Ένα τρίο από το Μάντσεστερ έρχεται αυτό το Σαββατοκύριακο και μου κλέβει την καρδιά με έναν frontman ποιητή (Leo Hermitt) σαν μουεζίνη-πληκτρά που κινείται ανάμεσα στις εξαγγελίες και τα ξόρκια, έναν ηλεκτρολόγο- φωτογράφο drummer (Nirvana Heire) και τον γιο του συνιδρυτή της Factory Records σε θέση (Giulio Erasmus) μπασίστα που καταργεί τα τάστα στις μπασογραμμές. Σαφώς η συνταγή επιτυχίας δεν είναι αυτή, αλλά ο αυθορμητισμός, τα ηλεκτρισμένα synths, τα ξύλινα κρουστά, η αφήγηση, άλλοτε βαριεστημένη και υπνωτιστική (άκου "Invisible Number" και "Blue & White"), άλλοτε με μια επιθετική, no wave, post-punk αναρχία που ακούς στα "Difference" και "Slightly Does It", άλλοτε σαν ψυχεδελική επιδρομή τύπου "Next" και "Do you" που σου παίρνει την ψυχή με ένα άμεσο β’ πρόσωπο που σε ανακρίνει.
27 λεπτά, 100 αντίτυπα πράσινων σμαραγδί κασετών που δεν πρόλαβα ούτε μία, Ιούνιο-Ιούλιο οπωσδήποτε Βρυξέλλες για να τους ακούσεις, κι αν θυμάσαι το λέγαμε από το 2020 κι εκείνο το φανταστικό ντεμπούτο "In Threes". Και τι δεν θα έδινα να τους δω σε ένα μικρό σκοτεινό μπαρ στο Λονδίνο, στο Σέφιλντ ή στην Γλασκώβη, αλλά μέχρι να συμβεί αυτό ακούω, ξανά και ξανά το Collide και σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιο 90s αγαπημένο κομμάτι μου θυμίζει.
Κάτι σαν σάμπα και no wave μαζί, μινιμαλισμός, ποίηση, spoken word και τόνος επιτακτικός. Ένα τρίο που κινείται ανάμεσα σε Βρυξέλλες και Μάντσεστερ αναμειγνύει πολιτικούς στίχους και avant garde ήχους με tribal κρουστά, φωνητικά που απαιτούν την προσοχή σου και διαστημικά glissando.
Φασαρία, σαν να κάνουν θόρυβο οι από πάνω στην πολυκατοικία, μουσικά όργανα σχεδόν αυτοσχέδια, ένταση και αποδιοργάνωση που σε σύρουν από την μύτη να μπεις σε αυτά και να ζήσεις την εμπειρία, ύφος οξύ , lo-fi ηχοτοπία, αφήγηση λογοτεχνική, τεχνικές ηχογράφησης διαφορετικές από τις τυπικές βρετανικές post punk ηχογραφήσεις.
Στις γνωστές πλατφόρμες δεν θα το βρεις, μόνο Bandcamp, free να το ακούσεις ολόκληρο και να το απολαύσεις.
Σε αυτό το experimental post-punk / no wave άλμπουμ που χωρίζεται στα δυο με το "5" ως intro και outro στην μέση, με τον έντονα χαοτικό και αντισυμβατικό χαρακτήρα, που σαν συνέχεια του ντεμπούτου τους ακούγεται σε μια πιο ώριμη και πιο ακραία εκδοχή του ήχου τους οι Handle αποφεύγουν τα "κλασικά" δομικά μοτίβα. Αναμειγνύουν θορύβους, ρυθμικά "χτυπήματα" και αποσπασματικές μελωδίες. Το μπάσο και τα drums δημιουργούν υπνωτικά grooves και εκρηκτικά ξεσπάσματα, με κομμάτια που κινούνται από πιο ατμοσφαιρικά ("Dafni’s Flute" και "Blue and White") μέχρι σχεδόν χαοτικά ("Collide"), χωρίς ποτέ να κορυφώνονται. Πρωτότυπο sound design, παραμορφώσεις, "detuned" synths και αλλόκοτες πειραματικές ηχογραφήσεις δίνουν ιδιαίτερη υφή και αναιρούν τα “κουτάκια”.
Το COLLIDE δεν προσπαθεί να είναι ευχάριστο. Ίσως προσπαθεί να είναι έντονο, παράξενο και καθηλωτικό. Είτε προσπαθεί, είτε όχι, σε αυτό πετυχαίνει.






