ποιότητα

Κάποτε πιστεύαμε πως η ποιότητα της μουσικής είναι το τελευταίο οχυρό. Θα μου πείτε, η ποιότητα είναι ένα υποκειμενικό κατασκεύασμα, μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα σε αυτιά, σε άλλες εποχές και άλλους, πιο νεανικούς, φανατισμούς κι εγωισμούς. Και θα έχετε δίκιο. Αλλά ήταν μια συμφωνία που, έστω και πρόχειρα, μας κρατούσε σε μια ορθή (όσο γίνεται) πορεία. Μας έδινε την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ένα κάποιο φίλτρο, ένα κόσκινο που κάτι θα κρατήσει και κάτι θα αφήσει να πέσει. Πιστεύαμε, δηλαδή, πως όσο κι αν φτηνύνουν τα μέσα, όσο κι αν γεμίσει ο κόσμος ήχους, στο τέλος θα ξεχωρίσει αυτό που «έχει κάτι». Σήμερα, δεν είμαι σίγουρος αν αυτό ισχύει ή αν απλώς ήταν ένα παραμύθι που λέγαμε μεταξύ μας για να αντέχουμε.

Όλοι έχουμε καταλάβει πως η τεχνητή νοημοσύνη δεν ήρθε να γράψει "καλύτερη" μουσική. Ήρθε να κάνει την επάρκεια "άπειρη". Να παράγει κομμάτια που στέκονται καλά στα αυτιά μας, που δεν ενοχλούν τον κοσμάκη, που γεμίζουν τα playlists, σαν να είναι άχρηστα έπιπλα σε ένα σπίτι που δεν ζει κανένας. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, αν αφαιρέσεις για λίγο την AI από το κάδρο και κοιτάξεις κατάματα τη σύγχρονη ελληνική ποπ, αρχίζεις να ιδρώνεις με έναν πιο παλιό, και πιο γνώριμο τρόπο. Όχι από δέος, φίλοι μου. Από σύγχυση. Από τρέλα. Συχνά και από αηδία. Βασικά, όμως, από εκείνη την αμήχανη στιγμή που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτό που ακούς είναι προϊόν αλγορίθμου ή προϊόν αστέρων που έμαθαν να λειτουργούν σαν αλγόριθμοι. Και, όλο αυτό, δεν είναι θέμα κακού γούστου. Είναι μια ομοιομορφία που φοράει πολλά πρόσωπα αλλά μιλάει με την ίδια φωνή. Η ίδια πρόθεση για ένα ασφαλές τραγουδάκι, ή έστω και για ένα "explicit" ξέσπασμα, το ίδιο φιλτράρισμα, η ίδια αγωνία να μην ενοχλήσει κανέναν. Σαν να έχει προηγηθεί μια σιωπηλή εκπαίδευση σε ένα αλλόκοτο νέο σύστημα, ένα dataset από επιτυχίες, views, streams, που όλοι (συνειδητά ή μη) ακολουθούν.

Εκεί είναι που αρχίζει να μπλέκεται το πράγμα. Γιατί αν η ανθρώπινη παραγωγή έχει ήδη υιοθετήσει τη λογική της πρόβλεψης, της επανάληψης, της βελτιστοποίησης, τότε η AI δεν έρχεται να αλλοιώσει κανένα τοπίο. Έρχεται να το επιβεβαιώσει και να μας πει πως, ναι μπορεί, να το σπρώξει μέχρι τέλους. Στα άκρα...

Κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Όχι επειδή αυτό που ακούμε είναι κακό ή εμετικό, αλλά γιατί είναι τόσο καλό όσο πρέπει για να το αφήσουμε να περάσει, και αρκετά σωστό για να μην ρωτήσουμε ποτέ τι του λείπει. Γιατί το χειρότερο δεν είναι να μην ξεχωρίζεις το καλό από το κακό. Το χειρότερο είναι που σήμερα δεν έχει σημασία.

Άρα, για ποια ποιότητα στη σύγχρονη ελληνική ποπ να μιλήσουμε τότε; Για αυτήν που στα reels και στα stories των συναυλιών ξεγυμνώνεται χωρίς autotune και αφήνει πίσω της φωνές πιο ασταθείς κι από προεκλογικές υπόσχεσεις; Ή μήπως για εκείνη τη σκηνική λάμψη που αν την ακουμπήσεις λίγο, το μόνο που σου αφήνει είναι φαγούρα από το glitter αλλά τίποτα, κυριολεκτικά τίποτα, στο αυτί; Ή μήπως να μιλήσουμε για τους γνωστούς άγνωστους καλεσμένους που παρελαύνουν από δίσκους, live και "παρουσιάσεις", σαν cameo σε προχειρογραμμένο σενάριο που απλά πρέπει να βγει, γιατί ο αλγόριθμος (και το label) περιμένει; Φωνές που μπαίνουν και βγαίνουν χωρίς λόγο, συνεργασίες χωρίς καμία καλλιτεχνική ευαισθησία, μια ακόμα συνάντηση για να βγει το στόρι και να πουλήσουμε μούρη ότι, ξέρεις καλύψαμε και την ανάγκη να υπάρχει ένα feature. 

Το πιο παράξενο δεν είναι η σημερινή κατάντια της ελληνικής νεανικής ποπ – γιατί περί κατάντιας πρόκειται. Είναι η απουσία όποιας αντίδρασης. Eίναι σαν να ζούμε μέσα σε ένα διαρκές «it’s fine, ρε μ#λάκα», ενώ το δωμάτιο έχει πάρει φωτιά και καίγεται αργά και αθόρυβα. Όχι, ο κόσμος δεν ακούει, και δεν θέλει να ακούει όσο θέλει να καταγράφει. Δεν συμμετέχει σε μια μουσική εκδήλωση, τεκμηριώνει, κι έτσι το live δεν είναι πια ένα ξεχωριστό συμβάν, είναι ένα μικρό πιστοποιητικό ύπαρξης του «ήμουν κι εγώ εκεί». Κι αυτό αρκεί. Το πιο ενδιαφέρον, με την κλινική (και ψυχρή) ακρίβεια ενός κακού πειράματος, είναι ότι κανείς δεν ενοχλείται πραγματικά. Και ναι, ΟΚ, το κοινό θέλει να περάσει καλά. Δεν πήγε για ακρόαση στο Ωδείο να ακούσει Alva Noto, πήγε για να ανεβάσει κάνα φαντεζί στόρι. Αυτό το καταλαβαίνω. Αλλά οι άλλοι; Οι "μεγάλοι"; Οι διπλά και τριπλά πλατινένιοι συνθέτες; Δεν υπάρχει ούτε ένας σε αυτό το μουσικό οικοσύστημα που να σηκώσει το φρύδι και να πει «μήπως αυτ@ που βγήκε στη σκηνή μόλις τραγούδησε σαν να του έκαναν επανεκκίνηση στο firmware;». Δηλαδή, μιλάμε για φωνές που δεν είναι απλώς φάλτσες, είναι ερευνητικό υλικό για την αθλιότητα της σύγχρονης μουσικής σε σημείο που αν ο Κακοφωνίξ ζούσε μπορεί να είχε και residency στο Vegas.

Και πριν μου πείτε ότι υπερβάλλω, θα σας πω πως δεν ξύπνησα με κάνα φτυάρι στο χέρι για να θάψω καριέρες. Τα δεδομένα είναι εκεί, σε κοινή θέα. Χιλιάδες βίντεο. Reels. Stories. Fan uploads. Ένα απέραντο αρχείο αποδείξεων στο οποίο η πραγματικότητα περνάει από το stage χωρίς φίλτρο και λέει «γεια, αυτό είμαι, ένα ατάλαντο ποπ όνομα». Μόνο που αντί για αντίδραση, έχουμε μια σιωπηλή, σχεδόν τρυφερή, αποδοχή. Έτσι, ο κόσμος χορεύει, τραβάει, ανεβάζει, χειροκροτάει, προχωράει, έχει ξεπεράσει το στάδιο της αμφιβολίας και όλα είναι σαν να έχουμε συμφωνήσει συλλογικά ότι ο ήχος είναι διακοσμητικός. Ένα accessory. Κι εδώ αυτό το σημείο πονάει, λίγο. Γιατί αν η εμπειρία έχει ήδη μετατοπιστεί από τον ήχο στην παρουσία, τότε η ποιότητα γίνεται δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Μια δήθεν αισθητική παρέμβαση, μια φροντισμένη επίστρωση να κρύψει ο,τιδήποτε φτηνά "λαϊκό" (λαϊκό, όχι με την έννοια της ρίζας αλλά της ευκολίας) και να του περνάς ένα φίλτρο "minimal", λίγο reverb, λίγο σκοτάδι, δυο αγγλικές λέξεις και ξαφνικά το βαφτίζεις "aesthetic". Λίγο makeup που δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικό, απλώς κάνει το ίδιο πράγμα πιο εύπεπτο για ένα κοινό που θέλει να νιώθει ότι καταναλώνει κάτι "ανώτερο", χωρίς να κουραστεί.

Ίσως, όμως, δεν είναι ακόμα αργά για να ξαναβάλουμε τη λέξη "ποιότητα" μέσα στη διασκέδασή μας. Όχι, φυσικά, σαν διακοσμητική λέξη σε δελτίο τύπου, ούτε σαν φίλτρο που απλώς κάνει τα πράγματα να φαίνονται πιο "trendy" στο feed. Μιλάω για εκείνη τη βαριά, και άβολη εκδοχή της. Αυτή που σε αναγκάζει να ακούσεις, όχι απλώς να πεις πως είσαι παρών. Γιατί, αν το καλοσκεφτείς, η διασκέδαση δεν ήταν ποτέ μόνο διαφυγή. Ήταν και τριβή. Ήταν εκείνη η στιγμή που κάτι σε "πιάνει" εκεί που δεν το περιμένεις και δεν ξέρεις αν πρέπει να χαμογελάσεις ή να φύγεις. Τώρα η διασκέδαση είναι ένας αποστειρωμένος χώρος. Χωρίς ρίσκο, χωρίς αποτυχία, χωρίς εκείνο το μικρό ενδεχόμενο να μην περάσεις καλά. Και αυτό είναι που (ειρωνικά) την κάνει όλο και πιο άδεια.

Μπορεί, επίσης, η επιστροφή στην ποιότητα να μην είναι θέμα "υψηλών στάνταρ". Ίσως είναι κάτι πιο απλό και πιο σκληρό: να σταματήσουμε να συγχωρούμε το πρόχειρο μόνο και μόνο επειδή συνοδεύεται από φώτα, likes και μια καλή ιστορία. Να ξαναθυμηθούμε ότι ο ήχος της μουσικής προηγείται της εικόνας, ακόμη κι αν αυτό δεν συμφέρει κανέναν μας σήμερα. Και επίσης, δεν μιλάμε για καμιά επανάσταση, μόνο λίγη δυσανεξία στο πολύ εύκολο χρειάζεται. Ένα μικρό "όχι" εκεί που μέχρι τώρα λέγαμε «εντάξει, δεν βαριέσαι!». Γιατί κάπου ανάμεσα σε αυτό το «δεν βαριέσαι» και στο «αρκετά καλό» χάσαμε το μόνο πράγμα που άξιζε να υπερασπιστούμε. Και αν δεν το ξαναβρούμε, δεν θα φταίει η ΑΙ που μπορεί και γράφει πλέον και ολόκληρα τραγούδια από το μηδέν. Θα φταίει που εμείς καταφέραμε να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να χειροκροτάει τη μετριότητα με την αυτοπεποίθηση ειδικού αλλά την ακοή μας σε airplane mode.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured