Οι Monochrome Set γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στο Λονδίνο, μέσα σε μια σκηνή που έβραζε από ένταση, κραυγές, ιδρώτα αλλά και από μια σχεδόν παιδική επιθυμία να ξαναγραφτεί η ποπ από την αρχή. Πίσω από το όνομα βρισκόταν ως κυρίαρχη φιγούρα ο Bid (Jeremy Days), ένας μουσικός που ποτέ δεν ταίριαξε πραγματικά με το κλίμα της εποχής, και ίσως γι’ αυτό κατάφερνε πάντα να ξεχωρίζει. Την ώρα που το punk ακόμη μύριζε μόνο θυμό, οι Monochrome Set έφεραν κάτι πιο λεπτό, πιο ειρωνικό, και σχεδόν θεατρικό στην ανεξάρτητη σκηνή. Οι κιθάρες τους δεν ήταν επιθετικές, αλλά ήταν γρήγορες, άλλοτε κοφτερές και άλλοτε αιθέριες, στροβιλίζονταν πάνω από τις εξαιρετικές μελωδίες και τους στίχους του Bid. Οι μελωδίες δεν φώναζαν, υπαινίσσονταν. Υπήρχε ήδη από τότε μια αίσθηση πως η μπάντα κοιτούσε τη μουσική σαν μια βιτρίνα γεμάτη αντικείμενα από διαφορετικές εποχές: αγγλικό music hall, pop των 60s, art rock, κινηματογραφικές σκιές.
Το 1980 κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, "Strange Boutique" (Dindisk), έναν τίτλο που έμοιαζε σχεδόν αυτοβιογραφικός. Ήταν μια συλλογή από μικρά, ιδιόρρυθμα ποπ τραγούδια που δεν ανήκαν πουθενά και ταυτόχρονα ανήκαν παντού. Ακολούθησαν τα Love Zombies (Dindisk, 1980) και Eligible Bachelors (Cherry Red, 1982), δίσκοι που εδραίωσαν τη φήμη τους ως μιας μπάντας εκτός ρεύματος, αλλά πάντα ένα βήμα μπροστά σε αισθητική και φαντασία. Παρά την κριτική αποδοχή, η εμπορική επιτυχία δεν ήρθε ποτέ με την ένταση που θα περίμενε κανείς. Κάποια στιγμή το 1981 (εάν θυμάμαι καλά) πέρασαν μαζί με τους Passage μια βόλτα από το Σπόρτινγκ, σε μια αξέχαστη συναυλία, από η πρώτη που έγινε στην Αθήνα μετά τους Police. Kαι σε ένα γεμάτο Σπόρτινγκ τα τραγούδια τους λειτούργησαν σχεδόν απελευθερωτικά για τους τυχερούς που τους είδαν και άκουσαν. Μετά από πολλά πανέμορφα singles και άλμπουμ, οι Monochrome Set συνέχισαν να κινούνται σαν μια μικρή μυστική κοινότητα μέσα στη βρετανική σκηνή, με επιρροές που άγγιξαν πολλούς μετέπειτα καλλιτέχνες όπως ο αγαπητός Morrissey και το όνομά τους άφησε ένα αποτύπωμα δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με την προβολή τους. Κάπως έτσι, τα πρώτα τους χρόνια δεν ήταν μια ιστορία ανόδου. Μάλλον ήταν κάτι πιο περίεργο, αλλά και πιο ουσιαστικό: μια σταθερή, ήσυχη επιμονή να κάνουν τα πράγματα αλλιώς, ακόμη κι όταν κανείς δεν τους ζητούσε να το κάνουν.
Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα από την πρώτη τους εμφάνιση, η μπάντα συνεχίζει να υπάρχει, σαν ένα μικρό, ιδιότροπο περίπτερο κάπου σε έναν αγγλικό επαρχιακό δρόμο. Δεν θα το δεις αν δεν περάσεις από εκεί, αλλά αν κάνεις μια στάση θα καταλάβεις ότι το μαγαζάκι τους κρύβει μέχρι σήμερα "διαμάντια". Βέβαια, ανέκαθεν, τα τραγούδια τους δεν ύψωναν ποτέ τη φωνή, προτιμούσαν να σιγοψιθυρίζουν με εκείνη τη χαρακτηριστική κομψότητα που κάνει τη μελωδία να γλιστρά σαν πορσελάνινη τσαγιέρα από χέρι σε χέρι. Υπάρχει μια ανεκτίμητη ευγένεια εδώ, και εννοείται όχι ως στάση, αλλά ως τρόπος ύπαρξης μέσα στη μουσική.
Οι κιθάρες αστράφτουν διακριτικά, σαν να κουβαλούν μνήμες από παλιά ραδιόφωνα, ενώ οι μπασογραμμές κινούνται με μια σχεδόν παιχνιδιάρικη σοβαρότητα, σαν να γνωρίζουν ότι κάθε βήμα είναι και ένα μικρό αντίο. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά, η φωνή του Bid αιωρείται, όχι για να επιβληθεί, αλλά για να συνδεθεί με κάτι πιο αθόρυβο, kai σχεδόν εσωτερικό.
Το Lotus Bridge ειναι το 17ο άλμπουμ τους. Δεν βιάζεται. Στέκεται. Παρατηρεί. Κάθε τραγούδι μοιάζει με μια μικρή σκηνή που ΟΚ, μπορεί να έχει ήδη συμβεί, και τώρα επανέρχεται απαλά, σαν μια όμορφη ανάμνηση που δεν θέλει να σε πληγώσει, αλλά ούτε και να εξαφανιστεί τελείως από το μυαλό σου. Και για όσους γνωρίζουν αυτό το όνομα, θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει μια μελαγχολία εδώ, όπως και στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου τους, αλλά δεν είναι βαριά. Είναι μια διάφανη μελαγχολία, σχεδόν φωτεινή, σαν εκείνες τις στιγμές που θυμάσαι κάτι όμορφο και μπορεί να πονάς λίγο, όχι επειδή χάθηκε, αλλά επειδή υπήρξε και ακόμα παίζει μέσα στο μυαλό σου.
Επίσης, οι Monochrome Set δεν κυνηγούν καμία ανανέωση. Δεν την έχουν ανάγκη. Υπάρχουν οι κιθάρες και το όργανο που στιγμάτισαν τις καρδιές πολλών οπαδών τους. Αλλά συμβαίνει κάτι άλλο, πέρα από αυτά, μια άλλου είδους φυσική ωρίμανση η οποία δεν βαραίνει καθόλου τον ήχο, αντίθετα τον καθαρίζει. Σαν να έχουν αφαιρέσει, δηλαδή, ό,τι περιττό, αφήνοντας πίσω μόνο τη μελωδία και τον τρόπο που αυτή ακουμπά τον χρόνο. Και αυτό το άγγιγμα είναι αρκετό και πραγματικά πολύτιμο. Μέσα στα δέκα τραγούδια του άλμπουμ υπάρχει μια σιωπηλή συνομιλία με την απώλεια, με τη φθορά, με εκείνη τη γνώση πώς τίποτα δεν μένει όπως ήταν. Κι όμως, δεν μένει καμία πικρία. ϊσως ένας σύντομος κυνισμός ανάμεσα στις λέξεις του Bid, ίσως μια ήρεμη αποδοχή, σχεδόν τρυφερή και πάνω απ' όλα μια πίστη ότι ακόμη και μέσα στο τέλος, κάτι συνεχίζει να ανθίζει, έστω για λίγο.
Ακούστε το αν θέλετε να θυμηθείτε από πού ξεκίνησε αυτή η εύθραυστη, ανεξάρτητη βρετανική ποπ που δεν φώναξε ποτέ αλλά επέμεινε. Μην μπείτε στον κόπο να ξεχωρίσετε τραγούδια, δεν είναι αυτό το παιχνίδι εδώ. Αφήστε τα να σας πάρουν από το χέρι, όπως σε παίρνει ένας παλιός φίλος που βλέπεις μια μέρα ξαφνικά σε μια στάση λεωφορείου, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς αμηχανία. Και κάπως έτσι περνάει μια απίθανη μέρα μαζί του. Ανεξήγητα καλά. Το Lotus Bridge θα κερδίσει την προσοχή σας αθόρυβα. Προσωπικά, μου έσκασε όπως έρχονται τα πράγματα που δεν τα κυνηγάς πια. Σαν μια κάρτα ξεχασμένη μέσα σε ένα βιβλίο που δεν άνοιγες καιρό. Δεν θυμάσαι ποιος την έστειλε, ούτε πότε. Αλλά θυμάσαι ακριβώς γιατί την κράτησες. Και τότε καταλαβαίνεις πως μερικές φορές η μουσική δεν είναι για να την ανακαλύψεις. Είναι για να σε ξαναβρεί εκείνη.






