Vince Staples – Cry Baby

Ο Vince Staples αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές στη χιπ-χοπ σκηνή της δυτικής ακτής, ξεπροβάλλοντας στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας με σπουδαίες δουλειές, όπως το αυτοβιογραφικό Summertime ‘06 ή το άκρως πειραματικό Big Fish Theory, καταδεικνύοντας παράλληλα την καλλιτεχνική του ευελιξία, αλλάζοντας τον ήχο του, κυκλοφορία με τη κυκλοφορία. Ενώ ποτέ δεν ήταν γνωστός για την ξεκάθαρα πολιτική του έκφραση, μέσα από τη μουσική του, στο προηγούμενο του δίσκο, και έναν από τους προσωπικούς αγαπημένους μου για το 2024, Dark Times, μας είχε δώσει μια μικρή ιδέα της κοινωνικοπολιτικής γκάμας του, και σε συνδυασμό με την κυκλοφορία της σειράς του The Vince Staples Show, μια μαύρη κωμωδία που βαδισε στα χνάρια του Atlanta, αλλά και το διαζύγιο του με την Def Jam, σήμανε μια εποχή καλλιτεχνικής απελευθέρωσης για τον ίδιο, σε μια πιο ριζοσπαστική πορεία. Σίγουρα βοήθησε και το γεγονός πως κάποιος θεομουρλος, ακροδεξιός , αυταρχικός ηγέτης κυβερνάει την χώρα του, με συμβάντα, όπως τις εξεγέρσεις στο Los Angeles ή τα εκτρώματα της ICE στη Minnesota να καλλιεργούν ακόμα περισσότερο της συνθήκες για την κυκλοφορία μιας βίαια ωμής καλλιτεχνικής έκφρασης, για την οποία ο ίδιος ο Vince με την ιδιοσυγκρασία του και την προσωπικότητα του, έδειχνε συνειδητοποιημένος και ώριμος να δημιουργήσει.

Από το πρώτο κιόλας single, "Black Berry Marmalade" έγινε εμφανές πως δεν θα μιλούσαμε για μια ακόμη κυκλοφορία. Η αλλαγή του μουσικού πλαισίου σε ένα πιο rock ύφος, με ζωντανή ενορχήστρωση, παρέα με τον ωμό πολιτικό λυρισμό και την απροκάλυπτα βίαιη εικόνα που μας έδωσε το βίντεο κλιπ,  έθεσαν τον τόνο για μια κυκλοφορία που θα άφηνε ηχηρά τη στάμπα της στο μουσικό χάρτη, και τα ακόλουθα singles, "White Flag" και "Cotton" το επιβεβαίωσαν.

Αφού ήταν και το πρώτο single με το οποίο μας καλωσόρισε σε αυτή την μαύρη κωμωδία, δε θα μπορούσε να μην είναι και το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου αυτού. Άλλωστε, ο επιθετικός punk ήχος, τα γρήγορα bpm, και στίχοι όπως «Blackberry marmalade and sweet tea beats the summer blaze» και «promise me you won’t gun me down», σε βυθίζει ακαριαία στην ατμόσφαιρα του δίσκου, με το δικό του χαρακτηριστικό σατιρικό ύφος, και έντονη κριτική στη προνομιούχα άρχουσα τάξη, η οποία "ξεζουμίζει" την αφροαμερικάνικη κουλτούρα και υπόσταση των ατόμων αυτών, σαν μαύρα μούρα, για τη δική της απόλαυση, μια ωμή εικόνα που αποτυπώθηκε και στο εμβληματικό To Pimp A Butterfly του Kendrick Lamar, με το "The Blacker The Berry".  

Το κλίμα δεν ελαφραίνει ούτε λίγο στο "Go! Go! Gorilla", ένα τραγούδι-ραψωδία για το σκοτεινό και βίαιο πρόσωπο της Αμερικάνικης αστυνομίας και τη ρατσιστικής συμπεριφοράς με την οποία αντιμετωπίζεται η αφροαμερικάνικη κοινότητα. Ενώ το instrumental έχει ένα πιο funk και up-tempo ύφος, οι αναφορές σε gentrification και απέλαση των αφροαμερικάνων από τα σπίτια τους, στη σκλαβιά, σε ανακρίσεις-παρενοχλήσεις με άσκηση βίας από την αστυνομία, και στίχοι όπως «red, white and blue lights flashin’, one-way trip to thugs’ mansion» δίνουν ακόμη περισσότερο βάθος στην δυστοπική πραγματικότητα, με αποκορύφωμα το ρεφρέν, όπου με τον δικό του σκοτεινό χιουμοριστικό τρόπο ο Vince παρομοιάζει το αστυνομικό κυνηγητό με κυνήγι γορίλλα, με την αλληγορία αυτή να είναι αυταπόδεικτα φρικιαστική. Στο ίδιο ηχητικό μοτίβο κυμαίνεται και στο δεύτερο single του δίσκου, "White Flag", με το instrumental να θυμίζει κάτι ίσως από το Back In Black της Amy Winehouse, στην οποία γίνεται αναφορά στο τραγούδι, αλλά ο λυρισμός είναι εξίσου μελαγχολικός, με την "Λευκή Σημαία" να συμβολίζει μια "Λευκή Αμερική" η οποία ενώ φαινομενικά αποδέχεται την αφροαμερικάνικη κοινότητα, στην πραγματικότητα την νοιάζει μόνο να εκμεταλλευτεί τους πόρους και την κουλτούρα τους για κέρδος, δείχνοντας παντελή αδιαφορία για τους ίδιους σαν μονάδες. Βέβαια το πιο πιθανό είναι να αναφέρεται στο σήμα της παράδοσης του ίδιου του Vince, στην προσπάθειά του να αντιστέκεται στο εχθρικό αυτό σύστημα, όντας κουρασμένος και εξουθενωμένος από την ψυχική και σωματική αυτή πάλη.

Σε πιο έντονη και up-tempo ηχητική παλέτα συνεχίζει την αφήγησή του στο "The Running Man", με ηλεκτρικές κιθάρες, saturated μπάσο και synths να ντύνουν το παράπονο του Vince, περί απομόνωσής του από το θεό, με μόνη επιλογή του να...τρέξει μακριά, χαρίζοντάς μας ταυτόχρονα και μία μελαγχολική γέφυρα, η οποία ρίχνει τους τόνους πριν το τελικό κρεσέντο στο τελευταίο ρεφρέν. Τα ίδια ψηλά bpm και σκοτεινό ήχο συναντάμε, και στο προσωπικό αγαπημένο, "Only In America", την πιο μεστή και πλούσια στιγμή του δίσκου. Το αιχμηρό χιούμορ του Vince, γεμάτο ειρωνεία και μίσος για την Αμερική και το πως προωθεί η ίδια τον εαυτό της, τα βαριά και hard-hitting drums, τα guitar riffs, τα δεύτερα φωνητικά, η ροή του κομματιού, όλα μαζί δένουν για μία από τις πιο έντονες στιγμές του δίσκου, ιδιαίτερα το εθιστικό και άκρως ειρωνικό ρεφρέν, όπου δημιουργείται η αντίθεση, πως από τη μία θες να το τραγουδήσεις σαν σύνθημα, και από την άλλη το περιεχόμενό του είναι τόσο ειρωνικά σκοτεινό.   

Ίσως το πιο ελαφρύ στιγμιότυπο στο δίσκο βρίσκουμε στο "TV Guide", το οποίο, όπως αποκαλύπτει και ο τίτλος ειρωνικά, αναφέρεται στη χειραγώγηση της μάζας, μέσω των media και της ακατάπαυστης προβολής συγκεκριμένων προτύπων και ειδήσεων σε αυτά, με άπλετο χιούμορ και σαρκαστική διάθεση, ιδιαίτερα στο ρεφρέν του κομματιού, ενώ σε ίδια επίπεδα σκοταδιού κυμαίνεται και το πιο φτωχό στιχουργικά, αλλά απίστευτα πιασάρικο "Do You Know The Devil", έχοντας το αγαπημένο μου riffακι και ear-candy σε όλο το δίσκο.

Άξιο αναφοράς σίγουρα για όλους τους rap heads, είναι η ενσωμάτωση αυτούσιου κομματιού από το Children’s Story του Slick Rick στο ρεφρέν του "The Big Bad Wolf", μια ιδέα που μου άρεσε πολύ σε επίπεδο δημιουργίας, ενώ και το υπόλοιπο τραγούδι συνεχίζει με μια "άρρωστη" γκρούβα και τον Vince έτοιμο να....αντιμετωπίσει τον μεγάλο κακό λύκο, ο οποίος έρχεται να του διαλύσει το σπίτι, μια αλληγορία με πολλά επίπεδα ανάγνωσης.

Ένας τέτοιος δίσκος δεν θα μπορούσε να μην έχει και ένα αξιομνημόνευτο κλείσιμο, με το "7 In The Morning" να υπηρετεί απόλυτα αυτό το ρόλο, όντας παράλληλα ίσως και το πιο “βάρβαρο” και βαρύ κομμάτι στο δίσκο, με έναν ακράδαντα αντιπολεμικό χαρακτήρα, και τον ίδιο με τη σκοτεινή και μελαγχολική χροιά του να αποτυπώνει απόλυτα το ομιχλώδες σκότος και στεναχώρια του πολέμου.

Θα μπορούσα να γράψω 10.000 λέξεις για το στιχουργικό περιεχόμενο του δίσκου, αλλά θα καταντούσα κουραστικός, οπότε θα κλείσω το κείμενο λέγοντας πως το “Cry Baby” είναι μια καλλιτεχνική κορύφωση ενός ανθρώπου που βρήκε τη κατάλληλη στιγμή και τον πιο ταιριαστό τρόπο για να εξωτερικεύσει τις σκέψεις του, τόσο λυρικά, όσο και ηχητικά. Δίχως ίχνος φλυαρίας και ντυμένος σε ένα νέο μουσικό πλαίσιο, καταφέρνει να κάνει έναν αιχμηρό και αφιλτράριστο σχολιασμό της παρούσας κοινωνικοπολιτικής κατάστασης που επικρατεί εις βάρος της κοινότητας που εκπροσωπεί, και όχι μόνο, με τόσο ανατριχιαστική ευστοχία, την οποία μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να πετύχει με την πληθωρική του προσωπικότητά και το ευφυέστατο χιούμορ του.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured