Το θρυλικό post-punk συγκρότημα από το Manchester, οι Durutti Column, ανακοίνωσε την επιστροφή του με ένα νέο άλμπουμ με τίτλο Renascent, το πρώτο του νέο στούντιο άλμπουμ τα τελευταία 16 χρόνια. Ο νέος δίσκος, με οδηγό για ακόμη μία φορά το γνωστό κιθαριστικό ύφος του Vini Reilly, αναμένεται αυτό το καλοκαίρι μέσω της London Records, με το Bandcamp να αναφέρει ως ημερομηνία ψηφιακής κυκλοφορίας τη 10η Ιουλίου.
Το άλμπουμ διαδέχεται το A Paean to Wilson του 2010 και έρχεται έπειτα από την πρόσφατη εκστρατεία επανεκδόσεων του καταλόγου τους από την εποχή της Factory Records. Δίπλα στον Reilly, στο Renascent, ο μακροχρόνιος κρουστός συνεργάτης των Durutti Column, Bruce Mitchell, και ο παραγωγός/πολυοργανίστας Keir Stewart. Φωνητικές συμμετοχές από μια νεότερη γενιά καλλιτεχνών, όπως η Caoilfhionn Rose στο "Agonistes" και ο Lucas Elliot στο bonus κομμάτι των CD και ψηφιακών εκδόσεων "All They See Is Fire". Ο Reilly επιστρέφει στο στούντιο σε μια περίοδο αυξανόμενης αναγνώρισης για το έργο των Durutti Column, με δημόσιες αναφορές και υποστηρικτικά σχόλια από καλλιτέχνες όπως ο Frank Ocean, ο Yung Lean και ο Harry Styles (για το οποίο ο Reilly σχολίασε «Δεν ξέρω ποιος είναι ο Harry Styles, αλλά θα τον γκουγκλάρω»).
Με αφορμή την ανακοίνωση του επερχόμενου άλμπουμ τους, οι Durutti Column μοιράστηκαν το πρώτο single, "Liars", μια ενδιαφέρουσα επιστροφή που κινείται πάνω σε έναν χαμηλό, downtempo ρυθμό, με ελαφριά trip-hop αίσθηση και ατμόσφαιρα dream-pop. Τα εύθραυστα φωνητικά του Reilly συνοδεύονται από θηλυκούς αναστεναγμούς και θερμές ηλεκτρονικές υφές, όμως, στο κέντρο παραμένει εκείνη η καθαρή, ρευστή και άμεσα αναγνωρίσιμη κιθάρα με περίτεχνες ποιητικές υφές. Τα riffs κουβαλούν δεκαετίες συναισθημάτων χωρίς να υπερβάλλουν ούτε σε μία νότα, αφήνοντας το "Liars" να αιωρείται ανάμεσα στην ανάμνηση και την κίνηση, την τρυφερότητα και το μέτρο.
Η εικαστική ταυτότητα του άλμπουμ παραπέμπει, επίσης, στην κληρονομιά των Durutti Column από τη Factory, με artwork από τους μακροχρόνιους συνεργάτες- σχεδιαστές της εταιρείας, Mark Holt και Hamish Muir του δημιουργικού στούντιο 8vo.
Η ιστορία
Οι The Durutti Column, ένα από τα πιο ιδιότυπα και ποιητικά κεφάλαια της βρετανικής ανεξάρτητης μουσικής, δημιουργήθηκαν το 1978 στο Μάντσεστερ από τον κιθαρίστα Vini Reilly και τον μπασίστα Bruce Mitchell (ο οποίος αργότερα ανέλαβε κυρίως τα τύμπανα και έγινε ο σταθερότερος συνεργάτης του Reilly). Ονομάστηκαν Durutti Column από την ισπανική αναρχική οργάνωση "Columna Durruti", που έδρασε κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, προσδίδοντας από την αρχή έναν υπόγειο πολιτικό και καλλιτεχνικό συμβολισμό στο εγχείρημα.
Η γέννηση των Durutti Column συνδέεται άρρηκτα με την εμβληματική ανεξάρτητη δισκογραφική Factory Records. Η Factory, που ιδρύθηκε από τον Tony Wilson και τον Alan Erasmus, αποτέλεσε φυτώριο για μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της post-punk σκηνής, όπως οι Joy Division και αργότερα οι New Order.
