Στην απέραντη, χαοτική και βαθιά ιδιοφυή δισκογραφία του Devin Townsend, η έννοια της υπερβολής πήγαινε πάντα χέρι-χέρι με το μαξιμαλιστικό του ταμπεραμέντο. Θα έλεγε κανείς πως αποτελούσε την κινητήριο δύναμή του. Από τις εποχές των Strapping Young Lad όπου έσπρωχνε τα όρια του ακραίου ήχου, μέχρι και το κοσμικό μεγαλείο του Empath και την θεατρικότητα του Ziltoid, o Καναδός πολυτεχνίτης, πολυμουσικός, πολυεργαλείο και πάσης φύσεως μουσικός αλχημιστής έχει αποδείξει πως δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κάνει και να το κάνει καλύτερα από τους κορυφαίους του εκάστοτε είδους. Το The Moth ωστόσο, είναι κάτι παραπάνω από ένας ακόμα δίσκος στην φαρέτρα του. Είναι το έργο ζωής του. Όχι επειδή είναι ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει, αυτά συνεχίζουν να είναι το City και το Ocean Machine. Επειδή είναι ο πιο βαθιά προσωπικός και ενδοσκοπικός δίσκος του.
Για να κατανοήσει κανείς τη βαρύτητα του The Moth, πρέπει να ανατρέξει στις ρίζες της δημιουργίας του, οι οποίες εκτείνονται πίσω στο 2015. Αρχικά, το project είχε συλληφθεί από τον Devin ως μια εξαιρετικά ακριβή, προκλητική και σχεδόν γκροτέσκα συμφωνία γεμάτη με απροκάλυπτα σεξουαλικά, σαρκικά και σοκαριστικά θέματα. Θυμάμαι ξεκάθαρα τον ίδιο να αναφέρεται στην ιδέα ακόμα του The Moth ως « a $10 million symphony about cocks and vaginas and death». Ωστόσο, η ίδια η ζωή, η ωριμότητα και οι οικονομικές/καλλιτεχνικές δυσκολίες στην εύρεση χρηματοδότησης για ένα τόσο ακραίο concept ανάγκασαν την ιδέα να υποστεί τη δική της μεταμόρφωση. Τα σεξουαλικά θέματα υποχώρησαν, έδωσαν τη θέση τους σε κάτι πολύ πιο οικουμενικό και πνευματικό: τη γέννηση, τον θάνατο, τη φθορά και την αναγέννηση. Έτσι το moth έγινε το τέλειο σύμβολο για τον ίδιο το Devy . Ένα πλάσμα που έλκεται μοιραία από το φως, ακόμη κι αν αυτό το φως πρόκειται να το καταστρέψει.
Το The Moth είναι ένα θηριώδες concept άλμπουμ 24 κομματιών, μια avant-garde progressive metal όπερα που ξεπερνά τη συμβατική δομή των τραγουδιών για μία ενιαία, κινηματογραφική συμφωνία. Συνοδευόμενος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα και Χορωδία της Βόρειας Ολλανδίας ο Townsend καταθέτει αριστούργημα βαθιάς προσωπικής μεταμόρφωσης, που χρησιμοποιεί τη μεταφορά της κάμπιας που καίγεται στο φως για να μιλήσει για την ανθρώπινη ύπαρξη, το πένθος, την κατάθλιψη και τελικά… την αποδοχή. Υπό τη διεύθυνση του Jukka Iisakkila, η 70μελής ορχήστρα και η 60μελής χορωδία είναι παρούσες σε όλη τη διάρκεια του δίσκου. Αποτελούν τον κύριο κορμό των συνθέσεων, αν δηλαδή κάποιος περίμενε να ακούσει έναν κιθαριστικό δίσκο, δυστυχώς θα απογοητευτεί. Επιπλέον, τόσο οι φωνές της Lynn Wu των OU αλλά φυσικά και της Anneke van Giersbergen φέρνουν την αιθέρια θεατρική αύρα τους και έρχονται ως καταλύτες και συναισθηματικά αντίβαρα μέσα στη σύγχυση.
Ο δίσκος δεν είναι μια συλλογή από singles, για αυτό και κάπως δυσκολεύομαι να μιλήσω για κομμάτια και επιλέγω να το δω πιο ολιστικά. Στις περισσότερες ακροάσεις δεν πρόσεχα καθόλου τους τίτλους. Είναι ένα soundtrack για ένα ανύπαρκτο μιούζικαλ, επηρεασμένο βαθιά από κλασικά έργα όπως το Jesus Christ Superstar του Andrew Lloyd Webber και το The Phantom of the Opera ή για να μην πηγαίνουμε πολύ μακριά… το Ziltoid The Omniscient. Αν δεν έχετε λοιπόν 70 λεπτά να αφιερώσετε, ή έστω τα μισά για το κάθε μέρος ξεχωριστά, νομίζω πως θα λάβετε μια νερωμένη εμπειρία και θα απογοητευτείτε. Είναι κλισέ πλέον, το ξέρω, αλλά το The Moth είναι ένας δίσκος που απαιτεί την αφοσίωση, και δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αναφερθώ στο supplementary The Afterlife που πρακτικά είναι η γυμνή, ορχηστρική εκδοχή του δίσκου. Σκεφτείτε το σαν να πηγαίνετε να δείτε μια θεατρική παράσταση. Υπό αυτήν την έννοια τα leitmotifs και τα μικρά ιντερλούδια έρχονται σαν συνδετικός ιστός ανάμεσα στις “βασικές” συνθέσεις.
Όσον αφορά το κομμάτι του ήχου, ο Hevy Devy επιστρέφει επιτέλους σε αυτό το Wall of Sound που είχε τελειοποιήσει με το Empath, το Transcendence και το Epicloud. Τόσο η ορχήστρα, οι επικές χορωδίες, οι industrial ηλεκτρονικές υφές, τα βαριά συνοδευτικά riffs και οι χαρακτηριστικές, πολυδιάστατες ερμηνείες του Devin συνυπάρχουν εκπληκτικά στον ίδιο χώρο με απόλυτη ισορροπία. Νομίζω πως στο κομμάτι ειδικά των ερμηνειών, τον βρίσκουμε στην καλύτερη φάση της καριέρας του. Τόσο όσον αφορά τα καθαρά, όλων των τόνων και υφών, αλλά και στα βαθιά growls και ουρλιαχτά που διαπερνούν το σώμα μου φέρνοντας ρίγος. Δεν είναι τυχαίο φυσικά πως στην ύστερη καριέρα του έδωσε πολύ ψωμάκι στους Youtubeικούς πάσης φύσεως vocal coaches που έστησαν καριέρες κάνοντας reactions στα βίντεο του.
Ακολουθώντας τη δομή μιας θεατρικής παράστασης όπως είπαμε και πριν, το άλμπουμ χωρίζεται νοητά σε δύο μεγάλες πράξεις.
Πράξη 1: Ξεκίνημα & Σύγκρουση
Σε αντίθεση με την πεταλούδα που πετάει τη μέρα, ο σκόρος (the moth) αναζητά το φως μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Αυτή η έλξη είναι μοιραία, τυφλή και συχνά αυτοκαταστροφική. Στα πλάισια του The Moth λοιπόν, το «Φως» δεν συμβολίζει απαραίτητα την καλοσύνη, αλλά την αλήθεια και την έκθεση. Ο Devin πραγματεύεται τον τρόμο του να κοιτάζεις τον πραγματικό σου εαυτό στον καθρέφτη. Για να αναγεννηθείς, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να αφήσεις το παλιό σου «εγώ» να καεί ολοσχερώς.
Η είσοδος στην «πόλη» με το "Enter The City" προσφέρει μια εκτυφλωτική, σχεδόν παρακμιακή λάμψη, οδηγώντας μας στο μνημειώδες "Covered By Causes". Με διάρκεια πάνω από 8 λεπτά, το κομμάτι αυτό αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του: ξεκινά σαν μια progressive metal εκδοχή του "Comfortably Numb" των Pink Floyd και εξελίσσεται σε ένα progressive παραλήρημα με καταιγιστικά riffs. Η «πόλη» λειτουργεί κατά μία έννοια ως σύμβολο του σύγχρονου κόσμου, των κοινωνικών προσδοκιών και όλων εκείνων των θορύβων που χρησιμοποιούμε για να πνίξουμε τις εσωτερικές μας φωνές. Tις κοινωνικές μάσκες και τις απαιτήσεις της καθημερινότητας που μας απομακρύνουν από την ουσία μας.
Το "Intermission" είναι ένα ambient, σχεδόν θρησκευτικό κομμάτι που έρχεται ως ανάσα πριν το δεύτερο μέρος. Mε την επικουρική συμμετοχή του Steve Vai, του οποίου η παρουσία είναι περισσότερο πνευματική παρά δομική χωρίς δηλαδή κάποιο φαντασμαγορικό solo που θα έσπαγε την θεατρικότητα. Ο ίδιος ο Townsend αστειεύτηκε ότι είναι το κομμάτι που συνοδεύει την ουρά για το παγωτό στο θέατρο, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πανέμορφη, αστρική ηχητική γέφυρα που προετοιμάζει το έδαφος για τη σκοτεινιά και τη λύτρωση της Δεύτερης Πράξης.
Πράξη 2: Μεταμόρφωση & Έξοδος
Η Δεύτερη Πράξη είναι αισθητά πιο βαριά και σκοτεινή. Το "Prepare For War" δεν αναφέρεται σε μια μάχη με εξωτερικούς εχθρούς, αλλά στον πόλεμο ενάντια στους μηχανισμούς άμυνας του ίδιου του του μυαλού και μαζί με το “The Big Snit” ηχητικοποιούν την μάχη. Άλλη μία ευχάριστη έκπληξη στη λίστα των guests είναι ο Mike Keneally. Ο βετεράνος κιθαρίστας (γνωστός από τη θητεία του δίπλα στον Frank Zappa) είναι μέλος της core μπάντας του δίσκου, και συνεισφέρει τις δικές του avant-garde, τζαζ πινελιές και τα πιο περίπλοκα περάσματα με πιο χαρακτηριστική την παρουσία του στο χαοτικό "The Big Snit" και στο "Lexin".
Η απόλυτη κορύφωση, ωστόσο, έρχεται με το συγκλονιστικό "Stained Hearts". Πρόκειται για το πιο καθαρτικό κομμάτι που έχει γράψει ο Townsend εδώ και χρόνια. Η ένωση όλων των επιμέρους κομματιών του δίσκου με τις φωνητικές γραμμές να σπάνε από συγκίνηση. Όταν ο Devin φωνάζει «stained heart , strong start», η ενορχήστρωση εκρήγνυται σε ένα κρεσέντο που μου προκαλεί ρίγη που δεν μπορώ να ελέγξω. Επίσης κάθε φορά που ακούω την φωνή της Anneke μια απόκοσμη ζεστασιά γεμίζει την καρδιά μου. Η αιώνια μούσα του Devin επιστρέφει για να προσφέρει τις αιθέριες, καθαρές της ερμηνείες, λειτουργώντας στα πλαίσια του concept ως η «φωνή της λογικής και της ελπίδας» απέναντι στα οργισμένα growls του Townsend.
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες χιουμοριστικές εκτονώσεις του (όπως ο Ziltoid), το The Moth στερείται, στο μεγαλύτερο μέρος του, της γνωστής ειρωνείας και του αυτοσαρκασμού που χρησιμοποιούσε ο Devin ως ασπίδα προστασίας. Εδώ ο Townsend μας εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο συναισθηματικά γυμνός. Έχοντας μιλήσει ανοιχτά στο παρελθόν για τις μάχες του με τη διπολική διαταραχή, την κατάθλιψη και τις εξαρτήσεις, ο δίσκος αυτός έρχεται σαν μια δημόσια ψυχανάλυση. Περίπου όπως ήταν και το Infinity, απλώς αυτή τη φορά σε πολύ μεγαλύτερη και συγκεντρωμένη κλίμακα. Η προσωπική κατάθεση ενός ανθρώπου που πλέον στα 54 του, αποδέχεται τα τραύματά του και κατανοεί ότι η καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις εσωτερικές του πληγές. Αν δεν πιστεύετε εμένα, ο ίδιος το έχει γράψει καλύτερα μέσα από τους στίχους του.
«The Stain In Your Heart Is A Strong Start
The Pain In Your Heart Is A Strong Start ».
Η απόλυτη κάθαρση του άλμπουμ μέσα από μια σκοπιά που μου φέρνει στο μυαλό τη φιλοσοφία του Kitsugi, της ιαπωνικής τέχνης που επισκευάζει τα σπασμένα κεραμικά με χρυσό, τονίζοντας τα σημάδια αντί να τα κρύβει. Όλος ο δίσκος είναι μια σισύφεια διαδρομη και βρισκόμαστε κοντά στη κορυφή του βουνού. Ο σκόρος αγγίζει τη φλόγα όμως αντί να καεί… φωτίζεται. Ο δίσκος κλείνει με το "We Don't Deserve Dogs", ένας τίτλος που κλείνει το μάτι στην αγνή, ανιδιοτελή αγάπη. Μια ουράνια, σχεδόν θρησκευτική χορωδιακή πανδαισία που σβήνει μέσα σε μια απόλυτη ατμοσφαιρική γαλήνη.Αν το Empath ήταν μια επίδειξη των απεριόριστων μουσικών του δυνατοτήτων, το The Moth είναι η αποκρυστάλλωση της καλλιτεχνικής ωριμότητάς του και η απογύμνωση του εγώ του. Μια συγκλονιστική συμφωνία αυτοαποδοχής που για όσους είναι διατεθειμένοι να κάνουν το ταξίδι από την κάμπια στον σκόρο μαζί του, η λύτρωση είναι εγγυημένη. Τουλάχιστον ο σκόρος, δεν κάηκε για το τίποτα.






