Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση στον πρώτο δίσκο των Soma. Από τη μία, πρόκειται για ένα συγκρότημα που γεννήθηκε μέσα από ανθρώπους με μεγάλη διαδρομή στο ελληνικό underground. Από την άλλη, το Στη χώρα του φωτός ακούγεται σαν δίσκος μιας μπάντας που δεν κουβαλά κανένα βάρος κληρονομιάς στους ώμους της. Δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα, δεν χτίζει πάνω σε κάποια σκηνή και δεν αναζητά νομιμοποίηση μέσα από αναφορές και αισθητικές συγγένειες.
Παρότι τα βιογραφικά των μελών παραπέμπουν σε μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της αθηναϊκής ανεξάρτητης σκηνής των τελευταίων χρόνων, οι Soma δεν μοιάζουν με άθροισμα προηγούμενων συγκροτημάτων. Αντιθέτως, εμφανίζονται με έναν ήχο που κοιτάζει περισσότερο προς τη δεκαετία του '90 παρά προς την εμμονική ανακύκλωση των 80s που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της ελληνικής κιθαριστικής και συνθ παραγωγής της τελευταίας δεκαετίας. Εδώ υπάρχουν ίχνη grunge, alternative rock και εκείνης της άγριας μελωδικότητας που κάποτε ένωνε το θυμό με την ευαλωτότητα χωρίς να χρειάζεται να διαλέξει πλευρά.
Αυτό που κάνει όμως τον δίσκο να ξεχωρίζει δεν είναι τόσο οι επιρροές του όσο η αίσθηση ότι πίσω από τα τραγούδια υπάρχει μια πραγματική ανάγκη έκφρασης. Οι στίχοι του Ξάνθου Παπανικολάου δεν παρατηρούν τον κόσμο από ασφαλή απόσταση και τις περισσότερες φορές δεν υιοθετούν τη συνήθη ειρωνική στάση της εποχής. Αντιθέτως, μιλούν από μέσα. Από τη θέση εκείνων που εξακολουθούν να πιστεύουν στις παρέες, στις μπάντες, στη συλλογική εμπειρία, σε μια μορφή ανθρώπινης επαφής που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στην ατομική επιβίωση και την ψηφιακή απομόνωση. Το Στη χώρα του φωτός είναι γεμάτο από αυτή την αίσθηση απώλειας, αλλά δεν είναι επ' ουδενί ένας απαισιόδοξος δίσκος. Είναι ένας δίσκος που καταγράφει την απογοήτευση χωρίς να παραιτείται από την επιθυμία για κάτι καλύτερο.
Πέρα από στιχουργός, ο Ξάνθος είναι τραγουδιστής, κιθαρίστας και εμπνευστής των τραγουδιών, πρώην μέλος των Bazooka, o ντράμερ Θάνος Φραντζής είναι μέλος του Αθηναϊκού συγκροτήματος Tiffany, ο μπασίστας Τίμος Harden παίζει στους Silhouette και ο κιθαρίστας Ορφέας Δαραμάρας τρέχει και το project XVIV, ενώ ο άνθρωπος της Magma Rec που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους είναι ο Γιώργος Καρανικόλας των Last Drive. Κάτω από τις κιθάρες, τις παραμορφώσεις και τον υπόγειο ηλεκτρισμό του, κρύβεται ένας βαθιά ανθρώπινος πυρήνας που κάνει τον ακροατή να νιώθει ότι αυτά τα τραγούδια δεν γράφτηκαν για να περιγράψουν τον κόσμο, αλλά για να επιβιώσουν μέσα σε αυτόν. Η ηχοληψία, μίξη και mastering του δίσκου έγινε από τον Ottomo στο studio Fab Liquid, ενώ το artwork είναι μια πρωτότυπη σύλληψη και εκτέλεση του Ξάνθου Παπανικολάου σε συνεργασία με το γραφίστα Άγγελο Κοζιώρη που συναποτελούν την AΠΑΞ Graphics.
Το "Flat Ζωή" ανοίγει τον δίσκο με τον τρόπο που ανοίγουν οι καλοί ροκ δίσκοι: χωρίς περιστροφές και χωρίς την ανάγκη να αποδείξουν τίποτα. Ένα τραχύ κιθαριστικό ξέσπασμα που φέρνει κάτι από το pub/blues rock των Dr. Feelgood στη grunge παράδοση των αρχών της δεκαετίας του '90, όχι μόνο ως αισθητική αναφορά αλλά και ως ψυχική κατάσταση. Οι κιθάρες χτίζουν υπομονετικά την ένταση, ενώ οι δεύτερες και τρίτες φωνές στο πέσιμο του κουπλέ δημιουργούν μια αίσθηση συλλογικότητας, σαν η φωνή του Ξάνθου Παπανικολάου να μην ανήκει αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο αλλά σε μια ολόκληρη γενιά που προσπαθεί να βρει τη θέση της μέσα σε έναν κόσμο που μετακινείται διαρκώς κάτω από τα πόδια της. Οι στίχοι λειτουργούν σαν μια πρώτη δήλωση προθέσεων για όσα θα ακολουθήσουν στον δίσκο. «Όλα αλλάζουν και εγώ προσπαθώ από κάπου να κρατηθώ», τραγουδά ο Παπανικολάου, περιγράφοντας με σχεδόν ωμή απλότητα μια εμπειρία που διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ: την αίσθηση ότι οι σταθερές εξαφανίζονται η μία μετά την άλλη και ότι η ίδια η καθημερινότητα μετατρέπεται σε ένα πεδίο συνεχούς μετατόπισης. Η "φλατ ζωή" του τίτλου δεν είναι απλώς μια προσωπική απογοήτευση. Είναι μια κοινωνική συνθήκη, μια αίσθηση στασιμότητας και ματαίωσης που έρχεται σε αντίθεση με την υπόγεια επιθυμία για αλλαγή που διαπερνά το τραγούδι.
Το "Συννεφιά" είναι ένα από τα πιο δυναμικά κομμάτια του δίσκου, χτισμένο πάνω σε μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα σε λυσσασμένα κιθαριστικά ξεσπάσματα και πιο εσωτερικές στιγμές με αρπέτζιο που προετοιμάζουν το κλιμακωτό φινάλε του. Οι στίχοι κινούνται γύρω από την προδοσία και την απογοήτευση, με φράσεις όπως «Μαχαιριά πισώπλατα από χέρια φιλικά» να αποτυπώνουν με άμεσο τρόπο την αίσθηση μιας πληγής που παραμένει ανοιχτή. Η "συννεφιά" του τίτλου μπορεί να μοιάζει με μελαγχολικό εσωτερικό τοπίο, αλλά η ένταση της μπάντας δεν επιτρέπει στο τραγούδι να βυθιστεί στη μοιρολατρία. Αντίθετα, μετατρέπει τη θλίψη σε κίνηση και την απογοήτευση σε ηλεκτρισμό. Με το "Στη Γη Θα Πέσω" οι Soma φέρνουν για πρώτη φορά στο προσκήνιο τις νεοκυματικές και post-punk καταβολές τους. Το μπάσο κρατά μια πρωταγωνιστική, σχεδόν υπνωτική γκρούβα που θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από κάποιο σκοτεινό υπόγειο των 80s, ενώ synths, αρμόνια και κιθάρες συνυπάρχουν ισότιμα, δημιουργώντας ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ηχητικά τοπία του δίσκου. Παράλληλα, οι στίχοι εκφράζουν μια έντονη ανάγκη φυγής από κάθε μορφή επιβεβλημένης αλήθειας και κοινωνικής κανονικότητας. «Στην πλάτη μου φορτώσανε είδωλα και ναούς» τραγουδά ο Παπανικολάου, δίνοντας στο κομμάτι μια υπόγεια αντικομφορμιστική διάσταση που ταιριάζει απόλυτα με την κινητική, σχεδόν επαναστατική ενέργεια της μουσικής του.
Το "Ξένος (Φαίνεσαι Σε Αυτούς)" κλείνει την πρώτη πλευρά με έναν τρόπο που μοιάζει σχεδόν συμβολικός. Η εισαγωγή του φέρνει στον νου την ακατέργαστη γοητεία των πρώτων κυκλοφοριών της Rough Trade, κάτι ανάμεσα στους TV Personalities και τους Subway Sect, πριν το τραγούδι πάρει τη δική του κατεύθυνση. Είναι ένα κομμάτι που μιλά για την αποξένωση, όχι ως προσωπική ήττα αλλά ως αναπόφευκτο τίμημα της αλλαγής. «Ξένος φαίνεσαι σ' αυτούς που είχες φίλους και εχθρούς» τραγουδά ο Παπανικολάου, σε έναν από τους πιο εύστοχους στίχους του δίσκου, καταγράφοντας εκείνη τη στιγμή όπου συνειδητοποιείς ότι δεν ανήκεις πλέον ούτε στα μέρη ούτε στους ανθρώπους που κάποτε σε όριζαν, μια ήρεμη αποδοχή ότι για να προχωρήσεις μπροστά ίσως χρειαστεί να αφήσεις πίσω περισσότερα απ' όσα υπολόγιζες.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το "Παρακμή", ένα κομμάτι που μοιάζει να συγκεντρώνει πολλές από τις μουσικές και αισθητικές καταβολές του Ξάνθου Παπανικολάου σε ένα σημείο. Είναι όμως το πιο σύντομο κομμάτι του άλμπουμ, το "Μικρό Μυαλό" που έρχεται αμέσως μετά και κλέβει την παράσταση. Νευρικό, κοφτερό και εθιστικό από την πρώτη ακρόαση, αποτελεί ίσως την πιο άμεση punk στιγμή του δίσκου και ένα από τα πιο πετυχημένα ελληνόφωνα punk τραγούδια των τελευταίων χρόνων. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην οικονομία των μέσων του. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περίπλοκες κατασκευές ούτε να μεταμφιέσει τον θυμό του σε κάτι πιο εκλεπτυσμένο. Πατάει πάνω σε ένα ασταμάτητο momentum, σε κιθάρες που σπρώχνουν διαρκώς το τραγούδι μπροστά και σε στίχους που ισορροπούν ανάμεσα στην ειρωνεία, την πρόκληση και την προσωπική αντιπαράθεση. «Δε μου αρκεί το μικρό σου το μυαλό» γίνεται σχεδόν σύνθημα, ενώ το κομμάτι καταφέρνει κάτι σπάνιο: να ακούγεται ταυτόχρονα αυθεντικά παλιό και απολύτως σύγχρονο. Αμέσως μετά ακολουθεί το "Μπλεξίματα", το πιο μακροσκελές τραγούδι
Το "Μπλεξίματα" είναι το πιο εκτεταμένο κομμάτι του δίσκου και το πιο υπομονετικό στις αποκαλύψεις του. Σε διάρκεια που ξεπερνά τα πέντε λεπτά, οι Soma αφήνουν στην άκρη την αμεσότητα των προηγούμενων τραγουδιών και επενδύουν περισσότερο στη συνθετική εξέλιξη, χτίζοντας σταδιακά πάνω σε ένα επίμονο beat και σε κιθάρες που μετακινούνται διαρκώς μέσα στο τραγούδι. Οι στίχοι είναι λιτοί, σχεδόν αποσπασματικοί, σαν εσωτερικός μονόλογος που καταγράφει στιγμές αμφιβολίας, φόβου και αυτοπαρατήρησης. Όμως όσο το κομμάτι προχωρά, η αίσθηση της ασφυξίας δίνει τη θέση της σε κάτι πιο φωτεινό. Το «Ξαπλώνω λίγο κάτω απ' το φως του ήλιου» λειτουργεί σχεδόν σαν σημείο καμπής, πριν το τραγούδι καταλήξει στην ιδέα μιας νέας αρχής. Το "Κρυφοί Δολοφόνοι" κρύβει κάτω από την επιφάνειά του μια εμφανή αγάπη για την punk-pop σχολή των Buzzcocks. Οι μελωδίες είναι άμεσες, οι κιθάρες κοφτές και τα μικρά σόλο λειτουργούν περισσότερο ως προέκταση του τραγουδιού παρά ως επίδειξη δεξιοτεχνίας. Πίσω όμως από την φαινομενική ελαφρότητα της φόρμας κρύβονται μερικοί από τους πιο πικρούς στίχους του δίσκου. «Γίναμε όλοι κρυφοί δολοφόνοι της κάθε χαράς» τραγουδάει ο Παπανικολάου, μετατρέποντας το τραγούδι σε μια αιχμηρή παρατήρηση πάνω στη φθορά των σχέσεων και την ευκολία με την οποία καταστρέφουμε ό,τι κάποτε αγαπήσαμε. Είναι ένα κομμάτι που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στη μελωδία και τον κυνισμό, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι οι Soma ξέρουν πώς να ντύνουν δύσκολα συναισθήματα με τραγούδια που μένουν στο μυαλό.
Με τα "Φαντάσματα" οι Soma κλείνουν το ντεμπούτο τους με έναν τρόπο που συνοψίζει πολλά από όσα προηγήθηκαν. Οι αναφορές μετακινούνται πλέον από το νεοκυματικό και post-punk σύμπαν των 80s προς το εναλλακτικό ροκ των 90s, όμως το σημαντικότερο είναι ότι κάπου εδώ η δική τους ταυτότητα αρχίζει να διακρίνεται καθαρά πίσω από τις επιρροές. Το Στη χώρα του φωτός δεν είναι ένας δίσκος που ανακαλύπτει ξανά τον τροχό, ούτε προσπαθεί να επιβληθεί μέσα από εντυπωσιασμούς. Είναι όμως ένας δίσκος με χαρακτήρα, με τραγούδια που μοιάζουν να έχουν γραφτεί από ανθρώπους που πιστεύουν ακόμη στη δύναμη μιας μπάντας και στη σημασία του να έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις. Και αυτό, για μια νέα ελληνική μπάντα που κάνει τώρα το πρώτο της δισκογραφικό βήμα, είναι ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα από όλα.






