Τέσσερις δίσκοι, τέσσερα κεφάλαια, τέσσερις διαφορετικές ηχητικές και αφηγηματικές μεταμορφώσεις, που οδηγούν τελικά σε ένα σύμπλεγμα από concept albums όπου η μουσική, το lore (no pun inteneded), οι χαρακτήρες και οι ιδέες εξελίσσονται παράλληλα. Από το ομότιτλο ντεμπούτο μέχρι το πρόσφατο The Ritual, ο Άυλος (γνώστός από projects όπως Spectral Lore/Mystras/Auriferous Flame) έχτισε με υπομονή έναν κόσμο που εκτείνεται πολύ πέρα από τη μουσική. Παράλληλα, η ίδια η μουσική ακολουθεί μια αντίστοιχη διαδρομή μεταμόρφωσης, ξεκινώντας από τις βάσεις του ατμοσφαιρικού black metal που έχουμε συνηθίσει και λατρέψει και καταλήγοντας σε περιοχές progressive rock, ambient και experimental. Δεν έχω κρύψει πως αποτελεί διαχρονικά έναν από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες μέσα από το ιδίωμα του black metal, τόσο σε συνθετικό αλλά και σε θεματικό επίπεδο. Το ομότιτλο ντεμπούτο της τετραλογίας λειτουργεί σαν η πύλη εισόδου σε ολόκληρο το σύμπαν του Night Vigil. Ας ξεκινήσουμε όμως από το κομμάτι της αφήγησης, πριν μιλήσουμε για αυτό που ακούμε, ώστε να γνωρίσουμε περιληπτικά την ιστορία που θέλει να μας μεταδώσει.
Σε έναν κόσμο χωρισμένο από τείχη, οχυρά και μια μυστηριώδη περιοχή γνωστή ως The Shroud, μια ομάδα δώδεκα νεαρών φυλάκων περνά την τελετή μύησής της μπαίνοντας για πρώτη φορά στο απαγορευμένο δάσος που χωρίζει τον «πολιτισμένο» κόσμο από το άγνωστο. Εκεί, μέσα σε ένα περιβάλλον αλλόκοτης ομορφιάς και κινδύνου, σκοτώνουν ένα πλάσμα που θεωρείται απειλή. Όμως ένας από αυτούς δοκιμάζει έναν παράξενο καρπό που γεννιέται από το νεκρό σώμα του θηρίου και βιώνει μια βαθιά εσωτερική μεταμόρφωση. Για πρώτη φορά αρχίζει να αμφισβητεί όσα του έχουν μάθει για τον κόσμο και για όσα κρύβονται πέρα από τα όρια που του έχουν επιβληθεί. Παρά την τρομακτική αυτή μεταμόρφωση, το μυαλό του επιστρέφει τελικά στον γνώριμο κόσμο, και η ομάδα αναδύεται ξανά στον ιερό πέτρινο κύκλο απ' όπου ξεκίνησε, υψώνοντας τα σπαθιά της και δίνοντας τον όρκο του αιώνιου καθήκοντος υπό τον ήχο του αρχαίου κέρατος.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως το Night Vigil είναι ένα project και δίσκος που από την πρώτη στιγμή ξεκαθαρίζει πως ο Άυλος δεν ενδιαφέρεται να κινηθεί μέσα στα ασφαλή όρια του black metal, αλλά να χρησιμοποιήσει το ιδίωμα σαν εργαλείο αφήγησης και worldbuilding. Προφανέστατα βέβαια, ακόμα και αν το black metal βρίσκεται στον πυρήνα του ήχου, το Night Vigil διατρέχει σχεδόν ολόκληρο το φάσμα του είδους. Από μελωδικά ξεσπάσματα και παγωμένες ατμόσφαιρες μέχρι βαριά, σχεδόν επικά passages και φυσικά πολλές ambient καταβυθίσεις. Το πρώτο μισό του δίσκου ανήκει ολοκληρωτικά στις κιθάρες. Τα riffs και κυρίως τα leads έρχονται ως φορείς τόσο συναισθημάτων αλλά και εικόνων, ενώ παράλληλα υπάρχει μια διαρκής αίσθηση κίνησης, σαν ο δίσκος να περιγράφει πραγματικά ένα ταξίδι προς κάτι πρωτοφανές. To "Nightwatching" ανοίγει με ένα από τα πιο dissonant riffs στην καριέρα του Άυλου. Ήδη από τα πρώτα δύο κομμάτια του ως Night Vigil γίνεται γρήγορα αντιληπτό πως κάτι έχει αλλάξει στην προσέγγισή του σε αυτό το project. Αν και ένα σμιλεμένο αυτί στον ήχο του, θα μπορέσει γρήγορα να τον αναγνωρίσει, η persona του Nightwarden έρχεται με ένα πρωτοφανές σκότος γύρω της. Το "Into The Absurd" παραμένει ίσως η πιο ιδιαίτερη στιγμή του άλμπουμ. Ένα κομμάτι που παίρνει βαριά black metal riffs και τα δομεί πάνω σε μια λογική που θυμίζει έντονα ελληνική μουσική αντίληψη. Τόσο όσο φολκλορικό μέσα από τη ρυθμική και σχεδόν «λαϊκή» μελωδική δραματουργία του. Υπάρχουν κομμάτια που η υπογραφή του δημιουργού ξεχωρίζει αμέσως, ακόμα και χωρίς credits. Χωρίς να θέλω να ευλογώ τα γένια μου, ήμουν από τους πρώτους (αν όχι ο πρώτος) που "διάβασαν" το ύφος του και το επιβεβαίωσαν πριν καν μαθευτεί. Self jerk τέλος όμως. Έπειτα έρχεται το "Woodland Oath Eternal". Το σημείο που ο δίσκος πραγματικά αφήνει πίσω του τη συμβατική τραγουδοποιία και βυθίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στο ambience και στην υπνωτική ατμόσφαιρα, σαν ένας μαγευτικός πρόλογος για όσα θα ακολουθήσουν στο At The Frontier of Light And Day λίγους μήνες μετά.
Ένας φύλακας αφήνει πίσω του ένα πέτρινο οχυρό και κατευθύνεται δυτικά, προς τις σκιώδεις και επικίνδυνες εκτάσεις πέρα από τα όρια του πολιτισμού, όπου επιβιώνουν απόκληροι, εγκληματίες και εξαθλιωμένοι. Σε αυτή τη μεταβατική ζώνη, όπου το σκοτάδι αλλοιώνει σταδιακά τη γη και τους ανθρώπους, τα διάσπαρτα οχυρά λειτουργούν τόσο ως ασπίδα κατά των τεράτων όσο και ως φραγμός για να εμποδίσουν την επιστροφή όσων έφυγαν. Ο φύλακας, μεταμφιεσμένος με έναν μανδύα κυνηγού, ζει μια διπλή ζωή: τη νύχτα φρουρεί το πέρασμα από τη μία πλευρά, αλλά τη μέρα ξεγλιστρά από τις περιπολίες και τις γκρεμισμένες οχυρώσεις για να βρεθεί κοντά σε αυτούς τους περιθωριοποιημένους ανθρώπους. Αυτή τη φορά, επιχειρεί να φτάσει πιο μακριά από ποτέ, αναζητώντας ένα απομονωμένο ψαροχώρι που είναι εγκλωβισμένο ανάμεσα σε ένα δάσος γεμάτο άγρια αρπακτικά και μια μολυσμένη, απόκοσμη θάλασσα. Καθώς το χωριό έχει να δώσει σημάδια ζωής για μήνες και οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι της πόλης αδιαφορούν πλήρως, ο ίδιος διασχίζει ένα επικίνδυνο, ξεχασμένο μονοπάτι μέχρι που τελικά αντικρίζει τον οικισμό (Hamlet). Καθώς τα καχύποπτα και φοβισμένα βλέμματα των ντόπιων συγκεντρώνονται πάνω του, εκείνος σηκώνει νευρικά το χέρι του, αναλογιζόμενος ξαφνικά τον όρκο του και προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει το πραγματικό, βαθύτερο νόημα.
Αν το πρώτο Night Vigil ήταν το πέρασμα μέσα από την πύλη, το At The Frontier of Light And Day είναι η πλήρης απομάκρυνση από κάθε αίσθηση σταθερού εδάφους. Πρόκειται για τον πιο πειραματικό δίσκο της τετραλογίας, με απόλυτη έμφαση στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα. Η μινιμαλιστική προσέγγιση του Άυλου εδώ είναι άνευ προηγούμενου. Οι συνθέσεις αναπνέουν και αιωρούνται δημιουργώντας εικόνες μέσα από επαναλήψεις, ambient textures και διάσπαρτες κιθάρες. Είναι ένας δίσκος που μοιάζει περισσότερο με ονειρική περιπλάνηση. Τα ηλεκτρονικά στοιχεία παίζουν τεράστιο ρόλο σε αυτή τη μετάβαση. Άλλοτε φλερτάρουν με synth rock αισθητικές και άλλοτε γίνονται σχεδόν αλλόκοτα, όπως στο σχεδόν nintendocore "Monsters Outside And Monsters Within". Σίγουρα απαιτεί αρκετά διαφορετική προσέγγιση, όμως κατ εμέ αξίζει να χαθείς μέσα του, να αποδεχτείς την αβεβαιότητα και να αφεθείς στην αργή, σχεδόν υπνωτική του ροή. Σαν ένα ακόμα βήμα μιας μακρόχρονης μύησης. Και όσο προχωρά η τετραλογία, γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι αυτό που ξεκίνησε σαν μια ιστορία για σύνορα, φόβο και σκοτάδι, εξελίσσεται τελικά σε κάτι πολύ πιο ανθρώπινο. Μια ιστορία για την ανάγκη για γνώση, αμφισβήτηση το να γκρεμιστούν οι κόσμοι που μας έμαθαν να θεωρούμε δεδομένους.
Στο τρίτο απόσπασμα της ιστορίας μας, ο Nightwarden αποκαλύπτει στους κατοίκους του χωριού την καταγωγή του από την αντίπερα όχθη των οχυρώσεων, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν δεσμεύεται τυφλά από το καθήκον του, καθώς τον καθοδηγεί η ανάγκη να ξεθάψει την κρυμμένη αλήθεια για τους ξεχασμένους ανθρώπους που επιβιώνουν μέσα στο Shroud. Οι απόκληροι του οικισμού, αφού τον υποδεχτούν με επιφύλαξη, του εξομολογούνται ότι η ειρηνική τους συμβίωση απειλείται πλέον από μια μυστηριώδη ασθένεια. Mια μάστιγα που προέρχεται από μια κακόβουλη θαλάσσια οντότητα, η οποία παραμονεύει στα νερά και δελεάζει τους ανυποψίαστους με σαπισμένα δώρα. Η γερόντισσα του χωριού τού ζητά να αποδείξει την αξία του διώχνοντας αυτό το κακό, με αντάλλαγμα τη δέσμευση του φύλακα να μεταφέρει τους αρρώστους στην πόλη για να θεραπευτούν κρυφά από τους μάγους-γιατρούς. Ακολουθώντας τα ίχνη, ο φύλακας εντοπίζει μια αρχαία θαλάσσια σπηλιά, όπου αντί για κάποιο τέρας, έρχεται αντιμέτωπος με τρεις παραμορφωμένες, ανθρώπινες φιγούρες. Μετά από μια σύντομη συμπλοκή, τραυματίζει τη μία και τις αναγκάζει να χαθούν στα βάθη του ωκεανού. Επιστρέφοντας ως θριαμβευτής, παίρνει μαζί του τους μολυσμένους κατοίκους για να τους περάσει λαθραία από το φράγμα, μια πράξη που τον γεμίζει ερωτήματα αλλά και με μια βαθιά συνειδητοποίηση: την απόλυτη ανάγκη να δράσει για να αλλάξει τον κόσμο.
Όπως ο Nightwarden αρχίζει να βλέπει πίσω από το πέπλο, έτσι και εμείς, το κοινό αρχίζουμε να χανόμαστε μεταξύ των ορων ανάμεσα σε έννοιες όπως η μελωδία, ο θόρυβος, το ambience και η ατμόσφαιρα. Ακριβώς όπως και ο Άμλετ στο Σεξπυρικό δράμα συνεχώς αναρωτιέται αν πρέπει να δράσει και αν η δράση του θα είναι δίκαιη, o Nightwarden πράττει (επιτίθεται στα πλάσματα), αλλά αμέσως μετά γεννιέται η υποψία ότι ίσως έκανε λάθος. Το The Hamlet σηματοδοτεί την επιστροφή του Night Vigil σε πιο αμιγώς black metal μονοπάτια, χωρίς όμως να μοιάζει ούτε στιγμή με οπισθοχώρηση. Το ομότιτλο ανοίγει τον δίσκο με τον πλέον αιφνιδιαστικό τρόπο. Με μία σχεδόν Slayer-ική ενέργεια στον τρόπο που χτίζονται και κινούνται τα riffs, που παρά το παράταιρο λειτουργεί εξαιρετικά. Φυσικά παραμένει ηχηρή αυτή η αλλόκοτη και ονειρική υφή. Από την άλλη, το "The Cave" είναι ένα από τα βαρύτερα μα και πιο ιδιαίτερα κομμάτια καθώς η σχεδόν funeral doom αίσθηση που αποπνέει είναι συντριπτική. Οι κιθάρες μοιάζουν πραγματικά να σέρνονται πάνω σε πέτρα και υγρούς τοίχους σπηλαίων, ενώ η αργή, παγερή δόμηση δημιουργεί μια υπέρμετρη αίσθηση κλειστοφοβίας και αρχέγονου τρόμου. Κι όμως, ο δίσκος δεν κλείνει μέσα στο σκοτάδι του. Το "The Long Journey Back (Into The Hands of Destiny)" δίνει ένα φινάλε με επική διάσταση.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος πλέον ως Nightwarden υπηρετεί στα σύνορα ανάμεσα στις πόλεις και το Shroud. Επισήμως, αποστολή του είναι να προστατεύει τον κόσμο από τις απειλές που έρχονται από το σκοτάδι. Ανεπίσημα όμως, έχει αρχίσει να εξερευνά κρυφά τις περιοχές έξω από τα τείχη, αναζητώντας αλήθειες που η κοινωνία του έχει θάψει. Η αναζήτησή του τον οδηγεί σε ένα απομονωμένο ψαροχώρι, όπου συναντά ανθρώπους που ζουν εδώ και δεκαετίες στο περιθώριο, μακριά από την εξουσία των πόλεων. Οι κάτοικοι του αποκαλύπτουν ότι μια μυστηριώδης ασθένεια έχει αρχίσει να τους πλήττει, πιθανόν συνδεδεμένη με μια σκοτεινή παρουσία στη θάλασσα. Για να αποδείξει ότι μπορεί να τους βοηθήσει, ο Nightwarden ακολουθεί ίχνη στα νερά και ανακαλύπτει μια κρυφή θαλάσσια σπηλιά. Εκεί, αντί για τέρας, βρίσκει παράξενες ανθρωπόμορφες μορφές, επηρεασμένες από το Shroud. Η σύγκρουση που ακολουθεί τον γεμίζει ακόμη περισσότερες αμφιβολίες, καθώς συνειδητοποιεί ότι αυτά που θεωρούσε «τέρατα» ίσως είναι άνθρωποι που έχουν απλώς αλλάξει. Αποφασίζει να παραβεί το καθήκον του και να περάσει κρυφά έξι χωρικούς μέσα στην πόλη για να θεραπευτούν. Με τη βοήθεια παλιών επαφών, τους οδηγεί στον υπόγειο κόσμο της πόλης και ζητά βοήθεια από μια ιέρεια και έναν αρχιερέα θεραπευτή. Όμως σύντομα αποκαλύπτεται ότι η «ασθένεια» των χωρικών ίσως δεν είναι αρρώστια, αλλά μια διαφορετική μορφή δύναμης που προέρχεται από το Shroud. Κατά τη διάρκεια μιας τελετουργίας στα βουνά, ο Nightwarden ανακαλύπτει ότι ο αρχιερέας δεν προσπαθεί να θεραπεύσει τους ανθρώπους, αλλά να αφαιρέσει ή να ελέγξει αυτή τη δύναμη για λογαριασμό της μαγικής ελίτ της πόλης. Όταν βλέπει ένα μικρό κορίτσι να υποφέρει, επεμβαίνει και διακόπτει την τελετή. Μέσα στο χάος που ακολουθεί, η φίλη του, η ιέρεια Tiapit, στρέφεται ενάντια στον δάσκαλό της, σκοτώνει τον αρχιερέα και βοηθά τους χωρικούς να δραπετεύσουν. Μετά τη φυγή τους στο δάσος, ο Nightwarden και οι επιζώντες παίρνουν τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής τους: να δημιουργήσουν μια μυστική συμμαχία ανθρώπων από μέσα και έξω από το Shroud. Στόχος τους δεν είναι πλέον απλώς η επιβίωση, αλλά να ανακαλύψουν την αλήθεια για τον κόσμο τους, να προστατεύσουν όσους κυνηγιούνται και τελικά να γκρεμίσουν τα τείχη, τόσο κυριολεκτικά αλλά πάντοτε και συμβολικά, που κρατούν τους ανθρώπους χωρισμένους μέσα στον φόβο και την άγνοια.
Το The Ritual λειτουργεί σαν η κορύφωση και ταυτόχρονα η μετάλλαξη ολόκληρης της τετραλογίας. Ο Άυλος εγκαταλείπει ξανά το καθαρό black metal πλαίσιο και παραδίδει τον πιο απρόβλεπτο δίσκο που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, τόσο ως Night Vigil αλλά και γενικότερα. Εδώ συναντάμε για πρώτη φορά μια ξεκάθαρη progressive/post rock κατεύθυνση, με έντονες αναφορές σε αισθητικές δεκαετιών ’60 και ’70, πάντα όμως με αυτήν την χαρακτηριστική χροιά του. Οι κιθάρες πρωταγωνιστούν ολοκληρωτικά. Τα leads διαδέχονται το ένα το άλλο με απίστευτη φυσικότητα, γεμάτα ιδέες, συναισθηματικές μεταπτώσεις και αφηγηματική κατεύθυνση. Τα φωνητικά, χαμηλωμένα βαθιά μέσα στη μίξη, μοιάζουν περισσότερο με απόηχοι σκέψεων, ενώ οι συνθέσεις εξυπηρετούν αποκλειστικά την νοητή αφήγηση. Με το The Ritual, ο Nightwarden ολοκληρώνει το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της διαδρομής του. Όμως παράλληλα είναι ένας δίσκος που ανοίγει διάπλατα νέους δρόμους. Μέσα σε μόλις δύο κομμάτια και 34 λεπτά, μας παίρνει από το χέρι και μας μεταφέρει σε κόσμους φαντασίας, αβεβαιότητας και αποκάλυψης, κλείνοντας την τετραλογία με τον πιο κινηματογραφικό τρόπο που θα μπορούσε να ζητήσει κανείς.
Κοιτάζοντας την τετραλογία συνολικά, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο δεν είναι ούτε η ποιότητα των επιμέρους δίσκων ούτε η ευκολία με την οποία ο Άυλος μετακινείται ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές γλώσσες. Είναι η συνέπεια με την οποία κάθε δημιουργική επιλογή υπηρετεί έναν μεγαλύτερο σκοπό. Το Night Vigil είναι ένα project το οποίο ελπίζω να μας δώσει ακόμα περισσότερους καρπούς μελλοντικά, και ελπίζω πως περισσότεροι καλλιτέχνες θα πάρουν αντίστοιχης φιλοδοξίας ρίσκα μακριά από τις απαιτήσεις της αγοράς για γρήγορη κατανάλωση.






