Drake

Αφού κατεύνασε λίγο ο συναισθηματικός παρορμητισμός, θετικός και αρνητικός, πάνω στον παροξυσμό της κυκλοφορίας των 3 δίσκων του Drake εν μία νυκτί, ερχόμαστε να δώσουμε μια πιο νηφάλια και ψύχραιμη οπτική στο τι τελικά μας έμεινε από αυτό το πληθωρικό statement του μεγαλύτερου ονόματος της παγκόσμιας hip-hop, και όχι μόνο, σκηνής.

Chapter I: ICEMAN

Δεν γινόταν να μην αρχίσω με το ICEMAN, αφενός γιατί έχω τα περισσότερα να γράψω επ’ αυτού, αφετέρου γιατί αποτέλεσε δικαίως τον ελέφαντα στο δωμάτιο, μιας και όχι μόνο ήταν ο μόνος δίσκος που είχε ανακοινωθεί εκ των προτέρων, έχοντας ένα εκτενές και αρκετά πληθωρικό rollout, αλλά και λόγω του περιεχομένου του, μιας και υπήρχαν πολλά μέτωπα τα οποία ανέμενα θα διευθετηθούν.

Αποτέλεσε τον δίσκο που άρεσε με διαφορά περισσότερο στο κοινό του, αλλά ταυτόχρονα το κύριο πόλο αρνητικής αντίδρασης από τα διάφορα site και τους κριτικούς μουσικής, γεγονός αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς την επιβλητική ήττα στο πρόσφατο beef του με τον αγαπημένο των κριτικών, Kendrick Lamar, γεγονός που σίγουρα θα συσσώρευσε μια κάποια αρνητική προκατάληψη. Η αλήθεια είναι, όμως, πως οι αρνητικές αυτές κριτικές δεν είναι και πολύ αβάσιμες.

Του Beat Switch το κάγκελο...

Όταν έλεγα σε προηγούμενα μου Reviews πως θέλω εναλλαγές και μια ποικιλία σε ένα κομμάτι για να μου κρατήσει το ενδιαφέρον, σίγουρα δεν αναφερόμουν σε αυτό που έκανε ο Drake στο ICEMAN. Απ’ όσο κατάφερα να μετρήσω 9 στα πρώτα 13 κομμάτια του δίσκου εμπεριέχουν κάποιο εμφανές beat switch, με τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών να είναι μια τελείως ασύνδετη και απότομη αλλαγή. Για παράδειγμα στο εισαγωγικό "Make Them Pay", ενώ και τα 3 beats λειτουργούν αυτούσια και καταδεικνύουν το λυρισμό του Drake, δεν υπάρχει κανένα χτίσιμο ή γεφύρωμα μεταξύ τους για να δέσουν μεταξύ τους πιο ομαλά, ενώ και ο ίδιος ο Drake δεν αλλάζει το delivery του καθόλου, για να δημιουργηθεί μια κάποια υπόνοια συνεχούς ροής, με πολλαπλά σκαλοπάτια συναισθηματισμού. Ή στο "National Treasure", ενώ η πρώτη παραγωγή είναι από τις αγαπημένες μου στο δίσκο και ο Drake χαρίζει ένα από τα πιο πιασάρικα και γεμάτα ενέργεια και προσωπικότητα verses του, στο studio κάποιος σκέφτηκε να το διακόψουν αυτό απότομα με ένα άλλο beat, δίχως καμία ομοιότητα ή σύνδεση με το πρώτο, το οποίο, κατ’εμε, κατέστρεψε τη ροή και δεν ταίριαζε και στο ύφος του ίδιου του Drake. Γενικότερα, κάθε beat switch και αλλαγή στην παραγωγή του εκάστοτε κομματιού, έμοιαζε βεβιασμένη και ασύνδετη, σαν να παίρνει κάποιος το AUX στο πάρτι και να αλλάζει απότομα τραγούδι.

Error 404, ρεφρέν not found

Σ’ αυτό το δίσκο, ο Drake, έχοντας πολλά να πει, εστίασε περισσότερο στα verses του, αφήνοντας κάπως τα ρεφρέν στη μοίρα τους, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Και δεν αναφέρομαι στην σειρά των κομματιών που είχαν ξεκάθαρα πιο αφηγηματικό χαρακτήρα, αλλά και τραγούδια, όπως το "Little Birdie", το "Don’t Worry και το "Burning Bridges",  δυσκολεύεσαι, όχι μόνο να σου κολλήσει, αλλά να το ξεχωρίσεις από το υπόλοιπο κομμάτι. Ακόμα και τα ρεφρέν που ήταν πιο ευδιάκριτα, όπως στο "B’s On The Table" ή το "Shabang" ήταν λες και τα έγραψε σε ΑΙ πρόγραμμα, από τους στίχους μέχρι το flow και τη μελωδία.

Έχασα, αλλά έχω να πω μερικά ακόμα...

Μετά την αντίδραση της κοινής γνώμης, αλλά και την απόρριψη της μήνυσης που επέβαλε εις βάρος του Kendrick και της UMG για συκοφαντική δυσφήμιση, νομίζω δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να υψώσει την λευκή σημαία. Βέβαια, δυστυχώς όπως περίμενα, δεν υπήρχε η ανάλογη συνέχεια στην αντίδρασή του, μιας και προσπάθησε να ρίξει μερικά χτυπήματα ακόμα. Για μένα αυτό το beef, ασχέτως νικητή στο μικρόφωνο, έριξε πολύ περισσότερο τον Kendrick, κατ’ εμέ, παρά τον Drake, μιας και η στάση του, αλλά και τα όσα είπε στον προηγούμενο δίσκο του, Mr Morale & The Big Steppers περί ψυχικής υγείας και προσωπικών τραυμάτων, έδειχναν έναν πιο συγκροτημένο και ώριμο καλλιτέχνη, ένα προσωπείο που κατέρρευσε αμέσως, τόσο με το δίσκο του gnx, όσο και με το όσα είπε στη διάρκεια των diss του απέναντι στον Drake (το να κάνεις στα 37 σου ένα στάδιο, μια πόλη, ένα κοινό να χορεύει crip walk ενώ λέει κάποιον (όχι αποδεδειγμένα) παιδόφιλο είναι το λιγότερο αμήχανο). Έτσι σε όλο αυτό, αντί να έρθει ο Drake και να κάνει μια ψύχραιμη κριτική, καταλήγοντας πως ίσως το τραβήξανε αμφότεροι, λέγοντας ακρότητες, στο βωμό του virality και της δημιουργίας μιας έχθρας που τάιζε τα media και το κοινό, προσπάθησε να μας πείσει πάλι πόσο σκληρός είναι, και πως ανήκει... στους δρόμους (αν το άκουγε αυτό ο Drake του 2011 θα γελούσε), εκτοξεύοντας μερικές τελευταίες σφαίρες, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία.

(σ.σ. Το να αντιγράφεις το στυλ του “αντιπάλου” σου στο "2 Hard 4 The Radio" - ίσως ειρωνικά, ίσως και όχι - κάνοντάς το εμφανώς χειρότερα, δεν ξέρω αν μετράει σαν αποστομωτικό diss).

Drake εναντίον όλων

Πέραν της εκτεταμένης του αναφοράς στο πρόσφατο beef του με τον Kendrick Lamar, είτε παραδεχόμενος την ήττα, είτε πετώντας με τη σειρά του καρφιά και κάποια punchlines εναντίον του, σ’ αυτό το δίσκο αποφάσισε να αφοπλίσει τελείως, με αποτέλεσμα τα σκάγια να παίρνουν πληθώρα προσωπικοτήτων της χιπ-χοπ και ποπ κουλτούρας. Απογοήτευση για τον J. Cole και το πως... λάκισε και πήρε πίσω το diss και όσα είπε ενάντια του Kendrick, στίχοι ενάντια του DJ Khaled λόγω της μη στήριξής του προς τον ίδιο κατά τη διάρκεια του beef αλλά και της απαθής στάσης του σχετικά με την Παλαιστίνη, ενώ ο ίδιος έχει παλαιστίνιες ρίζες, βολές εναντίον του Jay-Z και του Pusha-T, με αποστομωτικές αναφορές στην εμφάνισή τους στη λίστα του Epstein, ενώ έριξε και μερικά πιο έμμεσα χτυπήματα σε Pharrell και Rocky. Από την πένα του δεν ξέφυγαν και μπασκετμπολίστες, όπως ο Lebron James, με βολές για την ας πούμε καιροσκοπική του στάση ως προς το τι μουσική ακούει και προωθεί στα social media και ο  Demar Derozan, επισημαίνοντας πως δεν είναι πια ευπρόσδεκτος στην πόλη του, μετά και την εμφάνισή του στο video clip του "Not Like Us",  τονίζοντας παράλληλα πως με τη φυγή του κατάφεραν επιτέλους οι Toronto Raptors να σηκώσουν το πρωτάθλημα.

Πλούσια κουπλέ μεν, φλύαρα δε

Με συγχωρείτε, αλλά μετά την συμφωνία εκατομμυρίων που υπέγραψε ο Drake, το μακρινό πλέον 2015, με την Apple Music, και την αποκλειστική κυκλοφορία του Views, σ’ αυτή, ένα χρόνο μετά, το οποίο και σήμανε στην ουσία την αρχή της εισχώρησης των streaming services στην καθημερινότητά του ευρέως κοινού, δεν μπορώ να μη δεχτώ πως το playlist 18 κομματιών που έχει, δεν γίνεται καθαρά για τα νούμερα και τα charts. Ενδεικτικό, είναι πως από το 2016 και μετά, αν αφαιρέσει κανείς αυτές τις 3 κυκλοφορίες που συνέβησαν εν μία νυκτί, στην ουσία σαν 3 chapters μιας ενιαίας κυκλοφορίας, 6/9 κυκλοφορίες του έχουν 20+ κομμάτια στον κατάλογό τους, δίχως να υπάρχει κάποιο concept ή κάποια κεντρική ιδέα που να δικαιολογεί ένα τέτοιο μέγεθος. Έτσι και εδώ, ενώ εκτιμώ τον πιο εκτενή λυρισμό του, με ορισμένα κομμάτια, όπως το "Make Them Pay", το "Whisper My Name" και το "Make Them Remember" να αναδεικνύουν το στιχουργικό του χάρισμα, ιδιαίτερα όταν παίζει σε πιο χαμηλά bpm και έχει ένα πιο χαλαρό και laid-back ύφος, στη συνολική εικόνα του δίσκου, διακρίνεται ένα επιτηδευμένο “ξεχείλωμα” του δίσκου, κάνοντας ίδιες αναφορές και χρησιμοποιώντας τα ίδια flows, σε ίδια bpms, ακόμα και στα κομμάτια που μου άρεσαν.

Συνοψίζοντας, το ICEMAN αποτελεί την go-to επιλογή για τους fans του, επαναφέροντας στο προσκήνιο την πιο hip-hop πλευρά του, προσφέροντας μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα verses του εδώ και χρόνια. Δυστυχώς, αυτές οι ηλιαχτίδες φωτός, χάνονται στο αχανές σκοτάδι της τραβηγμένης διάρκειάς του, των επιτηδευμένων μουσικών εναλλαγών και... των κάπως άστοχων και αμήχανων τοποθετήσεων του, όσον αφορά τη γεμάτη κόντρες, καλλιτεχνική του πορεία.

Chapter II: MAID OF HONOUR

Εν αντιθέσει με το ICEMAN, το MAID OF HONOUR δημιούργησε αντίθετα φορτισμένο φορτίο στη μάζα, μιας και ήταν ο δίσκος που το ευρύ κοινό έθαψε όσο κανένα, αλλά οι κριτικοί το εκθείασαν. Και μπορώ να καταλάβω τους λόγους για αμφότερες τις αντιδράσεις, οι οποίοι πηγάζουν κυρίως από τις ηχητικές παλέτες και το ύφος, το οποίο υπηρέτησε καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου.

