Birds Of Vale – Dimensions

Οι Birds Of Vale μοιάζουν να έχουν έρθει από μια εποχή όπου οι κιθάρες δεν ζητούσαν άδεια για να τα σπάσουν. Το Dimensions είναι ένας δίσκος που χτίζεται πάνω σε βαριά, συμπαγή riffs, σε ρυθμούς που κυλούν σαν ερπύστριες πάνω σε καυτό τσιμέντο και σε κιθαριστικά solos που δεν αντιμετωπίζονται ως διακοσμητικά στοιχεία αλλά ως βασικό μέρος της αφήγησης. Το Dimensions είναι το δεύτερο άλμπουμ των Birds Of Vale και ακούγεται σαν έργο μιας μπάντας που έχει πλέον κατασταλάξει στον ήχο της. Χωρίς περιττές φιλοδοξίες ανατροπής ή πειραματισμούς που θα απομάκρυναν τον πυρήνα της μουσικής τους, οι Birds Of Vale παραδίδουν έναν συμπαγή stoner rock δίσκο γεμάτο βαριά riffs, δυναμικά grooves και κιθαριστικά solos που βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο. Δηλαδή, το Dimensions δεν ενδιαφέρεται να επαναπροσδιορίσει το stoner rock ούτε να του προσθέσει κάποιο νέο πρόθεμα. Προτιμά κάτι πολύ πιο δύσκολο: να παρουσιάσει καλά τραγούδια μέσα στα όρια ενός είδους που έχει ήδη ειπωθεί πολλές φορές. Και στις περισσότερες περιπτώσεις το καταφέρνει πολύ καλά.

Υπάρχει, βέβαια, και ένα προσωπικό μου κόλλημα που εμφανίζεται σε αρκετές στιγμές του Dimensions. Οι σκιές των Black Sabbath είναι τόσο έντονες, ώστε ορισμένες φορές απειλούν να σκεπάσουν τις ίδιες τις συνθέσεις. Και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τους Birds Of Vale. Είναι ένας διαρκής κίνδυνος για ολόκληρο το stoner rock και το doom. Όταν η επιρροή γίνεται υπερβολικά ορατή, το τραγούδι παύει να μιλά με τη δική του φωνή και αρχίζει να λειτουργεί ως υπόμνηση κάποιου άλλου. Είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί κάθε μπάντα του είδους, γιατί στο τέλος της ημέρας υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να χαθεί μόνη της κάπου στην έρημο, ενώ οι ακροατές επιστρέφουν ξανά και ξανά στο πρωτότυπο. 

Ωστόσο, το Dimensions είναι συμπαγές και καλοδουλεμένο, αφού από τα πρώτα λεπτά γίνεται σαφές ότι το συγκρότημα γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να πετύχει. Οι κιθάρες είναι ογκώδεις, η παραγωγή διατηρεί αρκετό αέρα ώστε να αναπνέουν τα τραγούδια και η ρυθμική βάση παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στη δύναμη και το groove, αν και τα τύμπανα παίζουν πολύ καλά, απλώς λίγο χαμένα στο παραγωγικό υπόβαθρο. Υπάρχει μια αίσθηση κίνησης σε όλο το άλμπουμ, σαν οι συνθέσεις να είναι φτιαγμένες περισσότερο για να ακούγονται δυνατά μέσα σε ένα σκοτεινό club παρά από τα ηχεία ενός laptop. Και μια τελευταία προσωπική παρατήρηση: εκεί όπου το Dimensions παρουσιάζει τη μοναδική του αδυναμία είναι στα φωνητικά. Παρότι εκτελούνται με συνέπεια και τεχνική επάρκεια, για κάποιο λόγο με στέλνουν έντονα σε μια παλαιότερη hard rock αισθητική, ακολουθώντας γνώριμες φόρμες και εκφραστικούς τρόπους που δύσκολα προσδίδουν μια πιο προσωπική ταυτότητα στο υλικό. Σε στιγμές όπως το ξέσπασμα του "Restless" πριν το τέλος του τραγουδιού, θα μπορούσε να περιμένει κανείς μια άλλη φωνητική προσέγγιση που να μην σου κάνει φροντιστήριο, αλλά να σε ταξιδεύει σε νέες φόρμες και ορίζοντες πέρα από το κλασικό ροκ.

Το Dimensions ανοίγει δυναμικά με το "Closer" και στη συνέχεια το "Another Dimension", τα δύο πρώτα singles που προηγήθηκαν της κυκλοφορίας του άλμπουμ. Πρόκειται δικαίως για δύο από τις πιο δυνατές στιγμές του, καθώς συμπυκνώνουν όλα όσα κάνουν τους Birds Of Vale ενδιαφέρουσα περίπτωση: βαριά riffs, στιβαρό groove και μια αίσθηση κίνησης που δεν επιτρέπει στις συνθέσεις να βαλτώσουν μέσα στη δύναμή τους. Ευτυχώς, το συγκρότημα δεν εξαντλεί τα χαρτιά του εκεί. Ο δίσκος κρύβει και άλλες ξεχωριστές στιγμές, που αποκαλύπτονται όσο προχωρά η ακρόαση και επιβεβαιώνουν ότι εδώ δεν έχουμε απλώς μια μπάντα με καλά singles, αλλά ένα σύνολο που αντιλαμβάνεται το άλμπουμ ως ενιαία εμπειρία. Ακολουθεί το τελευταίο single "Nice Guy" που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από κάποιον ξεχασμένο hard rock δίσκο της δεκαετίας του '70. Χωρίς να κρύβει τις καταβολές του, βασίζεται σε ένα στιβαρό riff και ένα καλοπαιγμένο σόλο κιθάρας, σε μια ευθύγραμμη δομή και σε ένα ρεφρέν που λειτουργεί περισσότερο χάρη στην αμεσότητά του παρά σε οποιαδήποτε διάθεση εντυπωσιασμού. Ίσως να είναι το κομμάτι όπου οι Birds Of Vale κοιτούν πιο φανερά προς το παρελθόν, ταυτόχρονα όμως είναι και μια υπενθύμιση ότι γνωρίζουν καλά πώς να γράφουν τραγούδια που στέκονται στα πόδια τους χωρίς περιττά στολίδια. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το "Bye Bye Beautiful Lie", που κουβαλάει λίγο περισσότερο βούρκο στο σύμπαν των Birds Of Vale, πιο αργόσυρτο και πιο υποχθόνιο, σαν να αφήνει για λίγο στην άκρη την ευθύβολη stoner ορμή των προηγούμενων συνθέσεων για να βυθιστεί σε πιο σκοτεινά νερά. Οι κιθάρες σολάρουν με μεγαλύτερη υπομονή, το groove γίνεται σχεδόν απειλητικό και η ατμόσφαιρα αποκτά εκείνη την αίσθηση υπόγειας έντασης που συχνά γεννά τις ενδιαφέρουσες στιγμές του είδους. Είναι ένα κομμάτι που δεν επιδιώκει να σε κερδίσει με την πρώτη ακρόαση, αλλά να σε παρασύρει αργά μέσα στη δική του θολή δίνη.

Η δεύτερη πλευρά είναι ποτισμένη με περισσότερο κλασικό rock. Ξεκινά με το "Restless", ένα κομμάτι που μετά το τρίτο λεπτό επιφυλάσσει μία από τις πιο απρόσμενες συνθετικές μετατοπίσεις του άλμπουμ, αποδεικνύοντας ότι οι Birds Of Vale δεν αρκούνται πάντα στη δύναμη του riff, αλλά αναζητούν και τρόπους να διευρύνουν το αφηγηματικό εύρος των τραγουδιών τους. Από την άλλη, το "Inner Revolution" παραμένει, κατά τη γνώμη μου, η πιο αυθεντική έκφραση της ταυτότητας της μπάντας. Εδώ οι βρόμικες blues καταβολές της κιθάρας γλιστρούν πάνω σε μια αργόσυρτη, σχεδόν υπνωτική ρυθμική βάση, δημιουργώντας ένα από τα πιο πειστικά και προσωπικά κομμάτια του δίσκου. Είναι η στιγμή όπου οι Birds Of Vale ακούγονται λιγότερο σαν κληρονόμοι ενός είδους και περισσότερο σαν μια μπάντα που αρχίζει να αναγνωρίζει τη δική της φωνή. Το "Knives", ένα rock βαλς που ισορροπεί ανάμεσα στη μελωδία και τη δύναμη, ξεχωρίζει επίσης ως μία από τις πιο επιτυχημένες στιγμές του άλμπουμ. Η μπάντα χτίζει υπομονετικά την ένταση, αφήνοντας τον ηχητικό όγκο να εκρήγνυται λίγο πριν από κάθε ρεφρέν, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς προσμονής. Είναι από εκείνα τα κομμάτια που αποδεικνύουν πως ξέρουν να λειτουργούν εξίσου αποτελεσματικά όταν χαμηλώνουν ελαφρώς τις ταχύτητες και επενδύουν περισσότερο στη δυναμική των εναλλαγών παρά στην ευθεία επίθεση. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι με χαρακτήρα, δραματικότητα και μία από τις πιο ολοκληρωμένες συνθετικές κορυφώσεις του Dimensions. Προσωπικά, θα προτιμούσα κάτι άλλο για το κλείσιμο ενός πολύ άλμπουμ, από το "Best Inside of Me"

Oι Βirds Of Vale αποτελούνται από τους Αντώνη Κυρίτση (φωνές), Λάζαρο Καγκελίδη (κιθάρες), Κωστή Παπαγιαννόπουλο (μπάσο) και Νίκο Μανάτο (τύμπανα). Την παραγωγή του άλμπουμ υπογράφει ο Άλεξ Μπόλπασης, ο οποίος παίζει και κρουστά στον δίσκο. Πέρα, λοιπόν, από τις αισθητικές παρατηρήσεις που περισσότερο έχουν να κάνουν με το να μην θαβεται ένα αξιόλογο υλικό κάτω από φανερές (και χιλιοφορεμένες) μανιέρες, το Dimensions είναι σίγουρα το άλμπουμ που θα βάλει τους Birds Of Vale σε περισσότερα στερεοφωνικά, περισσότερες σκηνές και περισσότερες συζητήσεις απ' όσες μέχρι σήμερα δικαιούνταν. Το επόμενο βήμα είναι να εμπιστευτούν ακόμη περισσότερο τη δική τους φωνή. Γιατί εκεί βρίσκεται ο πραγματικός τους προορισμός και όχι στη σκιά των ηρώων τους. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured