5 άλμπουμ για τον Μάιο

Patti Smith – Horses

Όσα χρόνια και να περάσουν αν με ρωτάς, ένα άλμπουμ που πάντα θα διαλέγω είναι το Horses και ποτέ δεν θα πάψω να συγκινούμαι με τον εναρκτήριες οκτώ λέξεις "Jesus died for somebody’s sins, but not mine”. Η γυναίκα ποιήτρια που ό,τι και να γράφει (βιβλία, ποιήματα, στίχους, mail) το κάνει σωστά, είναι αυτή που πριν γεννηθούμε έγραψε ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ όλων των εποχών. Κοριτσάκι ήρθε από τον αγροτικό Νότο του New Jersey στη Νέα Υόρκη για να βρεθεί στο "Poetry Project" ένα βράδυ με πανσέληνο στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου στα γενέθλια του Bertolt Brecht με τον Lou Reed στα στασίδια, μπροστά από τον Andy Warhol, τον Bobby Neuwirth, τον Robert Mapplethorpe, τον Sam Shepherd, την Anne Waldman και να τους αφήσει όλους άφωνους με την αυθάδη προφορά της και τον απροκάλυπτο, ωμό λόγο της. Τέσσερα χρόνια μετά, Νοέμβριο του 1975, κυκλοφορεί το Horses,  το πανκ-ροκ ορόσημο που συνεχίζει να προσφέρει απλόχερα μια εκρηκτική, ανανεωτική μαγεία και ονειροπόληση φτιαγμένη με τα θεμελιώδη υλικά του rock’n’roll, από μια αντάρτισσα βάρδο που βρήκε τη φωνή και την αποστολή της στο σταυροδρόμι του “Leader Of The Pack”, του “Like A Rolling Stone” και του “Howl”. Η διαβόητη άρνηση της Smith για εύκολη λύτρωση στην αρχή του “Gloria”, το εννιάλεπτο πέρασμα μέσα από τη θλίψη προς τη διαφυγή με τον πένθιμο wah-wah ήχο και το doo-wop αυτοσχεδιασμό στο “Birdland”, o συνδυασμός της Smith, του Rimbaud και του Wilson Pickett στο “Land” με το συγκρότημα να αφουγκράζεται τις φωνητικές της διαθέσεις και να απογειώνεται με ενστικτώδη ορμή συνθέτουν ένα άλμπουμ σφυρηλατημένο μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της μάχης των CBGB και Max’s Kansas City, χτισμένο για αιώνια ζωή και μεταμόρφωση.

John Maus – Later Than You Think

Το τελευταίο άλμπουμ του John Maus, -μετά την εμφάνισή του στο Καπιτώλιο το  2021-στοχαστικό, εσωστρεφές και φιλοσοφικό, με έντονη αίσθηση “επανεκκίνησης” και εσωτερικής αναζήτησης μαζί. Αναγέννηση, χρόνος και φθορά, πίστη και νόημα, υπαρξιακή αγωνία τα θέματα. Πιστός στη σκοτεινή lo-fi synth-pop του, αλλά πιο λιτός, αληθινός και γειωμένος. Αφήνει στην άκρη τις εκρήξεις, την αλλόκοτη ένταση και τις cult στιγμές και βυθίζεται σε ένα σύμπαν βαθιάς σκέψης, στοχασμού και αναζήτησης. Υπογράφοντας με τη δισκογραφική YOUNG, επανεκκινεί την καριέρα του με μια πλήρους διάρκειας επέκταση του παιχνιδιάρικα αυτοσαρκαστικού comeback του Ιουνίου, “I Hate Antichrist”. Ευτυχώς, το υπόλοιπο άλμπουμ δεν είναι τόσο προφανές, ωστόσο υπάρχει η αίσθηση ότι ο Maus κινείται σε γνώριμο έδαφος. Κομμάτια όπως τα “Theotokos” και “Tonight” μας θυμίζουν πόσο καλός είναι στο να γράφει άψογες, εθιστικές synth μελωδίες και πόσο συνέβαλε στις καλύτερες στιγμές του άλλοτε συγκατοίκου του Ariel Pink. 


Victory Collapse – Non Player Characters

Μετά από 9 χρόνια οι Victory Collapse είναι πάλι εδώ με το τρίτο τους άλμπουμ Non Player Characters και σαν η πανκ τους εδώ να αγγίζει κάπου, ακόμα και την κλασική ροκ (το “Abstainer” θυμίζει κλασική μπαλάντα) να επανέρχεται, όμως, με τα “Theater of The Absurd”, “Patronizer” και “Only Prisoners have Time to Read” και στα γνώριμα μονοπάτια, εκεί ακριβώς που μας άφησε, δίπλα στους Fall, τους Liars και τους Gang of Four. Στίχοι κυνικοί (“Near The End of Our Lives”) , πολιτικοί (“Non Player Characters”), ειρωνικοί, οι ίδιοι άλλοτε θρασείς (“Industry of PhDs”), άλλοτε μελωδικοί (“Fighting Someone else’s Depression”), επαναληπτικοί ρυθμοί, τίτλοι ευρηματικοί με μια νέα σύνθεση μπάντας κι ένα υλικό που ήδη γνωρίζουμε και τραγουδάμε από τα live που έχουν προηγηθεί. Τα ξαδέρφια “Κώστας Βαρώτσος” A+B σταθερά στην πρώτη γραμμή -με τη χαρακτηριστική χροιά του πρώτου να επικρατεί- και δίπλα τους o Βασίλης Ντζούνης, ο Κώστας Μπαλτάσης και ο Νίκος Μαρδάκης. Μια μπάντα που εδώ και χρόνια κινείται ανάμεσα στην αστική νεύρωση, το post-punk και το new wave και που αν ποτέ είχε βγει λίγο παραέξω, θα αλώνιζε τώρα στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του πλανήτη. Γαμώτο δεν θα πω γιατί αυτή η αντιεμπορική τους φύση τους κάνει γοητευτικούς και δίνει ένα ξεχωριστό χαρακτήρα στην μπάντα, είναι απλώς που έτσι ήταν κι ο “θείος” Mark -με τον οπoίο συχνές οι συγκρίσεις- και ακούστηκε παντού. Από την Inner Ear τον Μάιο. Τρέξτε να τους ακούσετε.

The The – Soul Mining

To άλμπουμ που αν είχα 10 ζωές θα ψήφιζα ξανά και ξανά ως ένα από τα καλύτερα της ζωής μου, γράφτηκε το 1983 από τους The The, δημιούργημα του Matt Johnson για την ακρίβεια, και αποτελεί σταθμό της synth pop και της post-punk της δεκαετίας του 80. Folk βιολιά, boogie-woogie πιάνο, funk μπάσα και βιομηχανικά beats σε ένα σφιχτοδεμένο, σκοτεινό και ρομαντικό ήχο. Γλυκόπικρη αισιοδοξία ,θέματα απελπισίας και προσωπικής ανάλυσης, νοσταλγικά και αισιόδοξα συγχρόνως. Ένα μανιφέστο στη δομή της pop, μπουκέτο από στυλ, συνδεδεμένα με μια παιχνιδιάρικη post-punk ευαισθησία. Κάτω από την επιφάνεια του new wave, διακρίνονται επιρροές από blues-rock, jazz, ακόμη και από ιθαγενή αμερικανική λαϊκή παράδοση. Από το χαρακτηριστικό εξώφυλλο, που απεικονίζει μια αδύνατη γυναίκα από τη Νέα Ορλεάνη, μέχρι τους έντονα συναισθηματικούς στίχους, ο δίσκος στέκεται ως μια εξερεύνηση της ουσίας της σύγχρονης ζωής, ενισχυμένη από μια παραπλανητική αισιοδοξία. Σε αντίθεση με τους σύγχρονούς τους που παρουσίαζαν έντονα πολιτικοποιημένους στίχους, οι The The δίνουν απλώς μια γενική εντύπωση των όσων συμβαίνουν στον κόσμο, χωρίς να κατονομάζουν ηγέτες ή καθεστώτα, χωρίς να καταφεύγουν σε ιδεολογίες σοκ. Τραχύ ποπ-ροκ, ανησυχητικά groovy και παράξενα χορευτικό, πάντα θα με κάνει να λιώνω με αυτό το blues-rock πιανιστικό σόλο στο “Uncertain Smile”.


The Gun Club – Miami

Η americana στα καλύτερα της, η μπάντα που καθιέρωσε την κατηγορία αυτή στα αμερικάνικα δισκοπωλεία που πριν από αυτή θα σκεφτόσουν “τι φάση” είναι οι Gun Club με ένα Jeffrey Lee Pierce στο δεύτερο άλμπουμ της μπάντας να ξεπερνά τις δυσκολίες στον ήχο και την έλλειψη προώθησης από την Animal, ιδιοκτησία του Chris Stein (ο οποίος ανέλαβε και την παραγωγή και έπαιξε bongos σε ένα κομμάτι) και να επικρατεί θριαμβευτικά. Ο Pierce -frontman, ιδρυτής, τραγουδιστής/στιχουργός- συνδυάζει punk, blues, rockabilly και swamp rock με μια άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή, που μεταβαίνει από μια τεταμένη μελωδικότητα στο ύφος του John Doe σε ένα σχεδόν εξωφρενικό, στοιχειωμένο ουρλιαχτό.
Re-issue το 2020 με μια πιο προσεγμένη και αισθητά βελτιωμένη ηχητική αποκατάσταση κι ένα δεύτερο δίσκο με demos που δεν αποτελούν bedroom tapes, αλλά επαγγελματικά ηχογραφημένες πρώιμες εκδοχές όλων των τραγουδιών του Miami, μαζί με μερικά επιπλέον αποδεικνύοντας πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Pierce την μουσική και πώς ηχούσε αυτή στο μυαλό του πριν μπει στο στούντιο. Η μίξη είναι κάπως ανισόρροπη, με τις κιθάρες να παλεύουν μερικές φορές να ακουστούν πάνω από τα μπροστινά φωνητικά, αλλά αυτές οι πρώιμες εκδοχές αξίζουν απόλυτα την ακρόαση για μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του ιδιοσυγκρασιακού, αλλά τελικά διαχρονικού οράματος του Pierce.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured