Full Metal Bracket Απρίλιος 2026

Immolation – Descent

Όταν συζητάμε για τους ακρογωνιαίους λίθους του αμερικανικού και όχι μόνο Death Metal, το όνομα των Immolation δεν επιδέχεται καμίας αμφισβήτησης. Έχοντας αφήσει πίσω τους μια αψεγάδιαστη κληρονομιά που ξεκίνησε το 1991 με το μυθικό Dawn of Possession, και τελειοποιήθηκε στο Close To A World Below η παρέα από το Yonkers της Νέας Υόρκης επιστρέφει εν έτει 2026 για να μας ισοπεδώσει ξανά. Τέσσερα χρόνια μετά το εξαιρετικό Acts of God, το δωδέκατο πόνημά τους, με τον λακωνικό και δυσοίωνο τίτλο Descent, αποδεικνύει πως όχι μόνο δεν έχουν χάσει την έμπνευσή τους, αλλά συνεχίζουν να βυθίζονται σε ολοένα και πιο σκοτεινά και τεχνικά ηχητικά πηγάδια. 

Σε έναν χώρο όπου η "πλαστική" παραγωγή τείνει να γίνει μάστιγα για πολλές σύγχρονες μπάντες, οι Immolation κρατούν τον ήχο τους οργανικό, 100% χαρακτηριστικό αλλά πάνω από όλα… ογκώδη. Το ίσως κορυφαίο ενεργό κιθαριστικό δίδυμο των Robert Vigna και Alex Bouks είναι για άλλη μια φορά σήμα κατατεθέν με τα riffs του πρώτου να είναι όπως πάντα στρυφνά και δυσαρμονικά σε σημείο να προκαλούν ίλιγγο, σαν κάθε ακόρντο να διαλύει τον ιστό της πραγματικότητας, όμως παράλληλα ακραία εθιστικά. Βρίσκονται σε αυτήν την τέλεια ισορροπία. Φυσικά το μπάσο του Dolan δίνει το απαραίτητο βάθος και όγκο, δένοντας το σύνολο με ένα αδιαπέραστο τείχος από χαμηλές συχνότητες όσο τα τύμπανα του Shalaty σφυροκοπούν αδυσώπητα. Δεν υπάρχει άλλη μπάντα στον κόσμο που έχει καταφέρει αυτό το επίπεδο σταθερότητας μετά από τόσες κυκλοφορίες. Από την αρχή του το άλμπουμ δεν αφήνει περιθώρια. Μετά από ένα πολύ σύντομο intro, το "These Vengeful Winds" δεν αργεί να δείξει όλα τα όπλα που οι Immolation κρύβουν ακόμα στην φαρέτρα τους. Εθιστική βία, παγωμένη ατμόσφαιρα και κάποιες υποβόσκουσες μελωδίες που κάνουν το σκοτάδι να φαντάζει επικό. Ό,τι κοντινότερο έχουν γράψει στο "A Glorious Epoch", ενώ η μετάβαση στο "The Ephemeral Curse" μας πνίγει στη δίνη των blast beats.

Στο "God's Last Breath" το τέμπο πέφτει αρκετά για χάρη του βάρους και του όγκου. Τουλάχιστον στο πρώτο του μισό. Ακολουθεί ένα από τα καταστροφικότερα breakdowns της καριέρας τους πριν αφεθεί στη δίνη των blasts και του χάους μέχρι το κλείσιμο σαν δύο κυκλώνες που συναντιούνται. 

Τα αρμονικά overtunes πίσω από το ρεφρέν και το κλείσιμο του "Adversary" είναι από τις πιο μεγαλειώδεις στιγμές της δισκογραφίας τους, ενώ το "Attrition" συνθλίβει με το doomy pacing του και το χαμηλό κούρδισμα της κιθάρας, με έναν Dolan σε φωνητικά βαθύτερα από ποτέ. Η φιλοσοφία των Immolation ήταν ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένη με την κριτική στις οργανωμένες θρησκείες και τη σκοτεινή, διεφθαρμένη φύση της ανθρωπότητας. Στο Descent, το λυρικό κόνσεπτ εμβαθύνει στην πτώση της πίστης, την ανθρώπινη ματαιοδοξία και την αναπόφευκτη καταστροφή. Είναι μια ωμή αντανάκλαση των φόβων μιας κοινωνίας που νοσεί. Το "Bend Towards the Dark" είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της νέας εποχής των Immolation και αυτού του rejuvination των τελευταίων ετών, ενώ το "Host", με το αργό και ritualistic groove του είναι σίγουρα το πιο “διαφορετικό” κομμάτι που έχουν γράψει και το απόλυτο masterclass του Steve Shalaty

Λάτρεψα το "Banished" σαν ατμοσφαιρικό mood piece όμως παράλληλα έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται πως αυτό που χρειάζομαι για να κατοχυρωθεί το Descent στο μυαλό μου μαζί με τους κλασσικούς Immolation δίσκους, είναι ένα κλασσικό Immolation outro, αντίστοιχο με αυτό του Unholy Cult με το μαγικό "Bring Them Down" ας πούμε. Ίσως το έκανα manifest, καθώς ο κλείσιμο με το 6λεπτο ομώνυμο "Descent"  δεν θα μπορούσε να είναι πιο κοντά σε αυτό που ήλπιζα. Ακούγεται σαν το soundtrack μιας ύστατης αποκάλυψης. 

Το Descent είναι ένα μνημείο ηχητικής βίας και ερεβώδους ατμόσφαιρας. Οι Immolation παίρνουν τον τροχό που οι ίδιοι έχουν σφυρηλατήσει με αίμα, τον κάνουν όσο βαρύ και όσο αιχμηρό του αρμώζει και περνάνε από πάνω μας with no regard for human life που είχε πει και ο θρυλικός Kevin Harlan, μιας και βρισκόμαστε σε ρυθμούς play off και ο Βασιλιάς still does Βασιλιάς things.  Το δωδέκατο άλμπουμ τους είναι άλλη μια υπενθύμιση ότι η παρέα του Dolan και του Vigna παραμένει αξεπέραστη όταν πρόκειται για αυθεντικό, ασυμβίβαστο, και κυρίως οργανικό death metal. 


Reeking Aura – On the Promise of the Moon

Οι Reeking Aura δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Εδρεύουν στη Νέα Υόρκη και αποτελούνται από βετεράνους της σκηνής που έχουν θητεύσει σε μπάντες όπως οι Unearthly Trance, Buckshot Facelift, Grey Skies Fallen αλλά κυρίως οι τρομεροί βιρτουόζοι του death metal, Afterbirth. Το πρόβλημα μου με το είδος είναι πως οι περισσότερες μπάντες σήμερα στον χώρο του brutal death εστιάζουν στην ταχύτητα και στα στείρα και απανωτά slams. Οι Reeking Aura από την άλλη επιλέγουν να βαδίζουν κυρίως τον δρόμο της ατμόσφαιρας και της πολυπλοκότητας. Είναι ένα πολυεπίπεδο οικοδόμημα που επαναπροσδιορίζει πώς μπορεί να ακούγεται το Death Metal το 2026 και το κλειδί στην ταυτότητά τους είναι η χρήση τριών κιθαριστών. Πολλές κιθαριστικές γραμμές που παίζουν με ημιτόνια και "λάθος" νότες που δημιουργούν μια συνεχή κατάσταση ανησυχίας παρόμοια με την αίσθηση που αφήνουν οι Gorguts στην Obscura εποχή τους, χωρίς προφανώς να παράγουν το ίδιο χάος με τους τελευταίους. 

Αν μπορούσα να το περιγράψω με δύο λέξεις, αυτές θα ήταν “μοντέρνος αταβισμός”. Το On the Promise of the Moon είναι τόσο τόσο επιστροφή στις ωμές ρίζες του είδους, με την οργανική σήψη των Suffocation να συναντά μια πιο μοντέρνα οπτική σε λαβύρινθους από χαοτικά riffs. 

Οι τρεις κιθάρες πλέκουν διαφορετικές γραμμές, κάνοντας το αποτέλεσμα να ακούγεται σχεδόν ορχηστρικό.

To εκπληκτικό "Concrete Basin Bath" σημάνει το καταιγιστικό ξεκίνημα με απόλυτη βία. Εισάγει όμως μερικές μελωδικές γραμμές που θυμίζουν την Σουηδική σχολή (της Στοκχόλμης κυρίως).  Η μίξη και το mastering από τον θρυλικό Dan Swanö, ο οποίος έχει κάνει τρομερή δουλειά, και σίγουρα έβαλε το λιθαράκι του για να πετύχουν αυτό το κράμα. Άλλος ένας λόγος που ο δίσκος αυτός στέκεται πάνω από τις κυκλοφορίες των τελευταίων ετών είναι η συναισθηματική του νοημοσύνη. Δεν είναι μουσική για το γυμναστήριο βρε παιδάκι μου, πως να το εξηγήσω καλύτερα; Είναι death metal για να γαργαλίσεις το υποσυνείδητό σου. 

Το "A Forlorn and Frozen Vapor" παίζει αρκετά με τις αντιθέσεις. Είναι το πιο μελωδικό κομμάτι στο δίσκο, με ακόμα περισσότερη Σουηδία μέσα του, όμως και με αρκετά ήρεμα και μελαγχολικά περάσματα σε πλήρη αντίθεση με τα φωνητικά. Βγαλμένα απευθείας από το Nespithe των Demilich με τον Will Smith (ex Artificial Brain) να παραδίδει masterclass καριέρας. 

Το "Gorged Beyond Grudges" εισάγει μια βαρύτερη και πιο doomy ατμόσφαιρα, με το μακρόσυρτο riff να συνοδεύεται από ένα εξίσου καταστροφικό breakdown. Ξεκινάει ως ένας οδοστρωτήρας και καταλήγει σε μια εφιαλτική ψυχεδέλεια που ελάχιστες μπάντες του χώρου τολμούν να αγγίξουν. Στο ίδιο μήπως κύμματος το "Manure Like Magma" είναι ένα τραγούδι τόσο λασπώδες που μπορώ σχεδόν να το μυρίσω. Άλλη μια επίδειξη επίσης του εύρους του Smith πίσω από το μικρόφωνο με μερικές κραυγές που μοιάζουν περισσότερο με Silencer παρά με death metal. To "What Only Worms Witness" μας εισάγει στο δεύτερο μισό του δίσκου με το απόλυτο και συμβατικότερο highlight. Ένας χορός από riffs που ξεκινά Suffocation και καταλήγει σε ένα upbeat, σχεδόν ηρωικό μελωδικό κλείσιμο που έχει πυρωθεί στο μυαλό μου εδώ και πολλές μέρες. Κάπως έτσι θα ακούγονταν οι Intestine Baalism το 2026. 

Με μολις 32 λεπτάκια διάρκεια, δεν έχει και δεν προλαβανει να έχει ούτε ένα δευτερόλεπτο λίπους.  Είναι, χωρίς υπερβολή, το νέο σημείο αναφοράς για το είδος.


Terror – Still Suffer 

Για να κατανοήσουμε το Still Suffer, πρέπει πρώτα να δούμε το τοπίο του σκληρού ήχου σήμερα. Το hardcore έχει γνωρίσει μια τεράστια εμπορική και εγώ θα τολμίσω να πω και ποιοτική άνθιση ακόμα και αν δεν συμφωνώ με όλες τις ηχητικές κατευθύνσεις. Νέες μπάντες πειραματίζονται με post rock, με το shoegaze, το death metal, το industrial και κυριολεκτικά ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Μέσα σε αυτή τη δίνη αλλαγών και τάσεων λοιπόν, οι Terror στέκονται σαν ένας αρχαίος μονόλιθος. Ο Scott Vogel είναι ο Ιεροκήρυκας του πεζοδρομίου. ο Θεσμοφύλακας της αυθεντικόντας και ο εκπρόσωπος του μοντέρνου hardcore. Όποιος έχει επιβιώσει από live τους, όπως η ισοπεδωτική τους εμφάνιση στο Arch το 2024 περίπου τέτοια εποχή, ξέρει. Ο άνθρωπος είναι ο απόλυτος ενορχηστρωτής της βίας. Η πιο κτηνώδης και έντονη συναυλιακή εμπειρία που είχα ποτέ

Το νέο άλμπουμ είναι μια ωδή στην ανθεκτικότητα, όχι μόνο απέναντι στις δυσκολίες της ζωής, αλλά και απέναντι στη φθορά του χρόνου στη μουσική βιομηχανία. Ακόμα νιώθουμε, ακόμα υποφέρουμε άρα είμαστε ακόμα ζωντανοί. Η επιλογή να συνεργαστούν ξανά με τον Todd Jones (Nails) και τον Taylor Young (Twitching Tongues/God's Hate) δεν είναι καθόλου τυχαία. Μιλάμε για την ελίτ της Δυτικής Ακτής. Το μπάσο και τα τύμπανα ανοίγουν την αυλαία και το d beat του "Erase You From My World" μας δείχνει πως οι Terror είναι ακμαίοι όσο ποτέ και σε ευθύ ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την τοξικότητα.

To ομώνυμο χτίζει με την απόλυτη mid tempo γκρούβα και φέρνει ακριβώς ό,τι κάθε σωστός ύμνος των Terror. Ανθεμικό ρεφρέν και ένα breakdown στη μέση που προαναγγέλλεται από τον Vogel πριν τα πάντα γκρεμιστούν. Ήδη κλασικό. Άλλο ένα σφηνάκι βίας με το "Promised Only Lies" με το απόλυτο breakdown να μην αφήνει τίποτα όρθιο μέχρι το τέλος. Το δεύτερο single που κυκλοφόρησε ήταν το "Destruction Of My Soul", με το έντονο groove του να θέτει τον ρυθμό πριν την πιο ιδιαίτερη στιγμή του δίσκου. Η συμμετοχή του Chuck Ragan των Hot Water Music στο "Fear the Panic" είναι ίσως η πιο ευχάριστη έκπληξη στο Still Suffer. Μια από τις καλύτερες punk μπάντες των τελευταίων 30 χρόνων χέρι-χέρι με τους σημαιοφόρους του μοντέρνου hardcore. 

Άλλη μια πολύ ευχάριστη συνεργασία είναι το "Beauty in the Losses" με τον Jay Peta των Mindforce. Κάντε ένα χατήρι στους εαυτούς σας και ακούστε το New Lords του 2022. Η αρχή του κομματιού με ξάφνιασε, με μια σχεδόν "γαλήνια" hip hop μελωδία που διαρκεί περίπου ένα λεπτό, πριν την επιστροφή στην κανονικότητα και το ανελέητο σφυροκόπημα. Νομίζω όμως πως το κομμάτι που θα μου μείνει περισσότερο είναι το κλείσιμο με το "Deconstruct It". Ένας ογκόλιθος βίας και beatdown hardcore στο πρώτο μισό, με τους Brody King (God's Hate) και Dan Seely (King Nine) ως αρωγούς του ολέθρου. Το κομμάτι όμως διαρκεί 8 λεπτά, κάτι πρωτάκουστο για τους Terror, και έχουμε μιλήσει μόλις για τα πρώτα 2. Μετά από 10 δίσκους, ο Scott Vogel ένιωσε ότι έχουν το ελεύθερο να κάνουν κάτι «έξω από το κουτί» κλείνοντας με 6 λεπτά ενός χαλαρωτικού hip-hop beat. Άλλωστε μιλάμε για την ίδια αισθητική του δρόμου, και την ίδια ανάγκη για επιβίωση στα trenches. Αντιλαμβάνομαι λοιπόν πως οι Terror ως πατεράδες του είδους θέλησαν να τιμήσουν αυτή τη σύνδεση στο πιο φιλόδοξο κομμάτι τους. Στο background ακούμε μηνύματα από διάφορους φίλους και “συναδέλφους/συντρόφους” που του αφήνουν voicemails, κάτι που ενισχύει το concept της "hardcore οικογένειας". Πως παρά τις αντιξοότητες πάντα έχουμε την ίδια λύση. Την κοινότητα και την αλληλεγγύη. Αν το Keepers of the Faith ήταν το άλμπουμ που τους καθιέρωσε ως τους απόλυτους ηγέτες της γενιάς τους, το Still Suffer είναι η απόδειξη πως το να παραμένεις πιστός στις ρίζες σου δεν σημαίνει στασιμότητα, αλλά τελειοποίηση της τέχνης σου. Οι Terror το έκαναν ξανά. Αγνό, αυθεντικό, ανόθευτο hardcore με το κεφάλι ψηλά και η τέλεια διέξοδος για την ενέργεια και τον θυμό καθενός από εμάς απέναντι στα προβλήματα της καθημερινότητας. Βάλτε το στο τέρμα και κάντε το σπίτι σας αρένα. 


Ultha – A Light So Dim 

Αφήνοντας πίσω την οργή και την αδρεναλίνη των δρόμων του LA, με κατεύθυνση τα παγωμένα, ομιχλώδη δάση του γερμανικού black metal των Ultha. H "βασική τους πεντάδα" έχει χτίσει τη φήμη της πάνω σε έναν ήχο που παντρεύει τη μισανθρωπία του παραδοσιακού black metal με τη συναισθηματική φόρτιση του post-punk, του doom και του darkwave. Μετά την ολοκλήρωση της εξοντωτικής θεματικής τους τριλογίας (Converging Sins, The Inextricable Wandering, All That Has Never Been True), το μεγάλο ερώτημα που άφησαν να πλανάται ήταν: «Πού πας όταν έχεις πια χάσει τα πάντα;» Ή μάλλον… «Που πας όταν υπάρχεις για το τίποτα;» Αγκαλιάζοντας μια πολυεπίπεδη μελαγχολία που φλερτάρει ωμά με τον υπαρξισμό, η απάντηση που δίνουν τόσο μέσα από τα 74 λεπτά αυτού του δίσκου όσο και από τις δηλώσεις τους είναι σαφής:  «Είτε αποδέχεσαι την ήττα σου και σβήνεις, είτε οπλίζεσαι και παλεύεις». Το A Light So Dim είναι ένα concept άλμπουμ λοιπόν για την εξεύρεση ελπίδας στις πιο σκοτεινές και παράλογες εποχές. Ο δίσκος αποτελεί ένα τολμηρό άλμα προς τα εμπρός ως προς την ενορχήστρωση και το ηχητικό του εύρος. Αν και ο πυρήνας παραμένει ακραιφνώς σκοτεινός, εδώ βλέπουμε μια εντυπωσιακή αύξηση στα progressive, καθαρά και post-metal στοιχεία. Η φαντασμαγορία ξεκινά με το "The Unseen World". Ένα ζευγάρωμα από αιθέριες μελωδίες και bar chimes που με βυθίζουν σε έναν σκοτεινό κόσμο πριν με τραβήξει ακόμα βαθύτερα στο χάος το εκπληκτικό "Love As We’re Falling Down". Τα επικά “καθαρά” ουρλιαχτά και howls αλά Bolzer του Chris Noir μου φέρνουν πραγματικά ανατριχίλα όσο φωνάζει τους στίχους 

«With innocence within no sense. Μy own remorse, my own design. Watch me fail while I try»

Tο "Her Still Singing Limbs" εισάγεται με ένα ρυθμικό section βγαλμένο απευθείας μέσα από το The Gathering Wilderness των Primordial πριν ξετυλιξει την μαύρη post punk μαγεία του. Τα καθαρά φωνητικά και εδώ δίνουν το παρόν εξίσου θριαμβευτικό αποτέλεσμα στην μετάδοση του uncanny αισθήματος και του γοτθικού τρόμου. Το "What's Yours Is Yours To Carry" είναι ακόμα ένα κομμάτι στο οποίο οι Ultha δοκιμάζουν τα όριά τους, αυτή τη φορά ενσωματώνοντας τα φωνητικά της Pardis Latifi των Daevar σε μια μεγαλειώδη τελετουργική μυσταγωγία, πιο κοντά σε κάτι που θα περίμενες να ακούσεις από τους Wolvennest. Βέβαια οι Ultha ανέκαθεν ήταν μια μπάντα που υπερέβαινε με άνεση τα στεγανά του black metal. 

Ενώ το "Hex Upon Our Heads" που ακολουθεί είναι το πιο κιθαριστικό κομμάτι μέσα στο A Light So Dim, αποτελεί και την ίσως πιο παράξενη στροφή. Έχει ευθείες death metal, ακόμα και punk επιρροές προτού ανυψωθεί ακόμα και αυτό σε γνώριμα, απόκοσμα post-rock ηχοτοπία. Ο Andy Rosczyk (ο οποίος αναλαμβάνει και χρέη σε κιθάρες και πλήκτρα) έκανε θαύματα στο Goblin Sound Studios, δίνοντας στο άλμπουμ μια ακόμα πιο οργανική, και υπέρμετρα “κρεατωμένη” υπόσταση. To "Sister Faith & Sister Chance" μοιάζει (και ελπίζω να) είναι μια άμεση αναφορά στο Possession, την καλτ ταινία τρόμου του Andrzej Żuławski. Η Αδελφή Πίστη αντιπροσωπεύει την τάξη, το νόημα, την ελπίδα και την δομή, ενώ ο θάνατός της αφήνει πίσω μονάχα την Αδελφή Τύχη. Δηλαδή το χάος, τον μηδενισμό, την τυχαιότητα. Η παραδοχή πως όλα συμβαίνουν χωρίς λόγο, πως το σύμπαν αδιαφορεί για σένα, για μένα και ο πόνος είναι το μόνο που θυμίζει ψήγματα ζωής. Υπάρχεις για το τίποτα

Μετά τον υπνωτισμό του "Cherry Knots (The Sun Shines Through You)", το "Pink Lights Soiling to Copper" συνεχίζει με μια Αρτζεντική αλά Suspiria σαγήνη. To "The Quiet Current" είναι άλλο ένα κομμάτι που αφήνει πίσω τον black metal πυρήνα της μπάντας για μια κατεύθυνση πιο κοντά στους Anathema, οι οποίοι φυσικά θα ήθελαν πάρα πολύ να ακούγονται έτσι. Ένα masterclass από τους Pieter Uyttenhoven και η Annelies van Dinter των TAKH.  Τέλος, η αυλαία πέφτει με το "To Part The Abelia Springs".  Μια πραγματική οδύσσεια όπου όλα τα στοιχεία του δίσκου, από τα ασταμάτητα blast beats μέχρι τις στοιχειωμένες χορωδίες, συγκλίνουν σε ένα μεγαλοπρεπές, καθαρτικό φινάλε. Τo A Light So Dim κυκλοφόρησε χωρίς καμία προειδοποίηση στις 2 Απριλίου, ακριβώς τέσσερα χρόνια και μία μέρα μετά το ορόσημο All That Has Never Been True και έρχεται ως το πλέον μεγαλειώδες άλμπουμ της καριέρας τους και ένα από τα σπουδαιότερα black metal άλμπουμ της χρονιάς. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured