Νέος δίσκος Knumears, ή αλλιώς Numb Ears για τους λάτρεις των λογοπαιγνίων και δεν μπορώ να κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Η πρώτη μου επαφή μαζί τους ήρθε μέσα από τον πρώτο τους δίσκο, το A Shout to See που κυκλοφόρησε το 2022, και φυσικά λόγω της ανάμειξης των μελών τους με το καταπληκτικό math/emo project vs self. Η μπάντα σχηματίστηκε γύρω στο 2021 και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε, μέσω ενός διόλου ευκαταφρόνητου αριθμού από DIY κυκλοφορίες και splits να χτίσει ένα αρκετά ισχυρό όνομα στους underground κύκλους. Είχαν ήδη αποκτήσει ένα μικρό αλλά παθιασμένο cult following πριν καν κυκλοφορήσουν την πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά, το A Shout to See μετά την οποία δεν άργησαν καθόλου να γίνουν μια από τις αγαπημένες μου μπάντες στον ευρύτερο χώρο του hardcore.

Το hardcore των Knumears μοιάζει πιο κοντά σε αυτό που οι παλιοί κοράδες ίσως θυμούνται ως skramz. Μια σκηνή που αναπήδησε μέσα από τους screamo κύκλους, και διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα hardcore παρακλάδια κυρίως για την εύθραυστη και συναισθηματική φύση του και την συνύπαρξη της ωμής επιθετικότητας με εύθραυστες μελωδίες και ξεσπάσματα. Οι ρίζες της βρίσκονται σε μπάντες όπως οι Orchid (που δυστυχώς περισσότεροι γνωρίζουν επειδή οι Silverstein έκαναν cover το "Destination: Blood"), οι πρόσφατα επανασυνδεδεμένοι Jeromes Dream και φυσικά θρύλοι όπως οι Heroin, οι Antioch Arrow και οι Pg. 99. Το line-up είναι σταθερό και λιτό, κάτι που παίζει τεράστιο ρόλο στον ήχο τους. Μια κιθάρα, ένα μπάσο και ένα drumkit. Ούτε δεύτερες κιθάρες, ούτε layers, ούτε μακιγιάζ στο post. Αυτό που θα ακούσεις είναι ουσιαστικά η ακατέργαστη ενέργεια και το πάθος τριών ανθρώπων που επιτίθενται στα όργανά τους σε ένα δωμάτιο και τα συναισθήματα που ξεχειλίζουν από τις χαραμάδες των τεσσάρων τοίχων.

Το πέρασμα από το σύντομο intro στο "One Light, Sunshine" έρχεται αρμονικά, πατώντας στον ίδιο ρυθμό, με τους Knumears να εισέρχονται στο γνώριμο terrain τους. Ουρλιαχτά, κιθάρες να πρωταγωνιστούν και μελωδίες γεμάτες συναισθηματικό βάρος σε ένα χαοτικά δομημένο escalation. Το "My Name" είναι ίσως το πρώτο μεγάλο highlight. Το detuned μπάσο ανοίγει τον χώρο πριν τα riffs πάρουν ξανά τα ηνία. Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό μέσα στην αγριότητα και στις μελαγχολικές εναλλαγές, μια αντίθεση που διατρέχει όλο το album.

Με το "Breaking Grounds" ακουμπάνε επιδερεμικά έναν πιο προσβάσιμο ήχο. Είναι ένα κομμάτι που μπορώ να φανταστώ να κάνει resonate με μεγάλη μερίδα του κοινού, ειδικά των μικρότερων ηλικιών και όσων αποζητούν αυτό το nostalgia trip μέσω των ανθεμικών post-hardcore ύμνων που όρισαν τις εφηβείες μας. 

Το ομώνυμο "Directions" είναι ο ενδιάμεσος σταθμός. Ένα μινιμαλιστικό, σχεδόν ambient interval, σαν από λούπα χαλασμένης κασέτας που ανοίγεται μετά από δεκαετίες και δίνει τη θέση της στο δίπτυχο "Untitled" / "Bridged" στην καρδιά του δίσκου. Το πρώτο βίαιο και φρενήρες, ενώ το δεύτερο, αργό, βαρύ και τελετουργικό με ένα από τα πιο καταστροφικά breakdowns της χρονιάς για σβήσιμο. Όποιες ομοιότητες αναγνωρίσει ένα έμπειρο αυτί όσον αφορά το ηχητικό σκέλος με τους Deafheaven δεν είναι τυχαίες. Πίσω από την παραγωγή κρύβεται ο Jack Shirley, γνωστός για την γήινη και αναλογική του προσέγγιση που βοήθησε τόσο πολύ τους προαναφερθέντες να αγγίξουν θρυλικό status μετά το 2013.

Το "Fade Away", με τη συμμετοχή του Jeff Smith των προαναφερθέντων θρυλικών Jeromes Smith έρχεται να σφραγίσει την σύμπραξη της παλιάς φρουράς με το νέο αίμα με τον ομορφότερο τρόπο στο πιο "παραδοσιακό screamo" κομμάτι του δίσκου. Ένα εκ των έσω σπαρακτικό αριστούργημα με εκπληκτικές κιθάρες και συναισθήματα που πασχίζουν να σταθούν από το ίδιο τους το βάρος. Και φτάνουμε στο "The North", το μεγάλο φινάλε και ένα κλείσιμο που δίνω ακριβώς την κάθαρση που αρμόζει σε έναν τέτοιο δίσκο. Αντί για κάποια μεγάλη τελική έκρηξη, καθώς την πήραμε με το παραπάνω στο "Fade Away" και το "Friendly Face", η αυλαία πέφτει με μια σταδιακή αποσυμπίεση που θυμίζει το intro, ώσπου στο τέλος να μείνουν μονάχα ήχοι και συναισθήματα να αιωρούνται.

Στη σύγχρονη σκηνή, υπάρχει μια σχετικά ασαφής θα έλεγα αναβίωση αυτού του ήχου. Νεότερες μπάντες, όπως οι Portrayal of Guilt, οι Infant IslandBlind Girls κλπ επαναφέρουν αυτό το DIY ethos, αλλά συνήθως φιλτράρεται μέσα από πιο σύγχρονες επιρροές, και το βρίσκουμε όταν βγαίνει στην επιφάνεια να μοιάζει περισσότερο με post-hardcore ή ακόμα και blackgaze. Το αποτέλεσμα είναι μια σκηνή που προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανή τη φλόγα του παρελθόντος, αλλά με τελείως διαφορετική αίσθηση χώρου και δυναμικής. Και κάπου εδώ είναι που μπαίνουν οι Knumears. Ίσως οι καλύτεροι εκπρόσωποι αυτής της σκηνής που επιβιώνει σιωπηλά. Η φυσική συνέχεια ενός ιστορικού είδους, με την ίδια αρχική άναρχη ενέργεια σε ένα σήμερα που παραμένει εξίσου ανήσυχο. 

Παρά τον τίτλο του Directions, δεν αισθάνομαι πως οι Knumears προσπαθούν να δώσουν κατεύθυνση. Με κάνουν να νιώθω ότι αυτό που ακούω συμβαίνει τώρα. Καταγράφουν την αίσθηση του να ψάχνεις χωρίς να σταματάς. Και όταν σταματήσεις, απλώς να έχεις μετακινηθεί λίγο πιο πέρα από εκεί που ξεκίνησες. Και αυτό καμιά φορά αρκεί.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured