Common People – Next In Line

Κάποιες φορές η πιο δύσκολη αποστολή για μια νέα μπάντα δεν είναι να ανακαλύψει έναν καινούργιο ήχο. Είναι να πείσει ότι εξακολουθεί να υπάρχει λόγος να παίζει εκείνον τον ήχο που αγαπάει. Όταν, λοιπόν, παντού γύρω μας η μουσική μοιάζει συχνά με αλγόριθμο ντυμένο με φίλτρα, οι Common People εμφανίζονται με το Next In Line σαν να άνοιξαν μια ξεχασμένη πόρτα κάπου ανάμεσα σε ένα υγρό υπόγειο πρόβας, μια στοίβα από παλιά 7ιντσα και ένα μπαρ που μυρίζει ακόμη μπύρα, ιδρώτα και ενισχυτές που δουλεύουν στα κόκκινα.

Κάπως έτσι μοιάζει να γεννήθηκε το ντεμπούτο τους, μετά από δύο singles και το ζωντανά ηχογραφημένο Patari Live Session EP, ένας συνεκτικός δίσκος που από το υπόγειο της πρόβας τους σε βγάζει βόλτα σε διάφορα σοκάκια του rock 'n' roll. Από τις ωμές punk εξάρσεις μέχρι τις πιο μελωδικές power pop στιγμές του, το Next In Line μοιάζει με μια περιπλάνηση σε έναν χάρτη όπου το γκαράζ και ενίοτε το punk εξακολουθεί να λειτουργεί ως τόπος συνάντησης για όσους πιστεύουν ότι η μουσική πρέπει πρώτα να έχει παλμό και μετά θεωρία. Όχι, οι Common People δεν κυνηγούν την πρωτοτυπία ως αυτοσκοπό. Κυνηγούν το τραγούδι. Και το κάνουν με μια ειλικρίνεια που θυμίζει εκείνες τις μπάντες που έμπαιναν στο στούντιο για να αποτυπώσουν όσο πιο πιστά γινόταν την ενέργεια που είχαν ήδη κατακτήσει στη σκηνή. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ακούγεται ζωντανός, ανήσυχος και αρκετά ερωτευμένος με την ιστορία του rock ώστε να την τιμά, χωρίς να μετατρέπεται σε μουσείο της.

Οι κιθάρες βγαίνουν μπροστά με την αμεσότητα του punk, τα ρεφρέν κουβαλούν τη γλυκιά επιμονή της power pop και ολόκληρος ο δίσκος μοιάζει να έχει γραφτεί από ανθρώπους που μεγάλωσαν πιστεύοντας ότι τρία ακόρντα και μια καλή ιδέα μπορούν ακόμη να αλλάξουν τη διάθεση μιας μέρας. Φυσικά, το Next In Line δεν ενδιαφέρεται για την τελειότητα και αυτό φαίνεται από το πρώτο πολύ καλό άνοιγμα με το "Point Of No Return" που προτιμά την ένταση, την ταχύτητα και εκείνη την παλιά, σχεδόν ξεχασμένη αρετή του rock 'n' roll: να σε κάνει να κουνήσεις το κεφάλι πριν προλάβεις να το αναλύσεις, ακόμα και αν δεν σου αρέσει το ρεφρέν. Εντάξει αυτό, στις μέρες μας, είναι ήδη μια μικρή νίκη απέναντι στον χαμό του αλγοριθμικού θηρίου. Το “Underminded” που ακολουθεί, θα μπορούσε να είναι εύκολα ένα κομμάτι βγάλμένο από την πανκ δυτική ακτή της αγαπημένης μας Αμερικής, κι όμως, γεννήθηκε κάπου ανάμεσα σε πολυκατοικίες, κλειστά ρολά και νυχτερινές διαδρομές της Αθήνας. Διαθέτει εκείνη την ακατέργαστη ορμή που σε κάνει να πιστεύεις ότι η μπάντα ηχογραφούσε με το βλέμμα καρφωμένο στο επόμενο ρεφρέν και όχι στο επόμενο trend.  Στο επόμενο "Once In A While" οι Common People μοιάζουν για λίγο να περιπλανώνται χωρίς πυξίδα, σαν να κοιτούν ταυτόχρονα προς δύο διαφορετικούς ορίζοντες. Από τη μία οι ηλιόλουστες μελωδίες και η ανέμελη αύρα της δυτικής ακτής, από την άλλη η αστική νευρικότητα μιας πόλης όπως η Αθήνα που δεν αφήνει κανέναν να χαλαρώσει πραγματικά. Το τραγούδι δείχνει να αναζητά το κέντρο βάρους του, μέχρι που εμφανίζεται το "Led Astray" και αλλάζει απότομα το σκηνικό. Σαν μια μαύρη τρύπα που καταπίνει ό,τι προηγήθηκε, σε εκτοξεύει σε ένα καπνισμένο στριπτιζάδικο κάπου στην Ατλάντα, όπου το rock 'n' roll συναντά τη βρόμικη γοητεία του αμερικανικού νότου. Οι κιθάρες αποκτούν άλλη υφή, ο αέρας βαραίνει και ο δίσκος θυμίζει ότι πίσω από τα μελωδικά του ξεσπάσματα κρύβει αρκετή σκόνη, ιδρώτα και νυχτερινή παρακμή για να κρατήσει το ενδιαφέρον ζωντανό.

