Johnny Blue Skies & The Dark Clouds ονομάζεται το alter ego του τραγουδοποιού της country, Sturgill Simpson. Με πέντε βραβευμένα άλμπουμ στο ενεργητικό, μεταξύ των οποίων και το σημαντικό Metamodern Sounds in Country Music (2014), ο Simpson είναι ένας από τους μουσικούς που προσέδωσαν νέα πνοή στην αμερικανική λαϊκή μουσική, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της με μοντερνιστικό τρόπο. Παράλληλα με την κανονική καριέρα του, ο Simpson λάνσαρε πριν από τέσσερα χρόνια το παράλληλο σχήμα των Johnny Blue Skies & The Dark Clouds για να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου παλιομοδίτικο: το γλεντζέδικο funk-rock της δεκαετίας του ’70, όπως ορίστηκε αυτό από μπάντες σαν τους Little Feet ή τους Average White Band και από το Some Girls των Rolling Stones.
Αυτό είναι το δεύτερο άλμπουμ του σχήματος. Το εξώφυλλο με τη 70s vintage αισθητική προοικονομεί τον ήχο: το Mutiny After Midnight είναι αψύ, βρώμικο, νότιο boogie. O Simpson και οι υπόλοιποι Dark Clouds (ο κιθαρίστας Laur Joamets, ο κιμπορντίστας Robbie Crowell, ο μπασίστας Kevin Black και ο ντράμερ Miles Miller) δήλωσαν ότι ήθελαν να «δημιουργήσουν ένα άλμπουμ με επίκεντρο το groove» σε αντίποινα στον εναγκαλισμό του φασισμού από την Αμερική - μια «διαμαρτυρία ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή» που τροφοδοτείται από «καθαρό, αφιλτράριστο, αμετανόητο, αδυσώπητο ντισκο-ηδονισμό». Και εν πολλοίς τα κατάφεραν.
Το Mutiny After Midnight είναι άλμπουμ με δυνατά συναισθήματα. Κυριαρχούν η αγανάκτηση για την κατάσταση στη σημερινή Αμερική και η ανάγκη της επείγουσας αντίστασης∙ ειδάλλως, της φυγής. Επίσης η αναζήτηση της αγάπης και του έρωτα. Το τραγούδι του Simpson είναι γεμάτο ενέργεια, θυμίζοντας άλλοτε Βαπτιστή ιεροκήρυκα, άλλοτε αγκιτάτορα του τραγουδιού διαμαρτυρίας και άλλοτε τους μεγάλους ερμηνευτές της soul (Joe Tex, Ronald Isley). Το groove είναι ακαταπόνητο και το κάθε τραγούδι πάλλεται. Το συγκρότημα παίζει τέλεια συγχρονισμένα, ακολουθώντας τα σήματα ο ένας του άλλου καθώς παρασύρονται σε έναν funky, σχεδόν jam-band ήχο.
Κομμάτια όπως το εναρκτήριο "Make America F** Again" με τον εύγλωττο τίτλο του, το “Everyone Is Welcome” που αντιπαρατίθεται στην επιβολή του ICE ή το “Excited Delirium”, που οι στίχοι του παραπέμπουν στη δολοφονία του George Floyd, είναι όλα τους εξόχως πολιτικά. Και είναι ελπιδοφόρο να βλέπεις έναν τραγουδοποιό που προέρχεται από ένα κύκλωμα που μέχρι χθες θεωρείτο συντηρητικό να εγκαταλείπει την ασφάλεια της βεράντας του ράντσου του για να περάσει στην πρώτη γραμμή της καλλιτεχνικής διαμαρτυρίας.
Αλλού πάλι οι τόνοι είναι πιο προσωπικοί, όπως στο “Don't Let Go” ένα ερωτικό κομμάτι με έντονο σαξόφωνο, χαρακτηριστικό παράδειγμα του στυλ που στα 70΄ς ονομάστηκε soul της κρεβατοκάμαρας. Το “Stay On That” από την άλλη είναι καθαρό country-funk, με θαυμάσια pedal-steel κιθάρα, που παραπέμπει στο παίξιμο του Dickey Betts στους Allman Brothers. Το “Situation” θυμίζει Marvin Gaye της εποχής του Let’s Get It On. Μουσική για την ψυχή, αλλά και για τις ηδονές του σώματος.
Τραγούδια όπως το “Viridescent” και το “Venus” ακούγονται πιο τρυφερά και λυρικά, με τις ενορχηστρώσεις τους να προσιδιάζουν περισσότερο στα στάνταρντ της country.
Αντίθετα, στο “Ain't That A Bitch”, που κλείνει τον δίσκο, ο Simpson ροκάρει άγρια και χορεύει βρώμικα και φάνκικα, καθώς βάζει στο ίδιο χαρμάνι τους Chick και τους ΖΖ Top – της 70’ς περιόδου.
Υπάρχει μια φυσικότητα στην αλληλουχία των τραγουδιών, καθώς, όπως τόνισε και ο δημιουργός πριν την κυκλοφορία του, το Mutiny After Midnight είναι ένα άλμπουμ όπου τα κομμάτια ακολουθούν σκόπιμα μια αυστηρή σειρά. Ίσως ακριβώς επειδή το θεωρεί concept ως άλμπουμ-διαμαρτυρίας. Η επιτυχία μιας διαμαρτυρίας εξαρτάται συνήθως από την ικανότητα ευαισθητοποίησης του κοινού και από τη διατύπωση ουσιαστικών αιτημάτων για να αλλάξουν κάποια πράγματα. Ο Simpson τα καταφέρνει με επιτυχία, χωρίς αυτό να αναιρεί το πηγαίο feeling, τον ιδρώτα και τον ηδονισμό που αναδύουν αυτά τα τραγούδια. Ίσα-ίσα, αυτά τα στοιχεία είναι που κάνουν πιο ελκυστική και παθιασμένη τη funk-rock διαμαρτυρία των Johnny Blue Skies & The Dark Clouds.






