Κάθε φορά που συμπληρώνεται μια 10ετία, μια 20ετία ή, στην προκειμένη περίπτωση, μια 40ετία από την κυκλοφορία ενός μνημειώδους δίσκου, ενεργοποιείται αυτόματα το ίδιο προκαθορισμένο πρωτόκολλο. Όμως, το να μιλάμε για το The Queen Is Dead των The Smiths απαιτεί μια βασική παραδοχή. Ο δίσκος αυτός νίκησε τον χρόνο, ακόμα και αν ο Morrissey έχασε τη μάχη με την πραγματικότητα. Πώς φτάσαμε όμως εδώ; Και γιατί αυτό το άλμπουμ, παρά την πλήρη απορρόφησή του από το σύστημα του θεάματος, παραμένει ένα επικίνδυνα καλό μουσικό κατασκεύασμα;
Στις 16 Ιουνίου 1986, η Rough Trade κυκλοφορούσε έναν δίσκο που έμελλε να αλλάξει τον χάρτη της εναλλακτικής μουσικής για πάντα. Πάμε όμως λίγο πίσω. Για να κατανοήσει κανείς την οργή, τη θλίψη και την ειρωνεία που διαποτίζουν το The Queen Is Dead, πρέπει να μεταφερθεί στη Βρετανία των μέσων της δεκαετίας του 1980. Η χώρα βρισκόταν υπό τη σιδηρά τανάλια του θατσερισμού. Η αποβιομηχάνιση είχε πλήξει ανεπανόρθωτα τον βρετανικό Βορρά. Το Μάντσεστερ βίωνε μαζική ανεργία, υπήρχε διάχυτο το αίσθημα της απελπισίας και η κοινωνική περιθωριοποίηση ήταν στο απόγειο της.
Άδεια εργοστάσια, οικογένειες χωρίς φαγητό στο Μάντσεστερ και το Σέφιλντ, και μια ολόκληρη γενιά νέων που η κυβέρνηση τους αντιμετώπιζε ως πλεονάζον πληθυσμιακό υλικό. Η ήττα των συνδικάτων των μεταλλωρύχων από την Κυβέρνηση Θάτσερ είχε αφήσει την εργατική τάξη βαθιά τραυματισμένη και διαιρεμένη, και ενώ η χώρα βυθιζόταν στην κρίση, η βασιλική οικογένεια παρουσιαζόταν από τα κυρίαρχα μέσα ως το απόλυτο σύμβολο εθνικής ενότητας. Μια βιτρίνα που απείχε έτη φωτός από την καθημερινότητα των νέων της εποχής. Οι The Smiths, γέννημα-θρέμμα αυτού του περιβάλλοντος, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τον δρόμο της escapist synth-pop, και των cheap thrills που κυριαρχούσε στα charts. Duran-Duran, Wham!, η απόλυτη, γυαλιστερή, κοκαϊνική pop της δεκαετίας του '80. Κοίταξαν την πραγματικότητα κατάματα και την πολέμησαν με όπλα την πένα του Johnny Marr και την… συγγραφική πένα του Morrissey. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως ένας τίτλος σαν το "The Queen Is Dead" δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο τυχαίος. Ήταν μια ευθεία βλάσφημη επίθεση στο status quo και την καρδιά του Βρετανικού κατεστημένου.
Η γέννηση του δίσκου δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όταν ξεκίνησαν οι ηχογραφήσεις, οι The Smiths βρίσκονταν σε εμπόλεμη ζώνη σε πολλαπλά μέτωπα. Η μπάντα ένιωθε εγκλωβισμένη στο συμβόλαιό της με την ανεξάρτητη εταιρεία Rough Trade και τον επικεφαλής της, Geoff Travis. Ο Morrissey και ο Marr θεωρούσαν ότι η εταιρεία δεν είχε την οικονομική δύναμη να τους προωθήσει διεθνώς, ενώ οι οικονομικές απολαβές τους ήταν πενιχρές. Αυτή η πίεση οδήγησε σε προσωρινό πάγωμα των κυκλοφοριών, δημιουργώντας ένα κλίμα παράνοιας. Απομονωμένοι στα Jacobs Studios στο Surrey και αργότερα στα RAK Studios στο Λονδίνο, οι τέσσερίς τους, μαζί με τον νεαρό παραγωγό Stephen Street, βρήκαν ένα καταφύγιο. Ο Johnny Marr, ήταν ο de facto μουσικός διευθυντής, βρισκόταν σε ένα κρεσέντο έμπνευσης. Έχοντας κουραστεί από τον όρο "jangle pop" που του απέδιδαν, ήθελε να δημιουργήσει έναν ήχο πιο στιβαρό, πιο σκοτεινό και κινηματογραφικό.
«Θέλαμε να ακουγόμαστε σαν τους Velvet Underground που συναντούν τους Stooges, αλλά με τις μελωδίες της pop των 60s. Ξέραμε ότι γράφαμε κάτι που θα έμενε.» είχε πει ο Marr.
Έπειτα, η οπτική ταυτότητα των The Smiths ήταν πάντα εξίσου σημαντική με τη μουσική τους. Για το The Queen Is Dead, ο Morrissey επέλεξε προσωπικά μια φωτογραφία του Γάλλου ηθοποιού Alain Delon από την ταινία L'Insoumis του Alain Cavalier. Ξαπλωμένος στο έδαφος, μοιάζει είτε νεκρός είτε σε κατάσταση απόλυτης παραίτησης. Ακριβώς όπως ο μέσος άνθρωπος στο Μάντσεστερ του 1985. Ας αφήσουμε όμως για λίγο τις θεωρίες και ας πάμε στο ίδιο το υλικό. Πώς ακούγονται αυτά τα δέκα κομμάτια σήμερα, γδυμένα από τον μύθο τους;

The Queen Is Dead
Ο δίσκος ξεκινά με ένα σαμποτάζ. Ακούγεται ένα απόσπασμα από το παραδοσιακό τραγούδι "Take Me Back to Dear Old Blighty" τραγουδισμένο από τη Cicely Courtneidge στην ταινία The L-Shaped Room, σαν μια ειρωνική επίκληση σε μια Βρετανία που δεν υπάρχει πια. Ξαφνικά, το loop των τυμπάνων του Mike Joyce εισβάλλει με πρωτόγνωρη βία. Το μπάσο του Andy Rourke παίζει μια από τις πιο επιθετικές, funky-punk γραμμές της καριέρας του, και η κιθάρα του Marr, παραμορφωμένη με wah-wah, δημιουργεί ένα τείχος ήχου. Ο Morrissey έρχεται και εξαπολύει μια λυρική επίθεση στη Βασίλισσα Ελισάβετ, τον Πρίγκιπα Κάρολο και την πνευματική στειρότητα της χώρας.
«Her Very Lowness with a head in a sling I'm truly sorry but it sounds like a wonderful thing»
«But when you're tied to your Mother's apron, no one talks about castration»
Είναι ένας θριαμβευτικός, εξάλεπτος θόρυβος που ξεκαθαρίζει ότι οι Smiths δεν παίζουν με τους όρους του mainstream σε ένα σεμινάριο προλεταριακού rock 'n' roll.
Frankly, Mr. Shankly
Μετά το σοκ του εναρκτήριου κομματιού, η μπάντα στρέφεται σε μια music-hall, σχεδόν vaudeville pop αισθητική. Το "Frankly, Mr. Shankly" είναι μια ξεκάθαρη, ειρωνική επιστολή παραίτησης που απευθύνεται στον Geoff Travis της Rough Trade. Τραγουδούν για την ανάγκη τους να ξεφύγουν από την μετριότητα και να γραφτούν στην ιστορία, όπως ακριβώς τους αξίζε, και όπως ακριβώς συνέβη. Παρά τον ανάλαφρο ρυθμό του, κρύβει όλον εκείνον τον βαθύ φόβο ενός καλλιτέχνη μήπως μετατραπεί σε ένα ακόμα γρανάζι της καπιταλιστικής μηχανής.
I Know It's Over
H συναισθηματική καρδιά του δίσκου και κατά την προσωπική μου άποψη μια από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία της εναλλακτικής μουσικής. Μια αργή, σπαρακτική μπαλάντα που δημιουργεί ένα υποβλητικό, νυχτερινό ηχοτοπίο, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο στον Morrissey να παραδώσει την πιο συγκλονιστική φωνητική του ερμηνεία.
«It's so easy to laugh, it's so easy to hate, It takes strength to be gentle and kind»
Αν αυτό δεν είναι μανιφέστο ενσυναίσθησης, τότε δεν ξέρω ποιο είναι.
Never Had No One Ever
Δεν ξέρω αν μπορούμε σε έναν τέτοιο δίσκο να συζητάμε για underrated κομμάτια, αλλά αν μπορούσαμε, ένα από αυτά θα ήταν το "Never Had No One Ever". Συχνά υποτιμάται, όμως αισθάνομαι πως είναι η τέλεια γέφυρα μετά το συναισθηματικό μεγαλείο του "I Know It’s Over". Με την βαριά και ατμοσφαιρική του υπόσταση και την κιθάρα του Marr να θρηνεί στο background, ο Morrissey επιστρέφει στα εφηβικά του τραύματα στους δρόμους του Μάντσεστερ, δηλώνοντας ότι στα 20 του χρόνια νιώθει ακόμα σαν ξένος, χωρίς κανέναν να τον κρατήσει από το χέρι.
Cemetry Gates
Το Side A’ κλείνει μια φωτεινή, ηλιόλουστη ακουστική pop μελωδία. Η απάντηση των Smiths σε όσους κατηγορούσαν τον Morrissey για λογοκλοπή λόγω των συνεχών αναφορών του στον Oscar Wilde. Μια τέλεια αντιπαραβολή στους στίχους και το θέμα. Το σκηνικό είναι ένα νεκροταφείο, όπου δύο φίλοι κάνουν βόλτα και απαγγέλλουν ποίηση. Ο Morrissey αντιπαραβάλλει τον Wilde με τον Keats και τον Yeats, ειρωνευόμενος τους «λογοκλοπείς» και τους στείρους ακαδημαϊκούς.
Bigmouth Strikes Again
Εντάξει, ο Morrissey υπήρξε πολλά στο παρελθόν, το παρόν και σίγουρα το μέλλον. Αν κάτι δεν υπήρξε ποτέ όμως ήταν μετριόφρων. Κοιτάζοντας το από το 2026, το αριστουργηματικό μουσικά "Bigmouth" είναι το πρωτόγονο μανιφέστο του "cancel culture" από την ανάποδη. Οι στίχοι είναι η αυτοσαρκαστική απάντηση του Morrissey στις επιθέσεις που δεχόταν από τον μουσικό τύπο για τις προκλητικές του δηλώσεις. Παρομοιάζει τον εαυτό του με την Ιωάννα της Λωραίνης, ενώ στα backing vocals ακούγεται η δική του φωνή σε pitch-shift υπό το ψευδώνυμο "Ann Coates".
«And now I know how Joan of Arc felt, as the flames reached to her Roman nose»
Ο Morrissey ένιωθε θύμα των media ήδη από το 1986, μόνο που τότε είχε το ταλέντο να το μετατρέψει σε τέχνη. Σήμερα το κάνει απλώς με θυμωμένα post.
The Boy with the Thorn in His Side
Το single που είχε κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 1985 ενσωματώνεται ιδανικά στον δίσκο. Μια από τις πιο λαμπερές, αριστουργηματικές μελωδίες του Johnny Marr, με ένα έγχορδο synth (mellotron) που προσθέτει μια αίσθηση ελπίδας και ελευθερίας. Ειδική μνεία αξίζει στο εκπληκτικό falsetto του Morrissey στο κλείσιμο. Πίσω από την pop-friendly ομορφιά, ωστόσο, κρύβεται η πικρία. Το “αγκάθι στο πλευρό” είναι η ίδια η μπάντα, και το τραγούδι μιλά για τη δυσπιστία της μουσικής βιομηχανίας απέναντι στα αληθινά κίνητρα των Smiths. Την αυθεντικότητα που το σύστημα αρνείται να αναγνωρίσει, προσπαθώντας να τη μετατρέψει σε ένα ακόμα εμπορεύσιμο trade-mark
Vicar in a Tutu
Ένα γρήγορο, rockabilly κομμάτι που φέρνει στο μυαλό τις ρίζες του Marr και την αγάπη του για τον ήχο της Sun Records. Ο Morrissey αφηγείται μια σουρεαλιστική, slapstick ιστορία για έναν εφημέριο που χορεύει φορώντας tutu μέσα στην εκκλησία. Πέρα από το χιούμορ, το τραγούδι αποτελεί μια ακόμη σάτιρα της θρησκευτικής υποκρισίας και του πουριτανισμού ειδικότερα της βρετανικής επαρχίας.
There Is a Light That Never Goes Out
Ο απόλυτος ύμνος του alternative rock. Αν το The Queen Is Dead έπρεπε να συμπυκνωθεί σε τέσσερα λεπτά, αυτά θα ήταν το "There Is a Light That Never Goes Out". Το τραγούδι που έχει παιχτεί σε κάθε indie club, σε κάθε μπαρ, σε κάθε εφηβικό δωμάτιο τα τελευταία 40 χρόνια.
«And if a ten-ton truck kills the both of us, To die by your side, well, the pleasure, the privilege is mine.»
Βέβαια αν πιάσουμε τους στίχους πιο κυνικά, ο αφηγητή μας μας προτιμά να πεθάνει σε ένα τροχαίο παρά να επιστρέψει στο σπίτι του. Ένα σπίτι που προφανώς αντιπροσωπεύει την οικογενειακή μιζέρια και την κοινωνική σύμβαση. Σε αυτό φυσικά βοηθά πολύ η ιδιοφυώς cheerful σύνθεση του Marr που κάνει την ιδέα ενός θανατηφόρου ατυχήματος να ακούγεται σαν η πιο λυτρωτική, επαναστατική και fun βρε παιδάκι μου πράξη στον κόσμο. Mια από τις πιο ισχυρές, ρομαντικές και ταυτόχρονα νοσηρές μεταφορές στην ιστορία της pop κουλτούρας.
Some Girls Are Bigger Than Others
Ο Marr παραδίδει το πιο ώριμο, μελαγχολικό, baroque-pop riff της καριέρας του. Μια μουσική που σε κάνει να θες να κλάψεις για όλη την ανθρωπότητα. Και τι κάνει ο Morrissey; Πάνω σε αυτό το μουσικό κομψοτέχνημα, επιλέγει να τραγουδήσει στίχους που μοιάζουν εντελώς κοινότοποι ή και προκλητικοί. Το μέγεθος των γυναικών… και των μανάδων τους. Κι όμως, αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην ουράνια μουσική και τον πεζό, μπανάλ στίχο, είναι η επιτομή της φιλοσοφίας των Smiths. Η ομορφιά κρύβεται στο καθημερινό, στο άβολο, στο παράξενο.
Το The Queen Is Dead είναι ο δίσκος στον οποίο η συνθετική ευφυΐα του Johnny Marr, οι λογοτεχνικές και μελοδραματικές εμμονές του Morrissey, και το υποτιμημένο αλλά συμπαγές ρυθμικό section των Andy Rourke και Mike Joyce ευθυγραμμίστηκαν απόλυτα. Οι Smiths διαλύθηκαν το 1987, μόλις ένα χρόνο μετά από αυτόν τον δίσκο. Ήταν μια νομοτελειακή εξέλιξη. Δύο τεράστια Εγώ δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν για πολύ μέσα σε ένα σύστημα που απαιτούσε συνεχή συμβιβασμό. Με το πέρασμα των δεκαετιών, η αξία του The Queen Is Dead αυξήθηκε εκθετικά. Δεν κατάφερε ποτέ όμως να αναπαραχθεί. Η Britpop των 90s πήρε τα μαθήματα των Smiths αλλά πέταξε την επικίνδυνη ειρωνεία τους και τον φλεγματισμό τους. Κράτησαν τις κιθάρες και το coolness τους, μετατρέποντάς το στο "Cool Britannia" του Τόνι Μπλερ. Την απόλυτη συνθηκολόγηση της pop κουλτούρας με τον νεοφιλελευθερισμό.
Φυσικά όμως δεν γίνεται να γράφω ένα αφιέρωμα για το The Queen Is Dead το 2026 χωρίς να μιλήσω για το τι απέγινε ο κεντρικός του αφηγητής. Ο Morrissey του 1986 ήταν το απόλυτο τέτοιο icon της αντισυστημικής, queer, vegan, αντι-μοναρχικής νεολαίας. Ήταν ο τύπος που κυκλοφορούσε με γλαδιόλες στην κωλότσεπη και τραγουδούσε για το πόσο σιχαίνεται τους θεσμούς, την αστυνομία και τους δικαστές. Ο Morrissey του σήμερα είναι ένας πικραμένος, δεξιομπασκίνας γέρος που υποστηρίζει ακροδεξιά βρετανικά κόμματα, κάνει ρατσιστικές δηλώσεις για τους μετανάστες και έχει μετατραπεί στον κλασικό κυρ-Παντελή της διπλανής πόρτας, που απλώς έτυχε να ξέρει να γράφει εξαιρετικούς στίχους στα νιάτα του. Ίσως το απόλυτο μάθημα για το πώς ο αστικός ατομικισμός μπορεί να καταπιεί έναν καλλιτέχνη όταν η επανάστασή του είναι καθαρά αισθητική. Ο Morrissey δεν άλλαξε επειδή τρελάθηκε. Άλλαξε επειδή ο ρομαντικός του απομονωτισμός ήταν πάντα μια εγωκεντρική κατασκευή.
Κοιτάζοντας τον δίσκο από το πρίσμα του 2026, 40 χρόνια μετά, υπάρχει μια αναπόφευκτη μελαγχολία. Η Βασίλισσα επιτέλους πέθανε. Ο Andy Rourke πέθανε το 2023. Ο Morrissey «πέθανε» ιδεολογικά μέσα στον δικό του συντηρητισμό. Ο Johnny Marr συνεχίζει να παίζει τις ίδιες μελωδίες, ένας τίμιος εργάτης της κιθάρας που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό το legacy. Ωστόσο, το The Queen Is Dead στέκεται πέρα και πολύ πάνω από τις προσωπικές διαδρομές των δημιουργών του. Είναι το καταφύγιο κάθε ανθρώπου που ένιωσε ποτέ μόνος, παρεξηγημένος ή ξένος μέσα στο πλήθος. Στέκεται μνημείο και ζωντανή απόδειξη πως η ποίηση μπορεί να γεννηθεί μέσα από τις λάσπες, και ότι ένα φως, πράγματι, δεν σβήνει ποτέ.