Ο Reilly περιέγραψε αργότερα το συγκρότημα ως το "μωρό" του Tony Wilson: το πρώτο σχήμα που συμμετείχε στις βραδιές του Factory club και το πρώτο που υπέγραψε στη δισκογραφική. Συμμετείχαν επίσης στο A Factory Sample, την πρώτη δισκογραφική κυκλοφορία της εταιρείας, μαζί με τους Joy Division, τους Cabaret Voltaire και τον John Dowie. Η αρχική σύνθεση σύντομα διαλύθηκε, αφήνοντας τον Reilly ως τον κεντρικό άξονα του project.
Οι Durutti Column διέφεραν αισθητά από τον σκοτεινό, μινιμαλιστικό ήχο των Joy Division ή τον πιο ηλεκτρονικό προσανατολισμό των New Order. Το καθαρό, ρευστό και συναισθηματικά ακριβές παίξιμό τους ξεχώριζε από τις πιο τραχιές εκφάνσεις της εποχής. Εκεί όπου πολλοί σύγχρονοί του μετέτρεπαν την αποξένωση σε ηχητική τριβή, ο Reilly έβρισκε ένταση μέσα από τη λεπτότητα. Ο Vini Reilly ανέπτυξε ένα ύφος που συνδύαζε post-punk ευαισθησία με κλασικές επιρροές, ambient ατμόσφαιρες και μια εξαιρετικά λυρική κιθαριστική τεχνική. Η μουσική του χάραζε ήσυχες γραμμές μέσα από τη jazz, την κλασική φρασεολογία και την προσωπική μνήμη, δημιουργώντας ένα έργο που έμοιαζε λιγότερο με αντίδραση στην ορθοδοξία του ροκ και περισσότερο με οδό διαφυγής από αυτήν.
Το ντεμπούτο άλμπουμ των Durutti Column, The Return of the Durutti Column, κυκλοφόρησε το 1980 και θεωρείται πλέον κλασικό. Ηχογραφημένο με τον παραγωγό Martin Hannett, παραμένει μία από τις μεγάλες ιδιομορφίες του καταλόγου της Factory: ένας δίσκος τόσο χαμηλόφωνος και ανθρώπινος, όσο επιθετικός. Ξεχώρισε όχι μόνο για τη μουσική του, αλλά και για το εξώφυλλο, που ήταν τυλιγμένο σε γυαλόχαρτο, μια ιδέα του εικαστικού Peter Saville. Το γυαλόχαρτο μπορούσε κυριολεκτικά να "καταστρέψει" τους δίσκους που τοποθετούνταν δίπλα του, μια καλλιτεχνική χειρονομία που αντανακλούσε το πνεύμα της εποχής: προκλητικό, αντισυμβατικό, αλλά και ειρωνικό. Ήταν μια χαρακτηριστική αντίφαση της Factory: ομορφιά μέσα στη δολιοφθορά, τρυφερότητα τυλιγμένη σε φθορά. Τα πρώτα αντίτυπα συναρμολογήθηκαν χειροποίητα από μέλη του κύκλου της Factory, συμπεριλαμβανομένων των Joy Division.
Η μουσική του άλμπουμ ήταν σχεδόν ορχηστρική, με αιθέριες κιθάρες, λεπτές μπασογραμμές και διακριτικά ρυθμικά στοιχεία. Ο Reilly, επηρεασμένος από κλασικούς συνθέτες και από κιθαρίστες της τζαζ, ανέπτυξε ένα προσωπικό ιδίωμα, όπου η μελωδία και η ατμόσφαιρα υπερίσχυαν της παραδοσιακής δομής τραγουδιού. Σε μια εποχή όπου το post-punk συχνά εξέφραζε οργή και κοινωνική αποξένωση, οι Durutti Column πρότειναν μια πιο εσωστρεφή, σχεδόν ονειρική προσέγγιση.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Reilly συνέχισε να καθοδηγεί τους Durutti Column μέσα από ένα βαθιά προσωπικό έργο, συχνά με τη συμμετοχή του Bruce Mitchell και, τα πιο πρόσφατα χρόνια, του Keir Stewart. Η συνεργασία του Reilly με τον Bruce Mitchell αποδείχθηκε καθοριστική: ο Mitchell προσέφερε ένα ρυθμικό υπόβαθρο που ενίσχυε, χωρίς να βαραίνει, τις εύθραυστες κιθαριστικές γραμμές. Άλμπουμ όπως τα LC, Another Setting, Without Mercy, The Guitar and Other Machines και Vini Reilly κινούνταν ανάμεσα σε ορχηστρικές μινιατούρες, σχεδόν ενορχηστρώσεις δωματίου, ηλεκτρονικές υφές και τραγούδια που έμοιαζαν να αναδύονται από κάποιο μισοξεχασμένο εσωτερικό τοπίο. Οι Durutti Column δεν ταίριαξαν ποτέ με ευκολία στο συνηθισμένο πλαίσιο του post-punk κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει το έργο τους να παραμένει τόσο μοναδικό.
Παρά την καλλιτεχνική τους αναγνώριση, οι Durutti Column δεν γνώρισαν ποτέ μεγάλη εμπορική επιτυχία. Η μουσική τους παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό “μυστικό” για όσους αναζητούσαν κάτι πιο εσωτερικό, συναισθηματικό και λιγότερο συμβατικό. Ωστόσο, η επιρροή τους υπήρξε σημαντική, ιδίως σε καλλιτέχνες της ambient και της indie σκηνής των επόμενων δεκαετιών. Η δεκαετία του 1990 βρήκε τον Reilly να συνεχίζει να ηχογραφεί και να πειραματίζεται, ακόμη και μετά το σταδιακό σβήσιμο της Factory Records. Η δισκογραφική κατέρρευσε το 1992, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για το Manchester. Παρ’ όλα αυτά, οι Durutti Column συνέχισαν να κυκλοφορούν μουσική μέσω άλλων εταιρειών, διατηρώντας τον καλλιτεχνικό τους πυρήνα. Η μουσική τους έγινε πιο ώριμη, συχνά πιο μελαγχολική, αλλά πάντα αναγνωρίσιμη.
Στον 21ο αιώνα, το ενδιαφέρον για το έργο των Durutti Column αναζωπυρώθηκε. Νεότερες γενιές ακροατών, ανακαλύπτοντας το αρχείο της Factory Records, βρήκαν στη μουσική του Reilly μια διαχρονική ποιότητα. Οι επανεκδόσεις παλαιότερων άλμπουμ και οι ζωντανές εμφανίσεις συνέβαλαν στην αναγνώριση του συγκροτήματος ως ενός από τα "κρυφά διαμάντια" της βρετανικής μουσικής αναβίωση της ευαισθησίας και της καλλιτεχνικής τόλμης που χαρακτήρισε το Manchester των late ’70s και ’80s. Η έννοια της "επιστροφής" (Return) στην αρχή χρησιμοποιήθηκε ως έννοια συμβολική, μεταφορική από τους Durutti Column. Από τον τίτλο του πρώτου τους άλμπουμ έως τις επανεμφανίσεις τους στη σκηνή, η ιδέα της “επιστροφής” λειτουργούσε ως επανασύνδεση με το παρελθόν, αλλά και ως υπενθύμιση ότι η μουσική τους δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει.
Μετά την επανέκδοση τον Ιανουάριο του αγαπημένου ντεμπούτου τους, The Return of the Durutti Column, οι Durutti Column επιστρέφουν με το Renascent και κυριολεκτικά, όχι ως απολίθωμα της μυθολογίας του μαντσεστεριανού post-punk, αλλά ως μια ζωντανή παρουσία μέσα σε αυτήν: τρυφεροί, παράξενοι, πάντα καθοδηγούμενοι από το αδιαμφισβήτητο άγγιγμα του Vini Reilly.
Σε έναν κόσμο όπου η μουσική συχνά καταναλώνεται γρήγορα και επιφανειακά, η "αναγέννηση" των Durutti Column έρχεται για να υπενθυμίσει δύο βασικές αρχές στη μουσική: την προσοχή και την εσωτερική ακρόαση. Κλασική ευαισθησία και σύγχρονος πειραματισμός σε πακέτο- έκπληξη δια χειρός Durutti Column και η επιστροφή είναι πλέον γεγονός.






