Η μουσική παίρνει θέση ξανά
Εικονογράφηση: Artificial Vandalism

Πριν δύο μήνες βρέθηκα καλεσμένη στο Athens Music Week σε ένα roundtable της Greenpeace με θέμα "Η Μουσική ως Μέσο Κοινωνικής Αλλαγής" και λίγες μέρες πριν από αυτό αναζητώντας τα δύο κομμάτια που μου μου είχε ζητηθεί να επιλέξω και να παρουσιάσω ξεκίνησε το μυαλό μου να παλεύει με χίλιες ιδέες και μουσικούς,  είδη, ηπείρους κι εποχές με κοινό παρονομαστή τη διαμαρτυρία, τον θρήνο, τη φωνή, τον αγώνα, την αντίσταση των ανθρώπων απέναντι σε καθετί που ακυρώνει την ανθρωπιά τους.

Πόλεμοι, βία, ρατσισμός, φασισμός, φυσική καταστροφή και στίχοι δίπλα τους να δείχνουν τα αυτονόητα, να στηλιτεύουν κυβερνήσεις και απάνθρωπους ανθρώπους.  

21ος αιώνας, πόλεμοι που μεταδίδονται σε πραγματικό χρόνο, κοινωνίες που πολώνονται, μια γενιά που αμφιβάλλει αν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει σπίτι, η κλιματική αλλαγή που δεν αποτελεί πλέον πρόβλεψη, αλλά καθημερινότητα και η τεχνητή νοημοσύνη που επαναπροσδιορίζει την ίδια τη δημιουργία.   Εικόνες πείνας, φτώχειας, θανάτων, πυρκαγιών, νεκρών ψαριών που επιπλέουν, λέξεις που έγραψαν μουσικοί για καταστάσεις που χλεύασαν, στηλίτευσαν, ψιθύρισαν, θρήνησαν.

Από τον Michael Jackson και το "Earthsong" μέχρι τον Childish Gambino και το "This Is America", στη σπαρακτική διασκευή του "Beds Are Burning" της Julia Stone για τις πυρκαγιές στην Αυστραλία, το πρόσφατο "Palestine (feat. Fawzi)" των Kneecap και το "Boots On The Ground" των Tom Waits- Massive Attack, το σκοτεινό αυτό protest song που ασκεί κριτική στον αυταρχισμό, τη στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και τις επιχειρήσεις της ICE στις ΗΠΑ. Από το "God Save the Queen" του 1977 των Sex Pistols και τη δριμεία κριτική στη βρετανική μοναρχία και το πολιτικό σύστημα, στα "Guns Of Brixton" και το "Nazi Punks Fuck Off" των Dead Kennedys που σατιρίζουν τον αυταρχισμό, τον φασισμό και την πολιτική υποκρισία, τα "White Riot", "Clampdown", "Washington Bullets" των The Clash για τις ταξικές ανισότητες, την κρατική καταστολή και τη διεθνή πολιτική στον ΛΕΞ, τον 12ο Πίθηκο, τους Στίχοιμα και τον Kendrick Lamar,  τη M.I.A., και τους Run the Jewels.

Καλλιτέχνες γράφουν νέα τραγούδια κι άλλοι ξεθάβουν παλιά που ακούγονται και πάλι επίκαιρα και τα ξανατραγουδούν. Η Νατάσα Μποφίλιου στα Προπύλαια ξεσηκώνει στο ξεκίνημα της Άνοιξης με το “Μπήκαν Στην Πόλη οι Οχτροί” και τα Καλογεράκια δεν σταματούν να ουρλιάζουν, να κραυγάζουν “Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα / Ίσα ολόισια στη φωτιά/Και θα μπω όπως και χθες/Φωνάζοντας Φασίστες/Στήνοντας Οδοφράγματα/ Και πετώντας πέτρες/ Μένα κόκκινο λάβαρο/Ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο”.

Με τη σημαία της Παλαιστίνης να κυματίζει πλέον σε κάθε συναυλία και φεστιβάλ από τους Maruja και τους Kneecap που επαναφέρουν στο στόμα του πλήθους τον Ξυλούρη και το “Bella Ciao” μέχρι την Patti Smith στον Λυκαβηττό, τους Senser, τους Bad Religion, τους Necks και τους Gorrilaz με στίχους και συνθήματα φωνάζουν ξανά, όλοι με το cancellation culture να παραμονεύει, αλλά να μην νικά, η αληθινή Τέχνη που δρα απομακρυσμένη από τάσεις κι αριθμούς αποδεικνύει για ακόμα μία φορά το αυτονόητο. Ο  καλλιτέχνης δεν γίνεται να δημιουργεί έξω από την εποχή του. Ζει κι αναπνέει μέσα σε αυτήν. Πεθαίνει στον θάνατο κάθε παιδιού και πονάει στο χτύπημα κάθε ρατσιστή. Και σίγουρα δεν μπορεί να γράφει μόνο τραγούδια για την αγάπη και τους αποχωρισμούς.

Η ιστορία της μουσικής στενά συνδεδεμένη με μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις και τραγούδια που δημιουργήθηκαν για να στηρίξουν εργατικά κινήματα, αντιπολεμικές εκστρατείες, αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και κινήματα ελευθερίας γράφτηκε πολλές φορές από καλλιτέχνες που τόλμησαν να γίνουν ενοχλητικοί. Το "Blowin’ Ιn the Wind" του Bob Dylan έκανε τις σωστές ερωτήσεις και μαζί με το "The Times They Are Α-Changin’" συνδέθηκε με το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και την αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ. Το “Ohio” των Crosby, Stills, Nash & Young γράφτηκε μέσα σε λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία φοιτητών στο Kent State και απέδειξε ότι ένα τραγούδι μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν σαν δημοσιογραφικό σχόλιο. Ο Woody Guthrie έγραψε τραγούδια για τους εργάτες, τη φτώχεια και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Joan Baez χρησιμοποίησε τη μουσική της για να υποστηρίξει ειρηνικές κινητοποιήσεις, ενώ ο Pete Seeger συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση τραγουδιών που έγιναν σύμβολα κοινωνικών αγώνων, όπως το “We Shall Overcome”. Ο John Lennon με το “Imagine” εξέφρασε  το όραμα για έναν κόσμο χωρίς πολέμους, σύνορα και διακρίσεις, ενώ το “Give Peace a Chance” έγινε σύνθημα του αντιπολεμικού κινήματος. To Mississippi Goddam” της Nina Simone τραγούδησε την οργή και την απόγνωση απέναντι στον θεσμικό ρατσισμό και τη βία, ο Marvin Gaye με το "What’s Going On" μετέτρεψε τη soul σε κοινωνική ανάλυση, ενώ οι Public Enemy, μέσα από το "Fight the Power", έκαναν το hip hop πολιτική πράξη χωρίς να θυσιάσουν ούτε στιγμή την ταυτότητά τους. Ακόμη και συγκροτήματα που δεν αυτοπροσδιορίστηκαν ποτέ ως «στρατευμένα», όπως οι Rage Against the Machine, οι Manic Street Preachers ή οι IDLES, απέδειξαν ότι η πολιτική μπορεί να υπάρχει μέσα στη μουσική χωρίς να μετατρέπεται σε κομματική προκήρυξη. Σε κάθε περίπτωση είναι εκεί για να  προκαλεί σκέψη.

Στην Τουρκία, το συλλογικό "Susamam" συγκέντρωσε πολλούς καλλιτέχνες της hip-hop σκηνής, οι οποίοι μίλησαν για τη διαφθορά, τη λογοκρισία, τη βία κατά των γυναικών και την περιβαλλοντική καταστροφή. Η Yasmine Hamdan στο "Douss (دوس)" τραγούδησε την απογοήτευση μετά την Αραβική Άνοιξη και τις υποσχέσεις που διαψεύστηκαν. Και γυρνώντας στο παρελθόν και τη Λατινική Αμερική ο Víctor Jara στο "El Derecho de Vivir en Paz" το 1971 έγραψε έναν ύμνο για την ειρήνη και την ελευθερία που συνδέθηκε με τους δημοκρατικούς αγώνες στη Χιλή, ενώ ο  Mercedes Sosa  με το "Sólo le Pido a Dios" (1978) ένα από τα σημαντικότερα αντιπολεμικά τραγούδια της Λατινικής Αμερικής. Στην Αφρική ο Fela Kuti με το "Zombie" (1976) εξαπόλυσε σκληρή κριτική προς τη στρατιωτική δικτατορία της Νιγηρίας και η Miriam Makeba αφιέρωσε το "Soweto Blues" στην εξέγερση του Σοβέτο και στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ.

Η Ελλάδα γνωρίζει  τη σχέση πολιτικής-τραγουδιού, επίσης, πολύ καλά.  Ο Μίκης Θεοδωράκης με έργα όπως "Το Γελαστό Παιδί", "Μην Ξεχνάς τον Ωρωπό" και τον κύκλο "Τα Τραγούδια του Αγώνα", ο Θάνος Μικρούτσικος με τον “Φασισμό”, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής και ο Γιάννης Μαρκόπουλος απέδειξαν ότι το πολιτικό τραγούδι μπορούσε να είναι ταυτόχρονα λαϊκό, ποιητικό και βαθιά δημοφιλές. Δεν ήταν μουσική για μια μικρή ελίτ· γέμιζε στάδια και πλατείες, μετατρέποντας τη συναυλία σε συλλογική εμπειρία. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ιδιαίτερα στους πρώτους του δίσκους, μίλησε για την ελληνική κοινωνία με έναν τρόπο υπαινικτικό, ειρωνικό και βαθιά προσωπικό. Αργότερα, το ελληνικό ροκ, η πανκ και κυρίως η χιπ χοπ σκηνή συνέχισαν αυτή την παράδοση από διαφορετικές αφετηρίες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το ελληνικό hip hop ακόμη διαμόρφωνε την ταυτότητά του, οι Active Member, οι FF.C και οι Terror X Crew έβαλαν στο μικρόφωνο θέματα όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο ρατσισμός, η αστυνομική βία και οι ταξικές ανισότητες. Το πολιτικό τραγούδι είχε αλλάξει γλώσσα. Δεν είχε όμως εξαφανιστεί. Και σήμερα ξυπνά ξανά.

Οι καλλιτέχνες πλέον βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα περιβάλλον όπου κάθε δημόσια δήλωση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης. Η πολιτική τοποθέτηση μπορεί να σημαίνει απώλεια κοινού, ακυρώσεις συνεργασιών και συμβολαίων, απαγόρευση εισόδου σε συγκεκριμένες χώρες ή επιθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Γι' αυτό και κάποιοι επιλέγουν να μένουν ουδέτεροι. Η ραπ ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις δεν σταμάτησε ποτέ να παίρνει θέση. Ούτε η πανκ.

Η νέα γενιά δημιουργών, επίσης, εκφράζει, σκέψεις για την ακρίβεια, τη βία, τη ζωή στις γειτονιές, την επισφαλή εργασία, την ψυχική εξουθένωση, την επιτήρηση, τη μοναξιά των πόλεων και την ανασφάλεια μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα σε διαδοχικές κρίσεις. Και αυτό είναι επίσης πολιτικός λόγος. Αφηγήσεις για μια οικογένεια που δυσκολεύεται οικονομικά, έναν νέο άνθρωπο που δουλεύει σε τρεις δουλειές ή μια πόλη που αλλάζει και διώχνει τους κατοίκους της.

Στην Αμερική στη δεύτερη θητεία του Trump μουσικοί με πολιτική συνείδηση (ή απλώς εξαντλημένοι από την κατάσταση) άρχισαν σταδιακά να εκφράζουν την οργή και την απογοήτευσή τους. Οι φρικτές κλιμακώσεις των επιχειρήσεων της I.C.E. στη Μινεάπολη στις αρχές του 2026 λειτούργησαν ως καύσιμο για αυτή την έκρηξη συναισθημάτων. Άρχισαν να εμφανίζονται τραγούδια γεμάτα αιχμηρή κριτική, κατηγορίες και απλή, ακατέργαστη οργή από μερικούς από τους πιο δυνατούς στιχουργούς της εποχής.

Στο "Livin in the USA" ο εκρηκτικός frontman των Low Cut Connie, Adam Weiner, τραγουδά «Ζω στις ΗΠΑ, αλλά δεν είναι το σπίτι μου», το καυστικό "Join Ice" του Jesse Wells λειτουργεί σαν μια ψεύτικη διαφημιστική καμπάνια στρατολόγησης, χτυπώντας όσους θα ήταν πιθανότεροι υποψήφιοι για μια τέτοια υπηρεσία. Ο στίχος “Αν σου λείπει ο έλεγχος και η εξουσία / έλα μαζί μου και κυνήγησε μειονότητες” έχει εκείνη τη δήθεν αθώα, “χαμογελαστή” ειρωνεία που ο Guthrie είχε τελειοποιήσει. Το μελαγχολικό "Bad News" του τραγουδοποιού της κάντρι Zach Bryan αναφέρεται στους στίχους του στη συνεχή ροή κακών ειδήσεων και το ψυχικό βάρος που αυτή προκαλεί.

Το πιο προβεβλημένο μέχρι σήμερα είναι το "Streets of Minneapolis" του Springsteen, με την άμεση αναφορά του στα γεγονότα της λεωφόρου Nicollet, στους ομοσπονδιακούς πράκτορες που αποκαλεί «τραμπούκους του βασιλιά Τραμπ» και στα «βρώμικα ψέματα των Miller και Noem». Στο "City of Heroes" o Billy Bragg εμπνευσμένος από το κείμενο «First They Came» του Martin Niemöller αρνείται να παραμείνει σιωπηλός. Το "Minnesota Nazis" των θρύλων της πανκ NOFX κλείνει με τον αιχμηρό στίχο «Αμερική, γιατί δεν μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε / ότι είναι εντάξει να κρίνουμε και να μισούμε ανθρώπους / αν βασίζεται στις αξίες τους / όχι στην καταγωγή τους». Οι  Dropkick Murphys στο κατηγορηματικό "Citizen I.C.E." δεν αφήνουν τίποτα ανείπωτο, εξαπολύοντας ενενήντα δευτερόλεπτα σκληρών κατηγοριών και φωνάζοντας: «Πολύ φοβισμένος για να πας στον στρατό, πολύ χαζός για να γίνεις αστυνομικός», σε καθαρό old-school hardcore ύφος. Στο "American Obituary" ο Bono των U2 aναφέρεται στις δολοφονίες στη Μινεάπολη και κλείνει με το σύνθημα: «Η δύναμη του λαού είναι πολύ πιο ισχυρή από τους ανθρώπους που βρίσκονται στην εξουσία».

Η ανάγκη για πολιτικό στίχο επιστρέφει ξανά. Ο μόνος κίνδυνος σήμερα είναι ότι μπορεί να μην ακούμε. Να προσπερνάμε γρήγορα, όπως μας εκπαιδεύουν οι πλατφόρμες, να καταναλώνουμε, να προσπερνάμε.

Και βέβαια κάποιοι θα αντιτάξουν το προφανές. Ε, και; Η μουσική δεν αλλάζει τον κόσμο. Πράγματι. Η μουσική δεν αλλάζει τον κόσμο. Όμως σκουντά. Προκαλεί συστήματα. Προβάλλει την αδικία. Μεταφέρει γνώση. Δίνει φωνή στις μειονότητες. Απορρίπτει τη βία. Ενώνει συνειδήσεις. Ανοίγει διάλογο. Καθρεφτίζει τον κόσμο. Χτίζει την ενσυναίσθηση. Δεν σταματά πολέμους, δεν ρίχνει κυβερνήσεις και δεν λύνει κοινωνικές ανισότητες. Ανοίγει, όμως, συζητήσεις. Κρατάει ζωντανή τη μνήμη. Προβάλλει αξίες. Ενώνει ανθρώπους που αισθάνονται μόνοι μέσα στην ίδια πραγματικότητα. Ωθεί σε δράση.

Και η Τέχνη αυτή δεν είναι στρατευμένη. Γιατί δεν έχει σκοπό τον ξεσηκωμό. Αλλιώς οι στίχοι των τραγουδιών αυτών θα τυπώνονταν και θα διανέμονταν σαν πολιτικά φυλλάδια. Είναι απλώς οι λέξεις ευαίσθητων ανθρώπων που αγανακτούν και ξεφυσούν. Που ζουν μέσα στην εποχή τους και τους πνίγει το άδικο . Όπως κάθε αληθινό καλλιτέχνη. Όταν ο Bruce Springsteen έγραψε το "The Ghost of Tom Joad", δεν έκανε προεκλογική ομιλία. Κατέγραψε την αόρατη Αμερική. Όταν οι Kendrick Lamar, οι Run the Jewels, η Little Simz μιλούν για ταυτότητα, φυλή, εξουσία και κοινωνική κινητικότητα, αποδεικνύουν ότι τέχνη και πολιτική βαδίζουν μαζί. Ο Σεφέρης όταν έγραφε το Επί Ασπαλάθων δεν ήθελε να γράψει ένα μανιφέστο. Ήταν, όμως, ένας πνευματικός άνθρωπος που αγανακτούσε μέσα στη δικτατορία και ως άνθρωπος διορατικός μπορούσε να προβλέψει το μέλλον και εξέφραζε αυτή την ελπίδα δημόσια υπενθυμίζοντας την τιμωρία του Αρδιαίου.

«Ο άνθρωπος που μπορεί και ζει έξω από την κοινωνία, είναι θηρίο ή Θεός», είπε κάποτε ο Αριστοτέλης. Και οι αληθινοί μουσικοί δεν ανήκουν σε καμία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Παραμένουν άνθρωποι που η μουσική τους καθρεφτίζει τον κόσμο. Και ως πολιτικά όντα παίρνουν χωρίς φόβο θέση ξανά.

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network