Το Land of the Lost ήταν πάντα ένα αδικημένο άλμπουμ∙ αδικημένο, επειδή ακολούθησε τη σαρωτική ηχητική επίθεση που είχαν εξαπολύσει οι Wipers με το Youth of America και το Over the Edge, το δεύτερο και τρίτο στούντιο άλμπουμ τους αντίστοιχα. Μοιραία, το Land of the Lost συγκρινόταν πάντα μ’ αυτούς τους δύο δίσκους. Εν τω μεταξύ, ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Greg Sage είχε ξεκινήσει να δουλεύει πάνω στο πρώτο σόλο άλμπουμ του, το έξοχο Straight Ahead, το οποίο κυκλοφόρησε το 1985 από την Enigma Records.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το Land of the Lost εκτιμήθηκε τότε περισσότερο απ’ ό,τι στο εξωτερικό. Πιθανότατα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν το πρώτο στούντιο άλμπουμ των Wipers που κυκλοφόρησε σε ελληνική κοπή δίσκου και διανομή από την Virgin. Είχε προηγηθεί μόνο το χαοτικό Wipers – Live, που είχε εκδοθεί από την ίδια εταιρεία έναν χρόνο πριν. Τους προηγούμενους δίσκους τους, το Is This Real (1980), το Youth of America (1981) και το Over the Edge (1983), τους αγοράζαμε τότε «εισαγωγής», σε αμερικάνικες κόπιες και ως εκ τούτου ήταν κάπως δυσεύρετοι και πανάκριβοι. Φυσικά, η δημιουργία ενός καλτ κοινού των Wipers στην Ελλάδα, το οποίο υφίσταται μέχρι τις μέρες μας, οφείλεται ακόμα πιο εμφατικά σε έναν άλλο παράγοντα: στις δύο συντριπτικές τρίωρες εμφανίσεις του γκρουπ στο Club 22 το 1987, πάνω στο απόγειό τους, δύο συναυλίες που δεν πρόκειται να σβηστούν ποτέ από τα αθηναϊκά χρονικά του underground.
Ενθυμούμενος όλα αυτά, ξανακούω με κάποιο αυξημένο συναισθηματισμό το Land of the Lost με αφορμή την πρόσφατη επανέκδοσή του. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που με κάνει να πιστεύω ότι είναι ένας πραγματικά σπουδαίος δίσκος που έχει αντέξει στον χρόνο. Δεν υστερεί σε ένταση ή σε τραχύτητα σε σχέση με τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, αν και έχουν σίγουρα ελαττώσει τις ταχύτητες. Το Land of the Lost διαφοροποιείται κυρίως στο θέμα της παραγωγής, που είναι πιο καθαρή και στη μεγαλύτερη δουλειά που έχει γίνει στις συνθέσεις. Ο Greg Sage εδώ σαν να προσπαθεί να ρίξει τους βαθμούς της εντροπίας και να βάλει λίγη τάξη στο «δημιουργικό χάος» που έφερναν μαζί τους ως τότε οι Wipers.
Το άλμπουμ ανοίγει με το βαρύ και αργόσυρτο ομώνυμο κομμάτι, ένα hard-blues ίσα για να ζεσταθούμε. Ακολουθεί το πιο σκοτεινό και υποχθόνιο riff του "Way Of Love", που όπως και το "Different Ways" λίγο πριν το τέλος, προεκτείνει τον ήχο του προηγούμενου δίσκου τους∙ σκέφτομαι ότι κομμάτια σαν κι αυτά προετοίμασαν το έδαφος για τον εξίσου σκοτεινό και σκληρό ήχο των Last Drive σε κομμάτια όπως το "Overloaded", ενώ δεν είναι τυχαίο ότι πάνω κάτω εκείνη την εποχή οι τελευταίοι είχαν αρχίσει να παίζουν στις συναυλίες τους τη διασκευή τους στο "Over the Edge". Στο "Anytime You Find" η κιθάρα του Sage ακούγεται πιο υπνωτική και το μπάσο του Brad Davidson ηχεί επιβλητικά. Επικρατεί μια μελαγχολία που θυμίζει την ατμόσφαιρα του πρώτου προσωπικού δίσκου του Sage.
Στη συνέχεια, πιο ευέλικτες noise-rock στιγμές, όπως το "Just A Dream Away" ή το "Just Say", δεν διαφέρουν και πολύ από αυτά που έκαναν την ίδια περίπου εποχή μπάντες όπως οι Dinosaur Jr ή οι Sonic Youth. Το “Fair Weather Friend” όμως είναι ξεκάθαρα hardcore, speed-punk με τα όλα του, στα χνάρια των Adolescents ή των Agent Orange (χωρίς το surf).
Το "Let Me Know" και το "Nothing Left to Loose" είναι οι δύο κορυφαίες στιγμές του δίσκου. Το πρώτο εισάγεται με ένα θρηνητικό ουρλιαχτό από τον Sage, ο οποίος τραγουδάει στους στίχους για τη νεανική αποξένωση ενώ η κιθάρα του ελίσσεται και εξαπολύει θραύσματα πάνω στο τείχος της θεόρατης μπασογραμμής. Ακούγεται κάπως σαν η φυσική συνέχει του συγκλονιστικού "So Young" -ένα τραγούδι που αναφέρεται σε νεαρούς αυτόχειρες- από το προηγούμενο άλμπουμ. Παρόμοια θεματική συναντάμε και στους στίχους του “Nothing Left to Loose”, που αναφέρεται στη μοναξιά και την ασφυξία των νέων στις μικρές πόλεις και στα προάστεια και στην έλλειψη επιλογών. Το κομμάτι εισάγεται με έναν τυπικό, στακάτο post-punk ρυθμό, ενώ από κει και πέρα ο Sage δείχνει τη μαεστρία του, μπολιάζοντας τον κιθαριστικό θόρυβο με σπανιόλικες συγχορδίες και ψυχεδελικά μοτίβα. Αν ο Arthur Lee και οι Love του Forever Changes έπαιζαν h/c punk, ίσως κάπως έτσι θα ήταν το αποτέλεσμα. Συνάμα, το "Nothing Left to Loose" έμελλε να γίνει το πιο γνωστό κομμάτι των Wipers, καθώς ακούστηκε στο soundtrack της εξαιρετικής καλτ ταινίας River's Edge (1986), σε σκηνοθεσία του Tim Hunter, με πρωταγωνιστές τους Crispin Glover, Keanu Reeves, Ione Skye στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο και Dennis Hopper. Το τραγούδι των Wipers ταίριαξε γάντι με την ιστορία, που εστιάζει σε μια ομάδα εφήβων σε μια μικρή πόλη της Βόρειας Καλιφόρνιας και στη δολοφονία μιας κοπέλας από έναν φίλο τους. Ένα Twin Peaks πριν από το Twin Peaks, το River's Edge αντιμετωπίζει την αποξένωση και το ηθικό κενό μεταξύ των Αμερικανών παιδιών που μεγαλώνουν σε μια κουλτούρα χωρίς αξία και προσανατολισμένη στα ναρκωτικά. Έχει την ανησυχητική ποιότητα ενός συλλογικού φόβου - η αγαπημένη, πολυαναμενόμενη εφηβεία παρουσιάζεται ως συγκεχυμένη και κενή. Σε αντίθεση με τις περισσότερες εφηβικές κωμωδίες σεξ της δεκαετίας του 1980, αυτή η ταινία δεν εξυμνεί τη νεότητα, αντιθέτως την απεικονίζει ως μια ζοφερή, άσκοπη ενηλικίωση, μια εποχή βαρεμάρας, λήθαργου και σπατάλη.
Μετά το Land of the Lost, οι Wipers κυκλοφόρησαν το 1987 το πιο υπνωτικό και μπλουζάτο Follow Blind, για να ακολουθήσει το The Circle (1988), το οποίο υστερούσε στις συνθέσεις∙ παρά τον τίτλο του, οι συνθέσεις ήταν επίπεδες.
Τριβές με τα άλλα μέλη του γκρουπ οδήγησαν τον Sage να συνεχίσει τη σόλο δουλειά του. Το δεύτερό του άλμπουμ, το Sacrifice (For Love), κυκλοφόρησε το 1991 και είχε πιο indie-rock προσανατολισμό, περιέχοντας και μια διασκευή στο "For Your Love" των Yardbirds.
Το 1993 ο Sage αναμόρφωσε το συγκρότημα, μαζί με τον Steve Plouf. Το ντουέτο κυκλοφόρησε τρία άλμπουμ, με διαφορά τριών ετών το καθένα, τα οποία σηματοδοτούσαν μια επιστροφή στις ρίζες του συγκροτήματος, όπου οι μπαλάντες αναμειγνύονταν με πανκ, αλλά οι μελωδίες επικρατούσαν του άγριου πνεύματος του Is This Real? ή του Over the Edge.
Το Silver Sail κυκλοφόρησε το 1993 και είχε λίγο από το πνεύμα του surf. Το The Herd το 1996 ήταν σαφώς πιο punk-rock. Το 1999 κυκλοφόρησε η τελευταία στούντιο δουλειά των Wipers μέχρι σήμερα: το άλμπουμ Power in One. Ο Sage κατοικεί τα τελευταία χρόνια στο Φοίνιξ της Αριζόνα, όπου διατηρεί την δισκογραφική του εταιρεία, Zeno Records.
Η επιρροή των Wipers στο undergound και στα διάφορα είδη του αμερικάνικου rock εννοείται ότι είναι τεράστια. Είχαν τεράστια επιρροή στη σκηνή του post h/c, καθώς και σε αυτή του Σιάτλ. Οι Dinosaur Jr., οι Mudhoney, οι Melvins, οι Dead Moon και προπάντων οι Nirvana τους λάτρευαν.
Σηκώνουν κριτική οι δουλειές του Greg Sage, με τους Wipers ή σόλο, μετά το Land of the Lost. Δεν σηκώνει όμως κριτική αυτή σ’ αυτή τη μορφή. Αν υπήρξε μια προσωπικότητα, ένας πραγματικά ασυμβίβαστος μουσικός ο οποίος εξέφρασε με τη μουσική του και κυρίως με τη συνολική του στάση αυτά που θα έπρεπε να λογίζονται ως τα «ιδανικά» της ανεξάρτητης σκηνής της δεκαετίας του ’80, αυτός ήταν ο Greg Sage. Παρόλα αυτά, το Land of the Lost αξίζει να ξαναπαχτεί (και ξανά και ξανά) δυνατά, όχι μόνο για την ηθική ή ιστορική του αξία. Οι κιθάρες του μπορούν ακόμα και σήμερα να συντρίψουν τα ηχεία.






