για burnout, αλγόριθμους και για τη μουσική που μετατρέπεται σε “content”. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια μέσα στη βιομηχανία, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σε κάνει να νιώθεις ιερό απέναντι στη μουσική;
Το πνεύμα της performance είναι κάτι που δεν αγγίζεται. Οι αριθμοί δεν έχουν σημασία όταν καταφέρνεις να δημιουργήσεις μια αληθινή σύνδεση με τους ανθρώπους. Αυτό είναι μεγαλύτερο από οποιαδήποτε φόρμα ή συνταγή. Είναι σχεδόν πνευματικό. Δεν μπορείς να βάλεις το πνεύμα μέσα σε ένα κουτί.
- Ως άνθρωπος που γεννήθηκε στο Μεξικό και μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες, νιώθεις ότι η ταυτότητά σου έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις τη σύνθεση και την performance;
Δεν το βλέπω τόσο από πολιτισμική σκοπιά, αλλά περισσότερο μέσα από την πλευρά ενός ευάλωτου ανθρώπου. Η ταυτότητά μου είναι αυτή ενός ανθρώπου που ζει αυτή τη γη και προσφέρει τη δική του συμβολή σε αυτήν. Γράφω ό,τι γράφω εξαιτίας όλων όσων έχω ζήσει. Τις χαρές μου, τις στεναχώριες μου, τις νίκες μου, τις αποτυχίες μου, την οικογένειά μου, τις ζωές και τους θανάτους γύρω μου… όλα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που γράφω.
- Οι Foreigner είναι μια μπάντα βαθιά συνδεδεμένη με τη νοσταλγία για πολύ κόσμο, όμως εσύ μπαίνεις σε αυτήν μέσα σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Πώς κρατάς ζωντανό το classic rock χωρίς να το μετατρέπεις σε μουσείο;
Πολύ καλή ερώτηση. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι αυτή η μουσική συνεχίζει να αγγίζει τους ανθρώπους επειδή οι νεότερες γενιές ανακαλύπτουν τώρα τους Foreigner για πρώτη φορά. Ακούνε αυτά τα τραγούδια και επηρεάζονται από αυτά, ακριβώς όπως συνέβη και με εμάς όταν ήμασταν νεότεροι. Είναι σαν να λέμε πως αυτοί οι νεότεροι άνθρωποι είναι το νέο “NEW”, όπως ακριβώς ήταν όταν πρωτοκυκλοφόρησαν αυτά τα τραγούδια. Οπότε το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο, απλώς περνά μέσα από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές γενιές. Στον σημερινό κόσμο, το internet και τα social media, πράγματα όπως το TikTok και το Instagram, έχουν βοηθήσει ώστε η μουσική των Foreigner να φτάσει σε ένα πολύ μεγαλύτερο και νεότερο κοινό. Και στο τέλος της ημέρας, οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε ένα πράγμα: την αυθεντικότητα. Και η μουσική των Foreigner είναι πραγματικά αυθεντική.
- Eίπες πιο πριν ότι η μουσική είναι κάτι που υπήρχε πάντα μέσα στη ζωή σου. Θυμάσαι το πρώτο τραγούδι, την πρώτη συναυλία ή τη στιγμή που κατάλαβες πως αυτό δεν ήταν απλώς ένα χόμπι, αλλά ολόκληρη η διαδρομή σου;
Ποτέ δεν είδα τη μουσική σαν χόμπι. Ποτέ. Ήταν πάντα για μένα μια βαθιά γλώσσα ήχου και έκφρασης. Ήξερα από τη στιγμή που άκουσα οποιοδήποτε είδος μουσικής ότι αυτός ήταν ο δρόμος μου. Βλέποντας ανθρώπους από τόσα διαφορετικά μέρη του κόσμου να ενώνονται μέσω της μουσικής, κατάλαβα ότι υπάρχει μια δύναμη και μια ενέργεια πίσω από όλο αυτό. Πάντα ένιωθα πως είμαι κομμάτι αυτής της υπηρεσίας προς τη ζωή. Η μουσική υπάρχει παντού. Σε τελετές, γιορτές, κηδείες, εκκλησίες, ταινίες, αθλητικά γεγονότα, διαφημίσεις, ασανσέρ, σούπερ μάρκετ… συνεχίζεται παντού. Ποτέ δεν υποτίμησα τη δύναμη και την επίδραση που έχει η μουσική πάνω στους ανθρώπους.
- Υπάρχει κάτι βαθιά συναισθηματικό στο να μπαίνεις σε μια θρυλική μπάντα σε μια εποχή όπου η rock μουσική μοιάζει συχνά να έχει εκτοπιστεί από το mainstream. Το να βρίσκεσαι σήμερα στους Foreigner, σου δημιουργεί την αίσθηση μιας ευθύνης να διατηρήσεις κάτι μεγαλύτερο από την ίδια τη μπάντα ζωντανό;
Το όραμα του Mick Jones ήταν πάντα να φτάσει αυτή η μουσική σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και να τη διατηρήσει ζωντανή. Ο στόχος είναι απλός. Να συνδεόμαστε μεταξύ μας και να διαλύουμε τα σύνορα. Αυτό είναι κάτι που πάντα θαυμάζω και είμαι πολύ περήφανος που αποτελώ μέρος του. Και όσο για το αν η rock μουσική έχει «εκτοπιστεί», ίσως να έχεις ένα δίκιο, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι η rock δεν θα πεθάνει ποτέ. Όπως ακριβώς δεν θα πεθάνει ποτέ η jazz ή η κλασική μουσική. Βρίσκεται μέσα στο DNA κάθε κουλτούρας. Οι σωστοί άνθρωποι θα συνεχίσουν να τη μεταφέρουν μέσα στους αιώνες.
INFO: FOREIGNER
Οι Θρυλοι Του Classic Rock Ερχονται Για Πρωτη Φορα Στην Ελλαδα! • Celebrating 50 Years
Opening Act Κώστας Τουρνάς
27 IOYNIOY 2026
ΟΑΚΑ – ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΗΣ (ΤΕΝΝΙΣ ΟΑΚΑ)
ΤΙCKETS: https://www.ticketservices.gr/event/foreigner/?lang=el







