Ο Action Bronson αποτελεί έναν από τους πιο ιδιαίτερους καλλιτέχνες των 2010s που έχουν ξεπηδήσει από την Νέα Υόρκη. Έχοντας συνεργαστεί με μερικούς από τους εμβληματικότερους εκπροσώπους του ανατολικού ήχου, όπως τον Statik Selektah και τον The Alchemist, ενώ έμενε αρκετά πιστός στον sample based ήχο του boom bap με τα heavy drums, πάντα είχε στιγμές που παραστρατούσε και χάραζε την δική του πορεία, ολοένα και πιο μακριά από τον κόσμο του εμπορικού και του mainstream. Το ξεχωριστό του delivery, που πολλές φορές έμοιαζε με ομιλία, σχεδόν off-beat, οι ξεκαρδιστικές του ατάκες και οι πάμπολλες αναφορές του σε προσωπικότητες του αθλητισμού και στο φαγητό ήταν τα στοιχεία που τον ξεχώρισαν την προηγούμενη δεκαετία, διαλέγοντας με το πέρασμα του χρόνο όλο και πιο αντισυμβατικές και αργές παραγωγές να ντύσουν τα verses του.
Μετά από μια σειρά ιδιαίτερων κυκλοφοριών, οι οποίες έφεραν την καλλιτεχνική του σφραγίδα και στο εξώφυλλό τους, τα οποία ήταν ζωγραφισμένα στο χέρι από τον ίδιο, ο Action συνέχισε σε παρόμοιο μονοπάτι και στο PLANET FROG. Επιστρατεύοντας γνώριμα πρόσωπα στις παραγωγές, δημιουργήθηκε ένα συνονθύλευμα rap με πολλά indie rock, gospel ή και folk χαρακτηριστικά, το οποίο συνδυάζει τα εκκεντρικά και βρώμικα samples των Daringer, Kenny Beats και Harry Fraud, με την ιδιαίτερη πινελιά της live ενορχήστρωσης των the Human Growth Hormone, της μπάντας που συνοδεύει τον Bronson και στα live του. Πόσο συχνά θα ακούσει κανείς ένα κομμάτι σαν το “VHS”, όπου πάνω σε ένα 70s rock sample που είναι σε ¾ ο Bronson με το σχεδόν ομιλητικό του flow και την χαρακτηριστική του χροιά να φτύνει μπάρες όπως: «Smash you with the PlayStation controller uncontrollably, Doctor Baklava, you know it's me, I'll easily place a submission hold on your knee, All alone in the M3», οι οποίες συνοψίζουν την υπεροψία του, την αγάπη του για χλιδάτη ζωή και MMA, το alter-ego του, αλλά και το χιούμορ του μέσα σε 4 μπάρες. Ή επίσης πόσοι ξεκινάνε τον δίσκο τους, στο “LEBRON HENNESEY” με ένα τόσο χαριτωμένο και νοσταλγικό gospel sample από πίσω, λέγοντας «Two shots of the Lebron Hennesey, turned me to Brian Dennehy, flyin’ centipede, getting head under the lemon tree», ένα από τα πολλά καυστικά και γεμάτα σουρεαλιστικές εικόνες και χιούμορ τετράστιχα του δίσκου. Και αυτό είναι μια μικρή επίγευση του αφηρημένου και απρόβλεπτου λυρισμού του Action με τους λάτρεις των αναφορών σε ποπ κουλτούρα, φαγητό και αθλητισμό, σε συνδυασμό με αμφιλεγόμενο χιούμορ και μπόλικο κομπασμό να τρέφονται για ώρες. Βέβαια ο πιο καυστικός και αμφιλεγόμενος στίχος ανήκει στον Lil Yachty, στο leading single και ένα από τα προσωπικά αγαπημένα μου του δίσκου, “TRICERATOPS”, όπου υπό τον ήχο ενός ψυχεδελικού synth και laid back drums, μετά από μια μικρή παύση ξεστομίζει το «Told her I want all neck just like Tyler Robinson», δείγμα της προσπάθειας του Yachty να ματσάρει το vibe του ίδιου του Bronson και του κομματιού γενικότερα, με ιδιαίτερη επιτυχία όχι μόνο στιχουργικά, αλλά και ερμηνευτικά.
Όσο προχωράει ο δίσκος ξεδιπλώνεται η πλούσια και εκκεντρική μουσική παλέτα του δίσκου. Πάρτε για παράδειγμα το “MY BLUE HEAVEN” ή το “IGUANA”, τα οποία αμφότερα θυμίζουν πιο πολύ ανοιχτό jazz jam, με τον Action απλά να πιάνει το μικρόφωνο και να ξεδιπλώνει την χαρισματική του προσωπικότητα, ή το σκοτεινό “MUTATIONS”, όπου η απουσία drums κάνει το flow του να δείχνει ακόμα πιο abstract και χαοτικό, απλωμένο στο μέτρο. Εξίσου ξεχωριστό και ιδιαίτερο είναι και το “CHUTNEY”, ένα τραγούδι, δίχως στίχους, που μυρίζει Βαλκάνια, τιμώντας και την αλβανική ρίζα του Bronson, όπου οι the Human Growth Hormone jammάρουν για 3 λεπτά, με το αποτέλεσμα να θυμίζει πιο πολύ ένα γιορτινό βαλκάνιο γλέντι γάμου, παρά ένα hip hop κομμάτι.
Πέρα από την αναμενόμενα καλή ερμηνεία του “Mr. Baklava”, σε εξίσου ψηλά επίπεδα κυμαίνονται και οι guests του δίσκου. Πέρα από τον προαναφερθέν Lil Yachty, ένα feat που όσο random και αταίριαστο και να ακούγεται, συνδύασε δύο διαφορετικούς κόσμους, ενωμένους στη βάση του χιούμορ και του braggadocious rap, βαρετά καλή ήταν και η εμφάνιση του Roc Marciano στο “ PEPPERS”, ο οποίος έκανε για ακόμη μια φορά τον....Roc Marciano, με μπόλικο στυλ, στίχους γεμάτους wordplay, gangsterιλίκι και υπεροψία και flow που μοιάζει με το πιο smooth surfer πάνω στη θάλασσα. Ανέλπιστα καλή ήταν και η εμφάνιση του Meyhem Lauren, ο οποίος ενώ προσωπικά μου φαίνεται πολύ μονοδιάστατος σαν ράππερ, κατάφερε να συμβαδίσει, στιχουργικά και ερμηνευτικά, με την ηλεκτρική κιθάρα στο sample του “MANDEM”, αλλά και το vibe του Bronson. Ωστόσο, το βραβείο του με διαφορά πιο απροσδόκητου feat στο δίσκο, πάει στο verse του Clovis Ochin στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου, “SIMONE”. Όντας Γάλλος οινοποιός, rapper και χρόνιος συνεργάτης του Bronson στην ιντερνετική μαγειρική του εκπομπή, “F*ck That’s Delicious”, παρόλο που δεν κατάλαβα λέξη από το τι είπε, ήταν η πιο ταιριαστή προσθήκη πάνω σε ένα beat που ευωδιάζει χλιδή και απόλαυση, μεταφέροντας μας από τον βαλκάνιο και πανηγυρικό τόνο του “CHUTNEY”, στην bon viveur πλευρά του Bronson.
Το PLANET FROG εμπεριέχει ότι αναμένει κανείς λίγο, πολύ από τον Action Bronson σε επίπεδο ερμηνείας, χαρίζοντας άπειρες στιγμές στο δίσκο που θα σε κάνουν να πατήσεις το Pause για να χωνέψεις λίγο το τι είπε. Το αργό και αφηρημένο του flow έντυσε με παραγωγές οι οποίες πήγαν ένα βήμα πιο αριστερά, επιστρατεύοντας ακόμα περισσότερο στοιχεία από άλλες μουσικές, πολλές φορές ασύνδετες τελείως με το hip-hop, τα οποία είτε αρέσουν στον ακροατή είτε όχι, σίγουρα είναι μια νέα, προκλητική εμπειρία για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με το πεδίο του πιο abstract και underground hip-hop. Δεν είναι ο δίσκος που θα αλλάξει τον κόσμο, και σίγουρα δεν θα ανατρέψει τη μουσική σκηνή, αλλά σίγουρα είναι ένας δίσκος που αξίζει να ακούσουν όλοι οι Rap Heads, και όχι μόνο, με τον ίδιο τον Bronson να απορρίπτει παντελώς το mainstream, και να χαράζει έναν ακόμα πιο αντισυμβατικό δρόμο, πάντα με τη δική του ιδιαίτερη και αλλόκοτη πινελιά, προσφέροντάς μας την πιο ενδιαφέρουσα δουλειά του εδώ και αρκετά χρόνια.






