O Tim Presley είναι και πάλι εδώ και τι ωραία που ακούγεται τον Μάιο (τον Μάιο όλα ωραία ακούγονται θα μου πεις), αλλά White Fence φρέσκους είχαμε να ακούσουμε 7 χρόνια και White Fence καλούς 12. Ty Segall στην παραγωγή και στα drums και σαν να ξεθολώνει πάλι λίγο ο ήχος και να απομακρύνεται ο Presley από το βαρύ fuzz του παρελθόντος -είχε απομακρυνθεί ήδη πριν κάνει αυτή την μεγάλη μουσική παύση αισθητά από την punk και τη lo-fi αισθητική- βουτώντας σε ένα πιο μελωδικό άμεσο songwriting από τις άλλοτε σουρεαλιστικές παραμορφώσεις της καθημερινής ζωής, παρατηρήσεις-μαγεία πάνω στα πιο συνηθισμένα πράγματα, στιγμές αποτυπωμένες ταυτόχρονα με διαύγεια και σύγχυση- που γεφυρώνει το garage rock των 60s, τους Byrds, τους Love και τους Kinks με μια πιο ώριμη προσέγγιση. Είτε την ονομάσεις jangle-pop, είτε psych-pop, είναι αυτή που στο Orange σε συνδυασμό με τους προσωπικούς, βιωματικούς στίχους του Tim Presley σου λιώνουν την καρδιά.
O Presley διεκδικεί ξανά τη θέση του ανάμεσα στους πιο ταλαντούχους και συναρπαστικούς καλλιτέχνες της γενιάς του με τις jangly κιθαρες του. Κάθεται δίπλα στον παλιό του φίλο και συνεργάτη Ty Segall που τόσο καλά τα καταφέρνουν μαζί -θυμίσου το “For the Recently Found Innocent” -και μαζί χτίζουν άψογα δομημένα rock κομμάτια γεμάτα hooks- δύο καλλιτέχνες σε ένα δωμάτιο που δημιουργούν μαγεία, θα πούμε πολύ απλά.
Μετά τη συμμετοχή του στους The Fall και στους Darker My Love (βασικός τραγουδοποιός εκεί), το project “White Fence” αποτέλεσε για τον Presley την ευκαιρία να παρουσιάσει τη μουσική του ακριβώς όπως ήθελε, ένα χάος από lo-fi bedroom αλχημεία, παραμορφωμένα tapes, ήχο υπερφορτωμένο γοητευτικά, χειροποίητη μουσική, μια διαφορετική εκδοχή της psychedelic rock. Δύο άλμπουμ με την Cate Le Bon ως Drinks, καθώς και ένα ακόμη προσωπικό άλμπουμ σε παραγωγή της, το The WiNK, απομάκρυναν όλη τη "φασαρία" από τον ήχο του. Ξεκινά, λοιπόν, ήδη, πριν απομακρυνθεί για λίγο καιρό να εξερευνά πιο πειραματικές περιοχές με synths, drones, bleeps και εκτεταμένα ηχοτοπία που γέμιζαν ολόκληρες δεύτερες πλευρές διπλών άλμπουμ.
Στο Orange τα πράγματα είναι απλά. Άμεσα κι επεξηγηματικά από την πρώτη φράση του ανέμελου εναρκτήριου κομματιού “That’s Where The Money Goes (Seen From The Celestial Realm)”, “I just had an experience with God” o Tim Presley μας εισάγει στην ουσία του πράγματος, ενώ το “Oh money gets me what I want / I just need enough / To medicate my thoughts”στο ίδιο κομμάτι σαν να δηλώνει μια νέα αρχή.
Συνέχεια με το “I Came Close, Orange for Luck”, ανάμεσα στις Flying Nun κιθάρες και τις παρανοϊκές σκέψεις του Presley τύπου «I’m afraid to go outside / Afraid of food, and our water», σαν κάτι ανάμεσα σε Byrds και The Clean σε κρίση πανικού κι εκεί δίπλα στους jangle-pop πνιγμένους ήχους και τους παραμορφωμένους διαστημικούς ψιθύρους μπορεί και να σκεφτείς που πήγε το punk-rock, γρήγορα όμως θα αφήσεις αυτή τη σκέψη στην άκρη, γιατί η αιχμηρότητα παραμένει εδώ.
Το “Your Eyes”, το πιο δημοφιλές track του album Ziggy Stardust θα σου θυμίσει, ύμνος σε μια αγάπη δυνατή, με κάθε ακρόαση σου αποκαλύπτεται λίγο παραπάνω. Η mellow μπαλάντα “Given Up My Heart”, με τον λιτό ρυθμό του Segall και τα βουητά των synths, μοιάζει με την ιδανική σύνθεση του πρώιμου ήχου των White Fence και των μεταγενέστερων, πιο πειραματικών αναζητήσεων, μικρή ανάσα ανάμεσα στα πιο φορτισμένα κομμάτια. Το “Evaporating Love” αποτελεί ένα μικρό, φευγαλέο κομμάτι, σαν demo με ατέλειες που βοηθά τον δίσκο να διατηρεί μια ρευστή, ψυχεδελική ροή.
Το “Reflection in a Shop Window on Polk” σαν κομμάτι των Love για το C86 και το "I’m better now" του Presley προσδίδουν μια ανάλαφρη αίσθηση που γρήγορα ακυρώνεται σαν η ανάρρωση να αποτελεί μια διαρκή αμφιβολία, ενώ το γαλήνιο “Unread Books” θυμίζει καντάδα με synths και είναι ταυτόχρονα η πιο εκκεντρική και η πιο τρυφερή στιγμή του άλμπουμ. «No one changes their heart like you do», τραγουδά ο Presley και θες έναν έρωτα να του το τραγουδήσεις. Το κοφτό και garagey “I Wanted a Rolex” σκάει ειρωνικό και θυμίζει παλιότερο White Fence κάπως λιγότερο μουτζουρωμένο, ενώ χτίζει μια όμορφη ψυχεδελική post-apocalyptic ατμόσφαιρα.
Το κομμάτι που ίσως εκφράζει καλύτερα το ειλικρινές πνεύμα του Orange είναι το μοναδικό που δεν έγραψε ο ίδιος. Οι White Fence σπάνια διασκευάζουν τραγούδια και κανείς δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι αυτός ο psych-punk τύπος θα διασκεύαζε Simply Red α λα Yo La Tengo και θα πετύχαινε με το “So Beautiful” του Mick Hucknall από τα 90s έναν μικρό διακριτικό θρίαμβο μέσα στους ειρωνικά μελαγχολικούς στίχους του τύπου «You are beautiful, but oh so boring / I’m wondering what am I doing here», μέσα στους οποίους μπορεί να κρύβεται και η κρίση στη σχέση του με την μουσική.
Κλείσιμο με σύντομο και λυτρωτικό “Blind Your Sun”, χωρίς μεγάλους θριάμβους, αλλά σαν μια όμορφη αποδοχή ότι η ζωή συνεχίζεται με τις ρωγμές της και μια αίσθηση γαλήνης, αβεβαιότητας και διαπίστωσης ότι το φως άλλοτε είναι λαμπρό, κι άλλοτε θαμπό.
Έντεκα τραγούδια πυκνά, jangly pop διαμάντια ανάμεικτα με την garage rock των late 60s και μια 80s εσάνς, αλλόκοτες λεπτομέρειες και αφηγήσεις που σε προσκαλούν να μπεις βαθύτερα μέσα τους. Γραμμένο αποσπασματικά ανάμεσα στο 2021 και το 2025 το Orange είναι μακράν ο πιο σφιχτός, συνεκτικός και ανθρώπινος δίσκος που έχει ηχογραφήσει ο Tim Presley. Συμπυκνώνει έξι δεκαετίες ιστορίας του rock ’n’ roll, από τους The Byrds μέχρι τους The Brian Jonestown Massacre, χωρίς fuzz παραμορφώσεις, τρικ επεξεργασίας ταινιών ή υπόγειες ειρωνείες.
Ο Presley πέρασε μια δύσκολη περίοδο. Άφησε την μουσική κι αφιέρωσε χρόνο στο άλλο μεγάλο του πάθος, τη ζωγραφική. Στο Orange επιστρέφει και αγγίζει τα θέματα που τον απασχόλησαν. Τη στενοχώρια, την αυτοκτονία και τον εθισμό. Γεννιέται έτσι η καλύτερη power-popγεμάτη ένταση, ανάμεσα στη χαρούμενη jangle μελωδία και το θλιμμένο συναίσθημα, και ο Presley γεμίζει τα τραγούδια του Orange με μια απτή αίσθηση ντροπής και μεταμέλειας κι ευθείες, ειλικρινείς εξομολογήσεις ημερολογιακού τύπου από τη διαδρομή της ανάρρωσής του. Με φόντο το ζωντανό τοπίο του Σαν Φρανσίσκο, αποτυπώνει όλο το παρελθόν σε ένα όμορφο πορτρέτο παρόντος που αφήνει στην άκρη την acid haze μαγεία και τον σουρεαλισμό και βάζει μπροστά το καθαρά πρωινό φως.
Welcome back, Tim Presley!






