Patrick Gleeson

Ο Patrick Gleeson, ένας από τους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής μουσικής και της δημιουργικής χρήσης των synthesizers, πέθανε σε ηλικία 91 ετών. Όπως ανακοίνωσε στις 28 Ιουλίου το Bob Moog Foundation, εκ μέρους της οικογένειας και των διαχειριστών της περιουσίας του, ο Gleeson έφυγε από τη ζωή στις 19 Ιουλίου 2026, χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί η αιτία του θανάτου του. Το όνομά του συνδέθηκε κυρίως με το Different Fur Studios και με τις καθοριστικές συνεργασίες του με τον Herbie Hancock. Η διαδρομή του, ωστόσο, απλώθηκε πολύ πέρα από αυτά: σε περισσότερα από 100 άλμπουμ ως παραγωγός, ηχολήπτης ή μουσικός, σε προσωπικές κυκλοφορίες, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά soundtracks, αλλά και σε ζωντανές εμφανίσεις που συνεχίστηκαν μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε το έργο του σε μια και μόνο φράση, θα λέγαμε πως υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές παρουσίες της μουσικής βιομηχανίας, που βοήθησε να περάσει το synthesizer από το πειραματικό εργαστήριο στη jazz σκηνή, στη δισκογραφική παραγωγή και στον κινηματογράφο.

Από την αγγλική λογοτεχνία στα πρώτα ηλεκτρονικά εργαστήρια

Πριν αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μουσική, ο Gleeson είχε ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική ακαδημαϊκή πορεία. Τη δεκαετία του ’60 μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου δίδαξε αγγλική λογοτεχνία του 18ου αιώνα στο San Francisco State University. Λίγο αργότερα άρχισε να πειραματίζεται με την ηλεκτρονική μουσική στο San Francisco Tape Music Center, χρησιμοποιώντας ένα πρώιμο Buchla Box ― ένα modular ηλεκτρονικό όργανο αποτελούμενο από διαφορετικές μονάδες παραγωγής και επεξεργασίας ήχου. Η επαφή αυτή αποδείχθηκε καταλυτική και ο Gleeson εγκατέλειψε τελικά τη διδασκαλία για να αφοσιωθεί επαγγελματικά στη μουσική. Το 1968, εμπνευσμένος από το Switched-On Bach της Wendy Carlos, στράφηκε στο Moog III, ένα ογκώδες αναλογικό modular synthesizer, οι μονάδες του οποίου συνδέονταν με καλώδια ώστε ο μουσικός να δημιουργεί και να διαμορφώνει ηλεκτρονικούς ήχους από το μηδέν. Την ίδια χρονιά ίδρυσε με τον John Vieira το Different Fur, το studio ηχογράφησης που έμελλε να γίνει κομβικό για τη μετέπειτα πορεία του και με το οποίο παρέμεινε συνδεδεμένος έως το 1985.

Η συνάντηση με τον Herbie Hancock

Στο Different Fur ο Gleeson συνεργάστηκε με τον Herbie Hancock στα albums Crossings του 1972 και Sextant του 1973, δύο από τους πιο τολμηρούς δίσκους της ηλεκτρικής περιόδου των Mwandishi. Στο πρώτο, τα synthesizers του Gleeson διεύρυναν τον ελεύθερο, κοσμικό jazz ήχο του σχήματος, ενώ το δεύτερο ― το τελευταίο άλμπουμ των Mwandishi και το πρώτο του Hancock για την Columbia ― οδήγησε ακόμη βαθύτερα τη συνάντηση της avant-garde jazz με την ηλεκτρονική μουσική. Η συνεργασία αυτή έφερε τον Gleeson και στις περιοδείες των Mwandishi. Εκεί χρησιμοποιούσε το ARP 2600, ένα αναλογικό ημι-modular synthesizer αρκετά πιο πρακτικό για ζωντανές εμφανίσεις από τα ογκώδη πρώιμα συστήματα, συμβάλλοντας στην καθιέρωση των synthesizers τόσο στη σκηνή όσο και στο πεδίο της jazz. Στη συνέχεια, έγινε μόνιμο μέλος της μπάντας του Hancock, ο οποίος αναγνώρισε αργότερα δημόσια ότι ο Gleeson ήταν εκείνος που τον μύησε στα synthesizers.

Στο Different Fur ηχογραφήθηκε και o δίσκος Head Hunters, με τον οποίο ο Hancock στράφηκε αποφασιστικά προς τη jazz-funk. Μία δουλειά που εξελίχθηκε σε ορόσημο και έγινε το πρώτο πλατινένιο jazz album στην ιστορία. Η παρουσία του Gleeson σε εκείνη την κρίσιμη φάση δεν περιορίστηκε, επομένως, στη χρήση μιας νέας τεχνολογίας. Βοήθησε να μεταφερθεί το synthesizer από το πειραματικό studio στη ζωντανή σκηνή και από το περιθώριο της ηλεκτρονικής πρωτοπορίας στο λεξιλόγιο της σύγχρονης jazz.

Από τους Devo στους Brian Eno και David Byrne

Στη διάρκεια της καριέρας του, ο Gleeson υποστήριξε το έργο δεκάδων μουσικών από διαφορετικά είδη. Μεταξύ όσων συνεργάστηκαν μαζί του συγκαταλέγονται οι David Byrne, Charles Earl, Brian Eno, Sammy Hagar, Eddie Henderson, Joe Henderson, Freddie Hubbard, Kronos Quartet, Benny Maupin, Pat Metheny, Julian Priester, Michael Shrieve και Lenny White.

Ως παραγωγός και ηχολήπτης εργάστηκε στο Q: Are We Not Men? A: We Are Devo! του 1978, το ντεμπούτο των Devo σε παραγωγή Brian Eno. Με τον νευρικό, μηχανικό art-punk ήχο και τη σατιρική αισθητική του, ο δίσκος αναδείχθηκε σε σημείο αναφοράς για το αμερικανικό new wave, αξιοποιώντας τα synthesizers ως βασικό στοιχείο της ηχητικής του ταυτότητας (ένα μέρος του ηχογραφήθηκε στο Different Fur).

Οι δεξιότητες του Gleeson στην παραγωγή και το editing αποτυπώθηκαν επίσης στο πρωτοποριακό My Life in the Bush of Ghosts των David Byrne και Brian Eno. Συνολικά, ο Gleeson έπαιξε ή εργάστηκε στην παραγωγή περισσότερων από 100 άλμπουμ, μετακινώντας διαρκώς το ενδιαφέρον του ανάμεσα στην jazz, το rock, την ηλεκτρονική μουσική, τον πειραματισμό και τη σύνθεση μουσικής για τη μεγάλη και μικρή οθόνη.

Η προσωπική δισκογραφία και η υποψηφιότητα για Grammy

Το 1976 κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, Beyond the Sun – An Electronic Portrait of Holst’s “The Planets”, στο οποίο χρησιμοποίησε το πολυφωνικό synthesizer της E-mu, ένα ηλεκτρονικό όργανο που επέτρεπε την ταυτόχρονη εκτέλεση περισσότερων από μίας νοτών, σε αντίθεση με πολλά από τα μονοφωνικά συστήματα της πρώιμης εποχής των synthesizers. Ο δίσκος τού χάρισε υποψηφιότητα στα Grammy του 1977, στην κατηγορία Best Engineered Album, Classical. Τις σημειώσεις στο εξώφυλλο είχε γράψει η Wendy Carlos, η οποία αναγνώριζε στον Gleeson έναν δημιουργό που μπορούσε να συνδυάσει την τεχνική αρτιότητα με το μουσικό γούστο. «Η οκταετής αναμονή μας για να εξερευνήσει κάποιος άλλος την πραγμάτωση της ηλεκτρονικής μουσικής με τα τεχνικά πρότυπα και το μουσικό γούστο που θεωρούμε κατάλληλα έφτασε στο τέλος της», είχε γράψει. «Με λίγα λόγια, ακούει κανείς τα αυτιά ενός χαρισματικού μουσικού εν δράσει, σε ένα πεδίο όπου απαιτούνται πρωτοφανής πειθαρχία και αυτοέλεγχος».

Το Beyond the Sun ακολούθησαν τα Patrick Gleeson’s Star Wars το 1977, Rainbow Delta το 1980, Patrick Gleeson Antonio Vivaldi: The Four Seasons το 1981 και το soundtrack του The Plague Dogs το 1982. Αργότερα κυκλοφόρησε και το Slide, το Patrick Gleeson / Jim Lang: Jazz Criminal – Featuring Bennie Maupin, Wallace Roney το 2007, το Driving While Black με τον Bennie Maupin το 2014, το Fourever το 2021, που κινήθηκε στα όρια της μινιμαλιστικής jazz και κυκλοφόρησε σε τετραφωνικό ήχο,.και το The Rainbow Delta το 2022.

Η δουλειά του για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση

Παράλληλα με τη δισκογραφική του δραστηριότητα, ο Gleeson ανέπτυξε εκτεταμένο έργο για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στις κινηματογραφικές παραγωγές στις οποίες εργάστηκε περιλαμβάνονται τα The Plague Dogs, Apocalypse Now, Crossroads και The Bedroom Window. Στο κινηματογραφικό έπος του Αποκάλυψη Τώρα του Coppola, ο Gleeson ως master synthesist δημιούργησε ηλεκτρονικούς ήχους που διαμόρφωσαν στην ηχητική ταυτότητα μιας από τις πιο εμβληματικές ταινίες όλων των εποχών.

Επίσης, υπέγραψε τη μουσική για εννέα τηλεοπτικές σειρές, ενώ οι μουσικές που συνέθεσε για έργα του καλλιτέχνη Bruce Conner βρίσκονται στις μόνιμες συλλογές του Walker Art Center, του San Francisco Museum of Modern Art και του Museum of Modern Art.

Επιστροφή στη σκηνή και διαρκής αναζήτηση

Το 2017 ο Gleeson αποσύρθηκε από τη σύνθεση, όχι όμως και από τη δημιουργία. Επέστρεψε στη σκηνή με μουσική που κινούνταν ανάμεσα στην ηλεκτρονική jazz, τον μινιμαλισμό και τον αυτοσχεδιασμό, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον χωρικό, τετραφωνικό ήχο. Εμφανιζόταν τόσο μόνος όσο και με trio, έχοντας δίπλα του τον Michael Shrieve στα ντραμς και τον Sam Morrison στα πνευστά. Το 2018 εμφανίστηκε στο Cutting Room της Νέας Υόρκης, ενώ στο Moogfest του 2019 παρουσίασε νέο, σε μεγάλο βαθμό αυτοσχεδιαστικό υλικό μέσα από χωρικές μίξεις, σχεδιασμένες ώστε ο ήχος να αναπτύσσεται γύρω από το κοινό.

Το 2022, ο Gleeson συνεργάστηκε με τον KamranV στο Synthplex, όπου παρουσίασε τετραφωνικό set και συμμετείχε σε συναντήσεις γύρω από τη σύνθεση και την ηχογράφηση σε surround περιβάλλον. Το 2023 ήταν ο επίσημος προσκεκλημένος στον εορτασμό για την τέταρτη επέτειο του Moogseum. Εκεί παρουσίασε το παλιό του Moog modular, συζήτησε τη διαδρομή του στην ηλεκτρονική μουσική και ολοκλήρωσε τη βραδιά με DJ set.

Ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Gleeson δεν έπαψε να εξερευνά τις νέες δυνατότητες της ηλεκτρονικής σύνθεσης και της ζωντανής εκτέλεσης. Πειραματιζόταν συνεχώς με το Ableton, και με άλλα ψηφιακά εργαλεία. Από το Buchla Box του San Francisco Tape Music Center και το ογκώδες Moog III μέχρι το ARP 2600, το Ableton και τα σύγχρονα πολυκάναλα περιβάλλοντα, η πορεία του Patrick Gleeson ακολούθησε σχεδόν ολόκληρη την εξέλιξη της ηλεκτρονικής μουσικής.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network