Μνημειώδες σε έκταση και φιλοδοξία, το νέο διπλό άλμπουμ του Bill Laswell μοιάζει περισσότερο με κοσμική μετάδοση παρά με συμβατική κυκλοφορία. Ο θρυλικός μπασίστας, παραγωγός και ηχολήπτης από το Σάλεμ του Ιλινόις, γεννημένος το 1955, επιστρέφει έπειτα από μια δύσκολη περίοδο προβλημάτων υγείας που τον κράτησε μακριά από τη σκηνή για σχεδόν δύο χρόνια. Και η επιστροφή του μόνο διακριτική δεν είναι. Με τη βοήθεια ενός εντυπωσιακού ensemble μουσικών, ο Laswell απλώνει σχεδόν δύο ώρες μουσικής (σχεδόν τρεις στην ψηφιακή εκδοχή) χτίζοντας ένα ηχητικό σύμπαν όπου η ψυχεδέλεια συναντά τη dark ambient, η electronica ακουμπά τη spiritual jazz και ο αυτοσχεδιασμός μπλέκεται με spoken word αποσπάσματα σαν θραύσματα από κάποιο χαμένο διαστρικό αρχείο. Το αποτέλεσμα δεν λειτουργεί απλώς ως άλμπουμ αλλά σαν βύθιση σε μια νέα, σχεδόν ανεξερεύνητη ηχητική διάσταση, εκεί όπου ο Laswell συνεχίζει να μετατρέπει τον ήχο σε μεταφυσική εμπειρία.
Η έμπνευση προέρχεται από το ανολοκλήρωτο αριστούργημα του René Daumal, Mount Analogue, ένα μεταφυσικό και ορειβατικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε μετά θάνατον το 1952 και επηρέασε βαθιά, μεταξύ άλλων, τον Χιλιανό σκηνοθέτη Alejandro Jodorowsky στο εμβληματικό The Holy Mountain του 1973. Από την ίδια πηγή αντλεί έμπνευση και ο κιθαρίστας Henry Kaiser, αυτή τη φορά μέσα από ένα έντονα ψυχεδελικό πρίσμα στο δεύτερο CD του έργου. Το εγχείρημα μοιάζει εξαρχής βαθιά οραματικό, σχεδόν αποκρυφιστικό στη σύλληψή του, και όχι τυχαία πλαισιώνεται από ένα διεθνές ensemble μουσικών που θυμίζει τελετουργική σύνοδο εξερευνητών ήχου: ο Nils Petter Molvær στην τρομπέτα, ο Graham Haynes στο κόρνο, ο Dorian Cheah στο βιολί, ο Peter Apfelbaum στα πλήκτρα, οι φωνές της Anna Clementi και του Percy Howard, ο Hideo Yamaki στα κρουστά, αλλά και ο δεύτερος deus ex machina του project, ο Τσέχος ερευνητής Petr Studený (P.St). Ο Studený είχε ήδη συνεργαστεί με τον Laswell στο The Acid Lands, το άλμπουμ που ηχογραφήθηκε στην Πράγα το 2020 και ήταν αφιερωμένο στον William S. Burroughs. Κάτι από τη σκοτεινή beat λογοτεχνία και τη μεταφυσική αποσύνθεση εκείνου του έργου μοιάζει να επιβιώνει κι εδώ, μόνο που τώρα μεταφέρεται σε ένα ακόμα πιο κοσμικό και ψυχογεωγραφικό πεδίο, σαν soundtrack για μια ανθρωπότητα που ανεβαίνει αργά ένα βουνό χωρίς κορυφή, μέσα σε σύννεφα feedback, πνευστών και ηλεκτρονικών παραισθήσεων.
Ηχογραφημένο ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, το υλικό κατέληξε τελικά στο ιστορικό Orange Music Sound Studio της Νέας Υόρκης, τη σταθερή βάση επιχειρήσεων του Bill Laswell. Εκεί, ο James Dellacoma ανέλαβε να ενώσει τις διαφορετικές συνεδρίες ηχογράφησης, μέχρι όλα να αρχίσουν να περιστρέφονται γύρω από την ίδια νοητική και μεταφυσική κορυφή: το "Mount Analogue". Οι τίτλοι του πρώτου CD λειτουργούν σχεδόν σαν κεφάλαια ενός εσωτερικού κοσμικού οδοιπορικού, μεταφράζοντας μουσικά τις βασικές φάσεις του μυθιστορήματος του René Daumal. Το "MEETING" μοιάζει με τη συγκέντρωση των αναζητητών πριν από την ανάβαση, ένα ambient κάλεσμα μέσα από τρομπέτες, drones και πνευματική ομίχλη. Το "SUPPOSITION" κινείται πιο αφαιρετικά, σαν διανοητική υπόθεση που αιωρείται ανάμεσα σε free jazz παρεκκλίσεις και ηλεκτρονικά νεφελώματα. Στο "CROSSING" η μουσική γίνεται σχεδόν αφόρητα πυκνή και απειλητική, σαν πέρασμα μέσα από άγνωστη και εχθρική επικράτεια. Εδώ οι αυτοσχεδιασμοί αποκτούν χαρακτήρα τελετουργικής κατάρρευσης, ενώ τα ηλεκτρονικά στρώματα μοιάζουν να ανοίγουν ρωγμές στον χώρο. Το "ARRIVAL" δίνει αρχικά την ψευδαίσθηση μιας ήρεμης κορύφωσης, μιας στιγμιαίας γαλήνης ύστερα από την ανάβαση, πριν το "CONCLUSION" αποκαλύψει πως τίποτα δεν ολοκληρώνεται πραγματικά.
Γιατί όπως και στο βιβλίο του Daumal, η "κορυφή" δεν είναι τέλος αλλά ένα νέο σημείο εκκίνησης. Μια ορεινή ράχη μέσα στην ομίχλη από όπου διακρίνονται ακόμη περισσότερα μονοπάτια γνώσης, αμφιβολίας και υπέρβασης. Κάπου εκεί ο δίσκος παύει να λειτουργεί ως μουσική με την παραδοσιακή έννοια. Γίνεται ψυχογεωγραφία. Ένα αργό, διαστρικό ascent movie χωρίς εικόνες, όπου η spiritual jazz, η dark ambient και ο αυτοσχεδιασμός λειτουργούν σαν εργαλεία εξερεύνησης ενός βουνού που ίσως υπάρχει μόνο μέσα στο ανθρώπινο υποσυνείδητο.
Στο δεύτερο CD, με τον εύγλωττο τίτλο Solos, ο Henry Kaiser αναλαμβάνει σχεδόν ολοκληρωτικά το τιμόνι της αφήγησης. Το 48λεπτο "Jodorowsky Peradam" λειτουργεί σαν μια αχαρτογράφητη ψυχεδελική διαδρομή μέσα σε καθρέφτες, ερείπια και κοσμικά feedbacks, με τον Kaiser να μετατρέπει την prepared Klein κιθάρα του σε εργαλείο υπνωτικής απορρύθμισης. Οι αυτοσχεδιασμοί του δεν μοιάζουν με "σόλο" με την παραδοσιακή έννοια. Περισσότερο θυμίζουν μεταφυσικές μεταδόσεις από κάποιον ξεχασμένο δορυφόρο της acid εποχής. Abstract, τελετουργικά και βαθιά παραισθησιογόνα, αυτά τα passages μοιάζουν προορισμένα να χαραχτούν στη μνήμη της experimental κιθαριστικής μουσικής σαν κάτι έξω από χρόνο και κατηγορία.
Ακολουθούν τα ambient τοπία των "The Door Of The Invisible Must Be Visible", "The Alchemist" και "21 May 1944" (ημερομηνία θανάτου του René Daumal) κομμάτια που μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα σε θρήνο, αποκρυφισμό και ονειρική διάλυση της μορφής. Και ύστερα έρχεται το τελευταίο κεφάλαιο: "The Application Of Obscure Knowledge". Εκεί, πάνω στις παραμορφωμένες συχνότητες της Klein, πλανάται σχεδόν φασματικά η παρουσία του Jerry Garcia. Σαν να έχει διαρρεύσει το πνεύμα των late-night jams των Grateful Dead μέσα σε μια μαύρη τρύπα ambient αυτοσχεδιασμού και εσωτερικής αποσύνθεσης. Το αποτέλεσμα δεν ακούγεται σαν "φόρος τιμής". Ακούγεται σαν σεάνς. Σαν μια προσπάθεια επικοινωνίας με τα φαντάσματα της ψυχεδελικής μουσικής, όχι μέσα από τη νοσταλγία αλλά μέσα από πλήρη ηχητική αποσυναρμολόγηση.