Στο "Deranged" δείχνουν να βρίσκουν με μεγαλύτερη σιγουριά τις συντεταγμένες τους πάνω στον rock 'n' roll χάρτη. Μέσα από τη βρομιά, τη φασαρία και εκείνη την όμορφη ακαταστασία που γεννά συχνά τα καλύτερα τραγούδια του είδους, οι Common People ακούγονται πιο πειστικοί, πιο ελεύθεροι και κυρίως πιο κοντά στον πραγματικό τους εαυτό. Είναι από εκείνες τις στιγμές όπου η μπάντα σταματά να κοιτάζει τους δρόμους που άνοιξαν άλλοι και αρχίζει να αφήνει τα δικά της ίχνη στην άσφαλτο. Και ίσως γι' αυτό το ομώνυμο "Next In Line" αφήνει μια μικρή αίσθηση ανεκπλήρωτης υπόσχεσης. Γιατί αν άφηνε λίγο περισσότερο από αυτή τη σκόνη, αυτή την αλητεία και τον θόρυβο του "Deranged" να εισχωρήσουν στις χαραμάδες του, θα μπορούσε να μετατραπεί από ένα καλό τραγούδι σε μία από τις πραγματικά συναρπαστικές κορυφές του δίσκου. Εκεί όπου οι Common People δεν ακούγονται απλώς σαν μια μπάντα που αγαπά το rock 'n' roll, αλλά σαν μια μπάντα που έχει κάτι δικό της να προσθέσει στην ιστορία του.

Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει και για το εξαιρετικά δυνατό "Shadow", το οποίο ήδη σου σκάει στα μούτρα με την αυτοπεποίθηση ενός τραγουδιού που ξέρει ακριβώς τι θέλει να πετύχει. Έχει κάτι από εκείνες τις ατελείωτες διαδρομές στην έρημο, όταν ο δρόμος τρεμοπαίζει κάτω από τον ήλιο και ο ορίζοντας μοιάζει να μετακινείται διαρκώς λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Και ύστερα, σχεδόν χωρίς προειδοποίηση, τα φώτα ανάβουν. Σαν να αφήνεις πίσω σου τη σκόνη και την απομόνωση για να βρεθείς μπροστά στη θορυβώδη, υπερφωτισμένη υπόσχεση του Λας Βέγκας. Ίσως όμως ακριβώς επειδή το "Shadow" διαθέτει αυτή τη δυναμική, να γεννά και την αίσθηση ότι οι Common People θα μπορούσαν να το σπρώξουν ακόμη πιο μακριά. Να αφήσουν τις κιθάρες να γδάρουν λίγο περισσότερο την επιφάνεια, να δώσουν περισσότερο χώρο στην ακατέργαστη ενέργεια που ήδη βράζει από κάτω.

Γιατί όταν πλησιάζουν αυτή τη ζώνη, εκεί όπου η power pop συναντά την punk αλητεία και το rock 'n' roll παύει να είναι αναφορά και γίνεται ένστικτο, τι κάνεις όταν τα χάνεις όλα σε ένα παιχνίδι; Παίρνεις το αεροπλάνο της επιστροφής. Με μια στάση στο Λονδίνο. Ή, για να είμαστε ακριβείς, στο "A Glorious Day On The Rise", ένα κομμάτι που μοιάζει να έχει γραφτεί με το βλέμμα στραμμένο προς τη βρετανική κιθαριστική παράδοση και τις πιο μελωδικές στιγμές του brit rock, το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου ίσως και να λειτουργεί και σαν καθρέφτης των αναμνήσεων της μπάντας. Στα έξι και πλέον λεπτά του, οι Common People δείχνουν ίσως πιο καθαρά από οπουδήποτε τη διάθεσή τους για να απλωθούν, να αφεθούν και σε μια πιο σύνθετη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Αφήνουν το τραγούδι να αναπνεύσει, δίνουν χώρο στις μελωδίες να αναπτυχθούν και αποκαλύπτουν ότι πίσω από την άμεση ενέργεια και την garage ακαταστασία κρύβεται μια μπάντα που μπορεί να διαχειριστεί και μεγαλύτερες αφηγήσεις. 

Τους Common People απαρτίζουν ο Γιώργος Κόκκινος (τραγούδι, κιθάρα), ο Στέλιος Επισκόπου (κιθάρες), ο Γιώργος Καρατσόκης (μπάσο) και ο Κώστας Καρβέλης (τύμπανα). Για το ηχητικό αποτέλεσμα, οι Common People εμπιστεύτηκαν τα Suono Studios και τον παραγωγό Άλεξ Μπόλμπαση (μίξη), ενώ το mastering φέρει την υπογραφή του Nick Townsend στα φημισμένα Townsend Mastering Studios. Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι γιατί ένα τόσο όμορφο κομμάτι όπως το "Halcyon Days", το οποίο εκπροσωπεί με τόση φυσικότητα μια από τις πιο γοητευτικές πλευρές της αισθητικής τους, απουσιάζει από το ντεμπούτο της μπάντας. Ίσως επειδή είναι του ‘24, θα μου πείτε. Ίσως επειδή οι Common People θέλησαν να αντιμετωπίσουν το Next In Line ως μια νέα αφετηρία και όχι ως μια ανακεφαλαίωση όσων προηγήθηκαν.

Κι όμως, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι η παρουσία του θα έδινε στον δίσκο μία ακόμη διάσταση. Θα φώτιζε καλύτερα την πιο μελωδική, πιο νοσταλγική και ίσως πιο προσωπική πλευρά της μπάντας. Θα λειτουργούσε σαν μια μικρή υπενθύμιση ότι πίσω από τις ενισχυμένες κιθάρες, την ταχύτητα και τη σκόνη των αμερικανικών αυτοκινητοδρόμων, υπάρχουν και στιγμές που οι Common People σταματούν να κοιτούν τον ορίζοντα και κοιτούν λίγο προς τα μέσα.

Γιατί τελικά τα καλύτερα ταξίδια δεν είναι μόνο αυτά που σε πηγαίνουν μακριά. Είναι κι εκείνα που σε βοηθούν να καταλάβεις από πού ξεκίνησες. Ίσως, λοιπόν, αν άφηναν περισσότερο τον εαυτό τους να περιηγηθεί μέσα στην ίδια τους την πόλη, να αφουγκραστεί τα χαλασμένα της, τους θορύβους και τις μικρές καθημερινές ήττες της, οι ιστορίες τους να αποκτούσαν ακόμη περισσότερο σώμα και βάρος. Όμως όταν έχεις ήδη μαζέψει τόσα πολλά από ένα ταξίδι, δύσκολα αντιστέκεσαι στον πειρασμό να τα χωρέσεις όλα μέσα στις αποσκευές σου. Και οι Common People επιστρέφουν από αυτό το ταξίδι φορτωμένοι με αναμνήσεις από γκαράζ της Αμερικής, βρετανικές παμπ, punk υπόγεια και power pop λεωφόρους.

Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τις πολλές στάσεις, το Next In Line δεν διαλύεται σε μια συλλογή επιρροών. Παραμένει ένας τίμιος, ζωηρός και απολαυστικός rock 'n' roll δίσκος, φτιαγμένος από ανθρώπους που αγαπούν βαθιά τη μουσική που παίζουν και δεν προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από θεωρίες ή εξεζητημένες ιδέες. Και καμιά φορά αυτό αρκεί. Γιατί η αλήθεια του rock 'n' roll δεν βρισκόταν ποτέ στην ανακάλυψη νέων ηπείρων. Βρισκόταν πάντα στην ικανότητα να παίρνεις έναν γνώριμο δρόμο και να τον διασχίζεις σαν να είναι η πρώτη φορά.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured