Οι Dramachine ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία συγκροτημάτων που γεννήθηκαν, μεν, μέσα σε μια συγκεκριμένη σκηνή και χρονική συγκυρία, αλλά πολύ γρήγορα ξεπέρασαν τα όριά της, πράγμα που μεταφράζεται τόσο σε εκτενείς περιοδείες στο εξωτερικό, αλλά και σε ακαριαία αναγνωρίσιμο ήχο. Από την πρώτη τους εμφάνιση στην αθηναϊκή underground κοινότητα, οι Dramachine κινήθηκαν διακριτικά, αλλά με επιμονή. Οι συναυλίες ανά την Ελλάδα σε μικρούς και αυτοοργανωμένους χώρους λειτούργησαν ως το περιβάλλον μέσα στο οποίο η μπάντα βρήκε το δικό της εκτόπισμα, διαμορφώνοντας μια ταυτότητα που συνομιλεί με το synth punk, το darkwave και το post-punk χωρίς να εγκλωβίζεται σε νοσταλγικές αναπαραγωγές ή σε αισθητικές επιτελέσεις “σκοτεινότητας”.
Η μουσική τους κουβαλά τον παλμό μιας πόλης εξαντλημένης και σε υπερδιέγερση, όπου η νυχτερινή μετακίνηση, η επισφαλής καθημερινότητα, ο θυμός και η ανάγκη για συναισθηματική αποφόρτιση συνυπάρχουν με την ειρωνεία, την επιθυμία και μια παράξενη μορφή τρυφερότητας, ενώ τα live τους μετουσιώνουν τα συναισθήματα σε κάτι συλλογικό, σωματικό και βαθιά συμμετοχικό, στοιχείο που εξηγεί γιατί οι Dramachine απέκτησαν απήχηση πολύ πέρα από τα στενά όρια μιας εξειδικευμένης σκηνής.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, πέντε χρόνια μετά το ντεμπούτο τους Συγκινησιακή Πανούκλα, το νέο τους άλμπουμ Χορός του Θανάτου, αποτελεί ένα δίσκο που συμπυκνώνει όσα η μπάντα καλλιεργεί τα τελευταία χρόνια, διατηρώντας την ηλεκτρονική νευρικότητα και τη θεατρική ένταση που χαρακτηρίζουν τον κόσμο της αλλά οργανώνοντάς τες σε μια αφήγηση περισσότερο συνειδητή. Από την πρώτη κιόλας ακρόαση του, είναι, αρχικά, σαφής η βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής (που, βέβαια, δεν αφαιρεί από την αστική “βρωμιά” στην οποία μας έχουν συνηθίσει οι Dramachine), πράγμα που επιτρέπει στους στίχους να ακουστούν καθαρά και με σαφήνεια. Στα έντεκα κομμάτια του ξετυλίγεται ένας κόσμος που κινείται ασταμάτητα χωρίς να ξέρει ακριβώς προς τα πού, ένας κόσμος όπου τα σώματα χορεύουν, αρρωσταίνουν, επιθυμούν και καταρρέουν μέσα σε πόλεις που παράγουν θόρυβο, άγχος και αίσθηση ιστορικού αδιεξόδου, χωρίς όμως να καταφέρνουν να σκοτώσουν ολοκληρωτικά την ανάγκη για επαφή και νόημα.
Από το εναρκτήριο “Πάντα κάτι μένει”, ο ρυθμός της πόλης ακούγεται σαν τρυπάνι και ο κυνισμός μοιάζει επίσημη γλώσσα της εποχής, μία γεωγραφία από μπετόν όπου οι άνθρωποι αναζητούν έκσταση και συναντούν τα όριά τους. Το “Toy Boy” μοιάζει με σκοτεινό παραμύθι ενηλικίωσης, όπου η φάλαινα περιμένει εκείνους που λατρεύουν τον εαυτό τους μέχρι εξαφάνισης, ενώ στον ανατριχιαστικό “Χορό του Θανάτου” τα κόκκινα παπούτσια δένουν ένα σώμα σε ρυθμούς που δεν διάλεξε ποτέ, μετατρέποντας τον χορό από εκτόνωση σε καταναγκασμό. Η “Αναισθητική” κοιτά μια εποχή γυαλισμένη και αποστειρωμένη που αρρωσταίνει από την ίδια της την εικόνα, και το “Φάντασμα” ακολουθεί ανθρώπους που επιστρέφουν μα νιώθουν πως δεν έφυγαν ποτέ, ενώ η “Λάθος Εποχή” και το “Mind the Gap” ανοίγουν ψυχικά και ψηφιακά ρήγματα, τόπους όπου η φωνή βουλιάζει και η αφήγηση χάνεται.
Κι όμως, ο δίσκος δεν παραδίδεται στην παραίτηση. Στο ταυτόχρονα επιθετικό και παιχνιδιάρικο “Μην Νομίζεις”, στη νεο-νουάρ “Λένορμαν” και τελικά στο “Venture Capital”, εκεί όπου η επιθυμία μεταμφιέζεται σε χρηματοοικονομική επένδυση και η λαχτάρα γίνεται ατέρμονη συσσώρευση, οι Dramachine επιμένουν να ψάχνουν αέρα μέσα στα συντρίμμια.
Το δυνατότερο στοιχείο του Χορού του Θανάτου, ωστόσο, βρίσκεται στις ίδιες τις συνθέσεις, εκεί όπου οι Dramachine αποδεικνύουν ότι η ατμόσφαιρα και η αισθητική τους αποκτούν ουσία επειδή στηρίζονται σε τραγούδια με εσωτερική αφήγηση και δραματουργία. Η “Αναισθητική” και το “Φάντασμα” ξεχωρίζουν ακριβώς επειδή αρνούνται να εγκλωβιστούν σε μια στατική “τριτοκυματική” darkwave συνταγή. Οι αλλαγές ρυθμού, οι μετατοπίσεις στη δυναμική και η διαρκής μετακίνηση δημιουργούν την εντύπωση ότι τα τραγούδια μεταμορφώνονται, ακολουθώντας τις ψυχικές διακυμάνσεις που αφηγούνται.
Την ίδια στιγμή, οι Dramachine διευρύνουν συνειδητά το ηχητικό τους λεξιλόγιο, επιτρέποντας στο spoken word και στο hip hop να εισχωρήσουν οργανικά στον κόσμο τους. Οι συμμετοχές των Turboflow3000 στο “Mind the Gap” και της Sci-Fi River στο “Μην Νομίζεις” λειτουργούν ως φυσική επέκταση ενός ήδη υβριδικού ήχου, ενώ το remix του “Φάντασμα” από τον Metaman ωθεί τον δίσκο ακόμη πιο κοντά σε ηλεκτρονικά τοπία. Μέσα από αυτούς τους πειραματισμούς, οι Dramachine επιβεβαιώνουν ότι έχουν πλέον διαμορφώσει μια αναγνωρίσιμη μουσική ταυτότητα που εξελίσσεται χωρίς να φοβάται την αλλαγή.
Τελικά, οι Dramachine φτάνουν στον Χορό του Θανάτου κουβαλώντας ήδη μια διαδρομή που ελάχιστα θυμίζει βιαστική άνοδο ή συγκυριακή επιτυχία. Κι αυτή ακριβώς η εμπειρία τους ακούγεται σε κάθε σημείο του δίσκου, όχι ως αυτάρεσκη βεβαιότητα αλλά ως αναπόφευκτη ωριμότητα των ανθρώπων που γνωρίζουν πλέον βαθύτερα τον ήχο, τις δυνατότητες και τις αντιφάσεις τους. Οι Dramachine ακούγονται πιο ανοιχτοί και πιο τολμηροί, παραμένοντας ταυτόχρονα αναγνωρίσιμοι από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα, μέσα από τη νευρικότητα των synths, τον αστικό πυρετό και την ιδιαίτερη ισορροπία ανάμεσα στη μελαγχολία και την κινητικότητα, που εξακολουθούν να αποτελούν τη γλώσσα τους.
Γι’ αυτό και ο Χορός του Θανάτου μοιάζει με την πιο ολοκληρωμένη δουλειά τους μέχρι στιγμής, έναν δίσκο που ακούγεται μεγαλύτερος σε εύρος και πιο σίγουρος στις επιλογές του, χωρίς να απομακρύνεται από εκείνη την ανήσυχη, νυχτερινή και βαθιά ανθρώπινη ταυτότητα που έκανε τους Dramachine ξεχωριστούς και δημοφιλής εξαρχής.