Ένα ανοργάνωτο συνονθύλευμα pop στοιχείων

Το MAID OF HONOUR έκανε ξεκάθαρο από το πρώτο δευτερόλεπτο πως θα αποτελούσε ένα δίσκο, κεντραρισμένο γύρω από γκρούβες, drums και μελωδίες που δεν έχουν καμία σχέση με τη hip-hop, δανειζόμενος πολλά στοιχεία από dancehall, reggaeton, afrobeats, R&B, EDM και γενικότερα χορευτικές μουσικές. Αφενός, αυτή η απομόνωση της rap πλευράς του, αποτέλεσε κάπως μια απελευθέρωση από την πιο...βεβιασμένη μάτσο πλευρά του, κάνοντας απλά αυτό που ξέρει να κάνει εδώ και πάνω από 15 χρόνια, δηλαδή να γράφει hits, πατώντας οποιοδήποτε είδος θελήσει. Αφετέρου, στα αυτιά μου υπάρχει παντελείς έλλειψη μιας κόλλας, η οποία θα έδενε όλα αυτά τα κομμάτια γύρω από κάποια βάση, κυρίως στις μεταξύ τους εναλλαγές, έτσι ώστε να υπάρχει μια ακουστική εμπειρία με συνοχή και ροή. Και αυτό έγκειται σε μεγάλο κομμάτι σε...

Βεβιασμένες μουσικές εναλλαγές 2.0

Σε κάπως παρόμοιο μοτίβο με το ICEMAN, στα ίδια κομμάτια συμβαίνουν αλλαγές, οι οποίες μοιάζουν πιο πολύ σαν αλλαγή σταθμού στο ραδιόφωνο, παρά μια συνεκτική πορεία τραγουδιού. Πάρτε για παράδειγμα το εναρκτήριο κομμάτι, "Hoe Phase", και το πως μετατρέπεται από μια R&B μπαλάντα, σε μία house, jersey club γκρούβα και από εκεί σε ένα απαλό dancehall outro, επαναλαμβάνοντας καθ’ όλη τη διάρκεια του κομματιού το...ενοχλητικά επαναλαμβανόμενο vocal sample “It’s like that”. Ή την απότομη αλλαγή της μελωδίας και το drums στα μισά του "Which One" με τον Central Cee, ένα τραγούδι δίχως προσωπικότητα, μια απέλπιδα προσπάθεια σε κάτι που κάνουν εδώ και χρόνια καλλιτέχνες, όπως ο Pa’ Salieu. ‘Η ακόμα πιο ευδιάκριτα στο "BBW" όπου ένα synth-based pop πρώτο μισό, μετατρέπεται σε μία έκρηξη ενός κράματος Brazilian Phonk και Industrial Ηλεκτρονικής Μουσικής, που δεν καταλήγει πουθενά. Και εδώ κολλάει και το τελευταίο μου και μεγαλύτερο ελάττωμα του δίσκου....

Μερικές ενδιαφέρουσες ερμηνείες, λίγα ρεφρέν, πολλές κενές παραγωγές.

Η τέχνη του να πάρεις ένα sample και να του δώσεις μια νέα πνοή και υπόσταση φαντάζει πιο αναγκαία από ποτέ στην εποχή μας, όπου η εδραίωση της τεχνολογίας έχει κάνει το να πάρεις ένα μουσικό δείγμα λίγων δευτερολέπτων και να το μετατρέψεις σε κάτι νέο πιο εύκολο από ποτέ. Και αυτό γιατί όσο περισσότεροι το κάνουν, τόσο περισσότερα είναι τα παραδείγματα....άβολων και εκτός τόπου και χρόνου sampling. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πολέμιος της μόδας του "Doja Cat" από μένα, του να παίρνεις δηλαδή ένα δημοφιλές και εμβληματικό τραγούδι περασμένης δεκαετίας και να το μετατρέπεις στο απόλυτο... τίποτα. Έτσι και ο Drake, επέλεξε να πάρει το mega hit της Peggy Gou "(It Goes Like) NaNaNa", και το "Cha Cha Slide" του  DJ Casper, και με την απαραίτητη βοήθεια της Sexy Redd να μετατρέψουν ένα κομμάτι, που μοιάζει με κακό DJ Remix σε κάποιο επαρχειακό club. Και πέραν αυτού, πολλά κομμάτια μοιάζουν με φτωχές απομιμήσεις κάποιου καλύτερου κομματιού, όπως  προανέφερα και στο "BBW". Το "Stuck" είναι η πιο αδιάφορη απόπειρα που έχω ακούσει σε 80s synth pop, το "Amazing Shape" είναι ένα... "We Caa Done” 2.0, ενώ το "New Bestie" θα μπορούσε να είναι βουτηγμένο σε οποιοδήποτε tropical house playlist των beach bars, δίχως να ξεχωρίσει. Πιανάκια, rhodes  και απαλά synthesizers πάνε και έρχονται δίχως να καταφέρνουν να δημιουργήσουν κάποιες πιασάρικες στιγμές, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ενώ και τα drum sounds και patterns μοιάζουν σαν να τα έφτιαξε κάποιο AI. Και δυστυχώς σε όλα αυτά, ο Drake, όντας ο σπουδαιότερος χαμαιλέοντας καλλιτέχνης της γενιάς μας, καταφέρνει να πάει από το σκοτεινό και επιθετικό στυλ του "True Bestie" σε τζαμαικανό-προφορές στο dancehall "Amazing Shape" και απο εκεί σε μια πληθώρα πιασάρικων μελωδιών, γεμάτων συνάισθημα στο "Road Trip". Αυτό βέβαια, δεν συνοδεύεται με πιασάρικα ρεφρέν, μιας και, όπως και στο ICEMAN δεν μπορώ να θυμηθώ πάνω από 3 ρεφρέν, γεγονός που είναι θλιβερό, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς πως κάποτε τα ρεφρέν ήταν το φόρτε του.

Chapter III: HABIBTI

Η πιο r&b πινελιά της τριλογίας, κινούμενο σε παρόμοια εδάφη με το MAID OF HONOUR με σαφώς λιγότερα στοιχεία από EDM και ηλεκτρονικές μουσικές και περισσότερο ερωτισμό και σκοτεινή ατμόσφαιρα της σύγχρονης R&B των τελευταίων 15 ετών. Οι ελλείψεις και οι αστοχίες όμως, δυστυχώς, δεν λείπουν ούτε από εδώ.

Σε ένα δίσκο που θέλει να δώσει έμφαση στο στιχουργικό περιεχόμενο των κουπλέ του, δίνοντας έτσι ένα πιο αφηγηματικό χαρακτήρα, μπορώ να κατανοήσω την έλλειψη...πιασάρικων ρεφρέν. Εδώ, όμως, απλά είναι εμφανές, όπως και στο MAID OF HONOUR πως υπάρξη λειψυδρία ιδεών για ear candys και σύντομης διάρκειας στιγμές που θα παίζουν στο κεφάλι σου πριν κοιμηθείς. Δεν είναι τυχαίο πως το πιο αξιομνημόνευτο hook του δίσκου ερμηνεύεται από την Qendresa.

Κενές σχέσεις, ανασφάλεια και ταραχώδης ερωτική ζωή

Όπως προδίδει και ο τίτλος (HABIBTI = αγάπη μου), αλλά και το ηχόχρωμα του δίσκου, το περιεχόμενο κινείται στα γνωστά λημέρια του Drake και της περιπετειώδους ερωτικής ζωής του. Απευθύνεται σε πρώην που τον ήθελαν μόνο για το χρήμα του, σε πρώην με τις οποίες συνυπήρξαν είτε σε ομαλό, είτε σε τοξικό πλαίσιο, σε γυναίκες που θέλουν ουσιώδη σχέση και δεν τους εντυπωσιάζει το έντονο σεξουαλικά παρελθόν του, σε γυναίκες τις οποίες θέλει να το προσπαθήσει και σκέφτεται το μέλλον μαζί τους κ.ο.κ. Αυτός ο δίσκος είναι ότι κοντινότερο στον παλιό ερωτικό Drake, όσον αφορά το στιχουργικό περιεχόμενο, με μια ταραχώδη και ενδιαφέρουσα σε πληροφορία, αλλά επαναλαμβανόμενη σε πυρήνα και αισθητική θεματολογία.

Ωραία ατμόσφαιρα, μέτρια ερμηνεία, λειψές ιδέες

Από τους 3, το HABIBTI είναι με διαφορά το πιο σύντομο σε διάρκεια, έχοντας μάλιστα και τα λιγότερα τραγούδια, κρατώντας μόλις 36 λεπτά. Αυτό δημιουργεί ένα ακόμα δίπολο, όσον αφορά την εκτέλεση του δίσκου. Από τη μια, δεν προλαβαίνει να κουράσει ή να γίνει πληκτικό, από την άλλη, πολλές εκτελέσεις μοιάζουν σαν Intros ή γέφυρες σε μισοτελειωμένα τραγούδια που δεν οδηγούν πουθενά, απουσιάζοντας για ακόμη μια φορά, μια κάποια κορύφωση. Εν αντιθέσει με το MAID OF HONOUR, η συνοχή υπάρχει, και γενικά η ομιχλώδης ρομαντική ατμόσφαιρα την οποία στοχεύει ο Drake είναι αισθητή, αλλά η απουσία κάποιου συναισθηματικού κρεσέντο, κάνει τον δίσκο να μοιάζει σαν μια εκτενή εισαγωγή σε κάτι άλλο. Σε αυτό φέρνει σίγουρα ευθύνη και ο ίδιος ο Drake, μιας και όπως ανέφερα και στα ρεφρέν, οι ερμηνείες του κυμαίνονται στα ίδια χλιαρά ύδατα, δίχως στιγμές-γροθιές στο αυτί του ακροατή. Για όσους γουστάρουν τον PARTYNEXTDOOR, τον Bryson Tiller, και γενικότερα αυτό το μουσικό ρεύμα το οποίο έφερε σε μεγάλο βαθμό στο προσκήνιο ο Drake το 2011, το HABIBTI θα αποτελέσει σίγουρα ένα ευχάριστο άκουσμα, δίχως να προσφέρει κάτι ανατρεπτικό. Για τους υπόλοιπους, θα καταλήξει μάλλον σε background music playlists.

Επίλογος

Αν μπορούσα να συνοψίσω αυτή την τριπλή κυκλοφορία του Drake με κάποια αναφορά σε ταινία θα ήταν το Everything, Everywhere, All At Once. Ο πιο αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης της τελευταίας δεκαετίας, είχε την οξυδέρκεια να εκμεταλλευτεί το τεράστιο hype που συγκέντρωσε με το ICEMAN, τεστάροντας και στο μεσοδιάστημα το κοινό του, με snippets και σύντομα αποσπάσματα των μελλοντικών του κυκλοφοριών, βγάζοντας στην αγορά άλλα δύο projects, τα οποία δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το πρώτο. Με αυτό το τρόπο, κατάφερε, ηχητικά και αισθητικά, να ικανοποιήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μερίδα του κοινού του μπορούσε, και αφετέρου να γίνει ο απόλυτος βασιλιάς των streams, με ένα σύνολο 43 κομματιών, πανέτοιμων για κατανάλωση. Σε όλο αυτό, οι κριτικοί, έχοντας τρία τελείως διαφορετικά πρόσωπα του ίδιου καλλιτέχνη, διάλεξαν να θάψουν τον αποδιοπομπαίο τράγο, στιχουργικά τουλάχιστον, και να εκθειάσουν την pop πλευρά του. Δυστυχώς, όλες οι απόπειρες ήταν ελλιπείς, με στοιχεία τα οποία καθόρισαν και ανύψωσαν τον Drake στην κορυφή να είναι εξαφανισμένα. Και αυτά ακριβώς τα ημίμετρα και ημιτελής προσέγγιση είναι που θα κάνει αυτή τη τριλογία να βυθιστεί για τα καλά στο πίσω μέρος της συνείδησης της μαζικής κουλτούρας, μετατρέποντας την σε ένα μεγάλο πυροτέχνημα που... έδωσε μια έντονη, αλλά πολύ σύντομη λάμψη στο μουσικό στερέωμα.       

 

 

 

 

 

 

   

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured