Savatage

Για τους Έλληνες μεταλλάδες η εμφάνιση αυτής της μπάντας είναι η εκπλήρωση ενός βαθύτατου απωθημένου, ειδικά για το κοινό της Αθήνας, που είχε να τους δει ζωντανά 24 ολόκληρα χρόνια. Μετά το ιστορικό σοκ που δεχτήκαμε στην Κατερίνη το 2025, ετοιμάζονται να γράψουν ιστορία και κάτω από τον αττικό ουρανό. 

Οι Savatage απέχουν έτη φωτός από τις heavy metal μπάντες που έχουμε συνηθίσει. Με την μουσική τους γεφύρωσαν το κλασσικό heavy metal με το θεατρικό μεγαλείο της όπερας, σε έναν εντελώς δικό τους μοναδικό ήχο. Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του '80 στο Tarpon Springs της Φλόριντα. Δύο αδέρφια, ο Jon Oliva (φωνή, πλήκτρα) και ο Criss Oliva (κιθάρα), μετέφεραν το πάθος τους για τους Black Sabbath, τους Judas Priest και τους Queen, σε ένα συνονθύλευμα που τα πάντρευε μαζί. Αρχικά ονομάστηκαν Avatar, ένα όνομα κάτω από το οποίο κυκλοφόρησαν μάλιστα και ένα EP, το οποίο για να αγοράσω χρειάζεται να δώσω ένα νεφρό και δύο άκρα. Αν και δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο ακόμα και στους οπαδούς της μπάντας, το δεύτερο τραγούδι του EP ίσως να θυμίζει αρκετά πράγματα...

Sirens (1983)

Το Sirens αποτελεί την επίσημη ληξιαρχική πράξη γέννησης των Savatage. Λίγο πριν την κυκλοφορία του πρώτου τους ολοκληρωμένου άλμπουμ, λόγω νομικών κολλημάτων με άλλη μπάντα που είχε το ίδιο όνομα, συνδύασαν τις λέξεις "Savage" και "Avatar", γεννώντας το όνομα που θα έμενε στην ιστορία. Μπορεί ο δίσκος να ηχογραφήθηκε μέσα σε ελάχιστες ώρες και με μηδενικό προϋπολογισμό, όμως ξεχειλίζει από μια ακατέργαστη heavy metal ενέργεια που ανταγωνίζεται τους σκληρότερους δίσκους του είδους το 1983. Τα αδέλφια Oliva, μαζί με τους Keith Collins (μπάσο) και Steve Wacholz (τύμπανα), κατέθεσαν ένα μνημείο του πρώιμου αμερικανικού power metal. Είναι τραχύ, είναι επιθετικό και αρκετά μακριά από τις συμφωνικές αναζητήσεις της ύστερης εποχής, όμως με αρκετή θεατρικότητα. Τα riffs του Criss Oliva ξυράφια, όμως το μεγαλύτερο δέος προκαλούν τα φοβερά φωνητικά του Jon. O δίσκος που έδωσε το όνομά του σε ένα από τα πιο ιστορικά δισκάδικα της Αθήνας (RIP Χρηστάρα). Ο δίσκος που έθεσε τις βάσεις του underground μύθου τους. 

Power of the Night (1985)

Το Power of the Night σηματοδοτεί το μεγάλο άλμα των Savatage στο δυναμικό μιας πολυεθνικής εταιρείας, της Atlantic Records. Επιστρατεύει τον σπουδαίο παραγωγό Max Norman, που είχε εργαστεί με τον Ozzy, ο οποίος καθαρίζει τον ήχο σε έναν πιο επαγγελματικό, συμπαγή και αρκετά “Αμερικανιά” χαρακτήρα. Ηχητικά όμως, βρισκόμαστε ακόμα εντός του σκληροτράχηλου heavy metal πυρήνα τους. O ήχος του Criss γίνεται πιο προσωπικός και αναγνωρίσιμος από ποτέ. Ο Jon παραδίδει μερικά από τα καλύτερα και πιο οργισμένα ουρλιαχτά του, ενώ δείχνουν τα πρώτα ψήγματα μιας πιο λυρικής και μελαγχολικής προσέγγισης με το “In The Dream” που κλείνει μαγικά τον δίσκο. Το Power of the Night έβαλε τους Savatage στον χάρτη των μεγάλων περιοδειών και όλα έδειχναν πως η μπάντα ήταν έτοιμη να κάνει το βήμα προς πολύ μεγάλα πράγματα. 

Fight for the Rock (1986)

Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν, ξεκίνησαν και οι εσωτερικές πιέσεις που άρχισαν να ασκούνται από τα στελέχη της δισκογραφικής για μια πιο mainstream στροφή. Το Fight for the Rock μπορεί να καταγραφεί στην ιστορία ως η πιο σκοτεινή και άτυχης στιγμή της μπάντας. Ένας δίσκος που σχεδόν τους διέλυσε. Υπό την ασφυκτική πίεση της Atlantic Records και του τότε μάνατζμεντ για την επίτευξη μιας εμπορικής επιτυχίας τύπου Bon Jovi, οι Savatage αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν. Στο άλμπουμ συμπεριλήφθηκαν κομμάτια που ο Jon Oliva είχε γράψει αρχικά για άλλους pop-rock καλλιτέχνες της εταιρείας, με αποτέλεσμα το τελικό προϊόν να ακούγεται εντελώς ξένο προς την ταυτότητα της μπάντας. Προφανώς η Atlantic δεν είχε υπολογίσει καθόλου πως το κοινό που είχαν με κόπο χτίσει οι Savatage, δεν ήταν το ίδιο με τα fangirls των Bon Jovi (και πως ο Jon δεν ήταν και κανένας μορφονιός, να τα λέμε και αυτά). Παρά την ένταξη του σπουδαίου μπασίστα Johnny Lee Middleton, ο οποίος θα γινόταν ο στυλοβάτης του ρυθμικού τους τμήματος, ο δίσκος είναι ένα υπεργυαλισμένο, και άψυχο AOR με άστοχες διασκευές. Τόσο η απογοήτευση των fans όσο και της ίδιας της μπάντας ήταν τεράστια και η ψυχολογία τους βρέθηκε στο ναδίρ, με τον Jon Oliva να βυθίζεται στις καταχρήσεις. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό το δημιουργικό τέλμα, οφείλω να ομολογήσω πως "The Edge of Midnight" και το ομώνυμο είναι τεράστια έπη. 

Hall of the Mountain King (1987) & Gutter Ballet (1989)

Κάπου εδώ, μετά τις τρικυμίες, οι Savatage βρίσκουν την Ιθάκη τους (συγχωρέστε με, ακόμα είμαι σε mood Οδύσσειας vol2), και μαζί της έρχεται το απόγειο της συνθετικής τους ιδιοφυίας. Το Fight for the Rock λειτούργησε τελικά ως ένα σκληρό αλλά απαραίτητο μάθημα, αναγκάζοντας τα αδέλφια Oliva να ορκιστούν ότι δεν θα επέτρεπαν ποτέ ξανά σε κανέναν να αλλοιώσει το καλλιτεχνικό τους όραμα. Η δικαίωση θα ερχόταν, ακριβώς επειδή η φόρμουλά τους ήταν τόσο ατόφια και μοναδική. Όχι μέσω της ταύτισης με τα θέλω της αγοράς. Αν υπάρχει ένας δίσκος που όρισε την αναγέννηση και την πραγματική ταυτότητα των Savatage, αυτός είναι το Hall of the Mountain King και μαζί του το Gutter Ballet. Έχοντας απολύσει το προηγούμενο μάνατζμεντ μετά τις πιέσεις προς την λάθος κατεύθυνση, οι αδελφοί Oliva συναντούν τον άνθρωπο που θα άλλαζε τη μοίρα τους. Τον παραγωγό και στιχουργό Paul O'Neill. Ο O'Neill κατάλαβε αμέσως ότι οι Savatage ήταν μια μπάντα με ασύγκριτες δυνατότητες, και μαζί κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα οπερατικό μεγαλείο. Το Hall of the Mountain King είναι ένας ασταμάτητος θρίαμβος. Το ομώνυμο,, βασισμένο στο κλασικό έργο του Edvard Grieg, επανακαθορίζει τον όρο «συμφωνικό metal» και το αλλάζει δομικά. Τα riffs του Criss είναι σεμιναριακά και για πρώτη φορά εισάγεται το πιάνο ως βασικό driving στοιχείο. Η έμπνευση για το Gutter Ballet ήρθε κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, όταν ο Jon Oliva παρακολουθεί στο Λονδίνο “Το Φάντασμα της Όπερας” του Andrew Lloyd Webber και μαγεύεται. Επιστρέφει στο στούντιο, κάθεται στο πιάνο και συνθέτει το ομώνυμο κομμάτι, και το αποτέλεσμα είναι ο πρωταγωνιστής, πάνω στον οποίο χτίζεται ένα βαρύ, λυρικό, θεατρικό έπος. Ο δίσκος είναι μια πανέμορφη αντίθεση. Από την μια το βαρύ πυροβολικό με οδοστρωτήρες όπως το “Of Rage And War”, “She's In Love” και “The Unholy”. Από την άλλη, ξεδιπλώνεται το progressive και συμφωνικό μεγαλείο με τα “When the Crowds Are Gone” και “Summer's Rain”. 

Αυτοί οι δύο δίσκοι δεν είναι υπερβολή να πούμε πως έσωσαν την καριέρα τους και κατ εμέ αποτελούν τόσο τους κορυφαίους δίσκους τους, αλλά και δύο από τους κορυφαίους δίσκους στο heavy metal. Tους χάρισε την πρώτη τους μεγάλη προβολή στο MTV και απέδειξε πως αυτή η σύμπνοια των δύο κόσμων του κλασικού και το ακραίου μπορούσε να γεννήσει ένα απόλυτο αριστούργημα, χωρίς συμβιβασμούς. Ο Criss Oliva παραδίδει μερικά από τα πιο υποτιμημένα αλλά συγκλονιστικά σόλο του, και ουσιαστικά εδραίωσαν τη σχολή του θεατρικού heavy metal. 

Streets: A Rock Opera (1991)

Το Streets: A Rock Opera είναι ένας δίσκος ύψιστης σημασίας για την πρώτη τους περίοδο, σημαίνοντας ουσιαστικά το τέλος της, αποτελώντας και σταθμός για την ιστορία των concept άλμπουμ. Βασισμένο σε ένα θεατρικό σενάριο που είχε γράψει ο Paul O'Neill χρόνια πριν, αφηγείται την άνοδο, την πτώση και τέλος τη λύτρωση του DT Jesus, ενός ντίλερ ναρκωτικών που μετατρέπεται σε ροκ αστέρα στους κακόφημους δρόμους της Νέας Υόρκης. Η δομή είναι καθαρά θεατρική. Αυτή τη φορά στο 100%. Οι Savatage παραδίδουν μια ολοκληρωμένη ροκ όπερα, όπου κάθε κομμάτι εξυπηρετεί την πλοκή. Από το επιθετικό "Jesus Saves" και το εθιστικό "Strange Reality", μέχρι την εσωτερικότητα του "Tonight He Grins Again", όλα κινούν το νήμα του ήρωα μας ένα βήμα τη φορά. Ο Jon καταθέτει την ψυχή του στο μικρόφωνο, σε μια περίοδο που ο ίδιος πάλευε με τους δικούς του δαίμονες και το αποτέλεσμα είναι ένα μνημείο του heavy metal που ξεπερνάει κάθε στεγανό. 

Edge of Thorns (1993)

Το Edge of Thorns σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας, ρηξικέλευθης εποχής αλλά και το τέλος της αθωότητας. Εξαντλημένος από τις απαιτήσεις των περιοδειών και των φωνητικών, ο Jon ποφασίζει να αποσυρθεί από τη θέση του κεντρικού τραγουδιστή, παραμένοντας όμως ως ο βασικός συνθέτης πίσω από τα παρασκήνια μαζί με τον αδελφό του και τον O'Neill. Στη θέση του έρχεται ο άγνωστος τότε Zachary Stevens που ενώ έφερε μαζί του κύματα αντιδράσεων (που ακόμα κρατούν από τους γνωστούς άγνωστους κολλημένους), έφερε και μια φωνή καθαρή, μελωδική, μα γεμάτη δύναμη Το άλμπουμ είναι ένα σεμινάριο σύγχρονου heavy metal. Ο Zak προσφέρει την δίοδο για μια νέα ηχητική κατεύθυνση. Το ομώνυμο, με το θρυλικό πια intro στο πιάνο, γίνεται τεράστια ραδιοφωνική επιτυχία και ο δίσκος είναι γεμάτος με τρομερά singles είτε στις μπαλάντες είτε στα πιο επιθετικά. Το Edge of Thorns απέδειξε ότι οι Savatage μπορούσαν να επιβιώσουν από μια τόσο μεγάλη αλλαγή, αλλά η μοίρα είχε άλλα, τραγικά σχέδια. Μίλησα στην αρχή για τέλος της αθωότητας. Δυστυχώς ήταν ένας δίσκος που χαρακτηρίστηκε περισσότερο από αυτά που έλειπαν και έλειψαν παρά από αυτά που ήρθαν. Έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Criss Oliva. 

Handful of Rain (1994)

Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του Edge of Thorns. ο Criss χάνει τη ζωή του σε τροχαίο από μεθυσμένο οδηγό. Ο Jon, βυθισμένος στο πένθος, αποφασίζει να κρατήσει το όνομα των Savatage ζωντανό ως φόρο τιμής στον αδελφό του. Το «Handful of Rain» λειτούργησε σαν την προσωπική του ψυχοθεραπεία. Γράφει όλα τα όργανα μόνος του (ακόμα και η μπάντα πήρε credits) με τον Zak Stevens να αναλαμβάνει τα φωνητικά και τον σπουδαίο Alex Skolnick (των Testament) να επιστρατεύεται για να παίξει τα σόλο, με απόλυτο όμως σεβασμό στο πνεύμα του Criss. Δεν νομίζω να μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιλογή. Το άλμπουμ είναι βαρύ, σκοτεινό και αποπνέει πολύ έντονα αυτήν την διάχυτη αίσθηση της απώλειας. Μπορεί το Taunting Cobras να μας εισάγει σε έναν τελείως διαφορετικό ήχο από αυτό που περιγράφω, αλλά η καρδιά του δίσκου χτυπά αλλού. Με το "Alone You Breathe", αποτίνουν έναν συγκλονιστικό αποχαιρετισμό στον Criss με την επιστροφή των στίχων του “Believe” να είναι ίσως η πιο ανατριχιαστική στιγμή σε ολόκληρη την καριέρα τους. Ένας εκπληκτικός δίσκος γεννημένος μέσα από τις στάχτες και τον απόλυτο πόνο. 

Dead Winter Dead (1995) & The Wake of Magellan (1997)

Με τους Chris Caffery και Al Pitrelli να αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο των κιθαρών, οι Savatage επιστρέφουν στα ολοκληρωμένα concept άλμπουμ με τα Dead Winter Dead και The Wake of Magelan. Στο πρώτο, ο Paul O'Neill στρέφει το βλέμμα του στη σύγχρονη ιστορία, τοποθετώντας την πλοκή μέσα στη φρίκη του εμφυλίου πολέμου της Βοσνίας. Παρακολουθούμε έναν νεαρό Σέρβο στρατιώτη και μια νεαρή Μουσουλμάνα κοπέλα, οι οποίοι ανακαλύπτουν την ανθρωπιά και τον έρωτα μέσα στα ερείπια του Σεράγεβο, με συνδετικό κρίκο έναν ηλικιωμένο τσελίστα που παίζει κάθε βράδυ στην πλατεία της βομβαρδισμένης πόλης. Μουσικά ακουμπάμε ένα συμφωνικό μεγαλείο, ενώ ο Jon επιστρέφει για να τραγουδήσει συγκλονιστικά το κακόψυχο “I Am” και το επιθετικό “Doesn’t Matter Anyway” σε δύο από τις πιο μανιασμένες του εκτελέσεις. Αντίστοιχα στον Μαγκελάνο στα "Another Way" και "Paragons of Innocence". Η μεγάλη ανατροπή φυσικά έρχεται με το ορχηστρικό “Christmas Eve (Sarajevo 12/24)”, ένα κομμάτι που παντρεύει παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα κάλαντα με heavy metal και γίνεται αναπάντεχα hit. Η επιτυχία αυτή είναι τόσο σαρωτική, που οδηγεί τον O'Neill και τον Oliva στην απόφαση να ιδρύσουν τους Trans-Siberian Orchestra ένα project που έμελλε να αλλάξει τα οικονομικά και καλλιτεχνικά δεδομένα τους για πάντα. Το «The Wake of Magellan», από την άλλη είναι ο ίσως πιο λυρικός και progressive δίσκους της καριέρας τους. Είναι μια βαθιά φιλοσοφική αλληγορία, εμπνευσμένη από δύο πραγματικά γεγονότα. Το έγκλημα του πλοίου Maersk Dubai (όπου ο καπετάνιος πέταξε λαθρεπιβάτες στον ωκεανό) και τον θάνατο της δημοσιογράφου Veronica Guerin στην Ιρλανδία. Συνδυάζει αυτά τα γεγονότα με έναν ηλικιωμένο απόγονο του Μαγγελάνου, ο οποίος αποφασίζει να ανοιχτεί στον ωκεανό για να πεθάνει, αλλά καταλήγει να σώσει έναν άνθρωπο που πνίγεται, ξαναβρίσκοντας την αξία της ζωής. Στο μουσικό σκέλος Pitrelli και Caffery πλέκουν πανέμορφες μελωδίες και ο Stevens παραδίδει την πιο ώριμη και θεατρική του ερμηνεία. Όλα δείχνουν μια μπάντα που έχει πλέον τελειοποιήσει το στυλ της. 

Poets and Madmen (2001)

Το τελευταίο στούντιο άλμπουμ των Savatage και το κλείσιμο ενός τεράστιου κύκλου. Ο Zak Stevens αποχωρεί προσωρινά για προσωπικούς λόγους, και ο Jon Oliva επιστρέφει θριαμβευτικά πίσω από το μικρόφωνο για ολόκληρο τον δίσκο, για πρώτη φορά μετά το Streets. Η επιστροφή του φέρνει πίσω έναν πιο σκοτεινό και επιθετικό ήχο, σε μια μοντέρνα εκδοχή των ένδοξων ημερών των 80s, με την διακριτική συμφωνική προσθήκη του παρόντος τους. Το concept του δίσκου είναι εμπνευσμένο από τη ζωή και τον τραγικό θάνατο του φωτορεπόρτερ Kevin Carter, ο οποίος αυτοκτόνησε λυγίζοντας από τις τύψεις και τη φρίκη των όσων είχε απαθανατίσει στην Αφρική (με πιο διάσημη τη φωτογραφία του παιδιού με τον γύπα). Η συνθετική φλέβα των Oliva και O'Neill παρέμενε ζωντανή και γεμάτη έμπνευση με αποκορύφωμα το δεκάλεπτο έπος που ακούει στο όνομα “Morphine Child”. Έκλεισε τη δισκογραφική τους πορεία με το κεφάλι ψηλά, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία κληρονομιά, πριν η μπάντα μπει σε μια μακρά περίοδο σιωπής λόγω της γιγάντωσης των Trans-Siberian Orchestra. 

Για χρόνια, οι Savatage παρέμεναν ένας ζωντανός μύθος, με τις δραστηριότητές τους παγωμένες και το Ελληνικό κοινό να περιμένει και να ζει με τις αναμνήσεις. Οι Έλληνες μεταλλάδες ανέκαθεν αγαπούσαμε το συναίσθημα, τη μελωδία και το δράμα στη μουσική. Και αν κάτι χαρακτηρίζει τους Savatage είναι η ψυχή. Το γεγονός ότι το ελληνικό κοινό κράτησε τη φλόγα της μπάντας αναμμένη κατά τη διάρκεια των "πέτρινων" χρόνων της σιωπής τους, είναι κάτι που τα μέλη του συγκροτήματος έχουν αναγνωρίσει επανειλημμένα, θεωρώντας την Ελλάδα δεύτερο σπίτι τους. Αν το 2025 ήταν η πρώτη μεγάλη επιστροφή, η εμφάνισή τους στο Release θα σημάνει την ιστορική ώρα της δικαίωσης για την πρωτεύουσα. Η επιστροφή μιας μπάντας που λατρεύτηκαν όσο λίγες στη χώρα μας, και επιτέλους μια ηθική δικαίωση για ένα συγκρότημα που η ιστορία του σημαδεύτηκε από ανυπέρβλητα αριστουργήματα, αλλά και από βαθύτατο σκοτάδι. Ήδη άργησαν πολύ να μυρώσουν με την παρουσία τους τις σκηνές της Αθήνας, που τους έχουν τιμήσει όσο λίγες. 

Με τον Jon Oliva να επιβλέπει το όραμα, τον Zak Stevens στα lead φωνητικά, και τους Chris Caffery, Al Pitrelli, Johnny Lee Middleton και Jeff Plate, η κλασική ομάδα των '90s έρχεται δεμένη και ζεστή μετά τα περσινά live. Και εμείς θα είμαστε εκεί για να τους υποδεχτούμε όπως τους αξίζει, ως βασιλιάδες. 


 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network