Lykke Li

Το The Afterparty, έκτο άλμπουμ της Σουηδής τραγουδοποιού Lykke Li, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις δισκογραφικές Neon Gold και Futures, τέσσερα χρόνια μετά το EYEYE (2022). Σε μια φάση όπου η καλλιτέχνιδα επανεξετάζει ολόκληρη τη δισκογραφική της διαδρομή, το άλμπουμ συγκεντρώνει όλες τις αισθητικές περιόδους της - από την indie pop του ντεμπούτου έως την ηλεκτρονική R&B των πρόσφατων ετών - σε μια συμπυκνωμένη, ώριμη καταγραφή που διαρκεί εικοσιπέντε λεπτά.

Η Lykke Li (Lykke Li Sundström, γεννημένη το 1986 στη Simrishamn της Σουηδίας) έκανε το ντεμπούτο της με το Youth Novels (2008), δίσκο που την καθιέρωσε ως μία από τις πιο ιδιαίτερες φωνές της ευρωπαϊκής indie pop σε κομμάτια όπως "I'm Good, I'm Gone" και "Little Bit". Το Wounded Rhymes (2011), παραγωγή του BJanz (Björn Yttling, πρώην μέλος των Peter, Bjorn & John), έφερε το εμβληματικό "I Follow Rivers" - τραγούδι που αργότερα έγινε διεθνές hit σε remix του Brave Machine - και καθιέρωσε το στυλ της: συναισθηματικά γυμνό, με έγχορδα και έντονη φωνητική παρουσία. Το I Never Learn (2014) εμβάθυνε στην καρδιοχτυπημένη μπαλάντα, ενώ το so sad so sexy (2018), παραγωγή του Greg Kurstin (παράγωγος της Adele, Sia, Lily Allen), την έφερε πιο κοντά στη σύγχρονη R&B. Το EYEYE (2022), παραγωγή του A.G. Cook (PC Music), λειτούργησε ως μυστικιστική καταγραφή απομόνωσης - τώρα το The Afterparty επιστρέφει σε πιο οργανική αισθητική.

Η παραγωγή ακολουθεί διαφορετική λογική από τους προηγούμενους δίσκους της. Τα ηλεκτρονικά στοιχεία παραμένουν βασικό δομικό υλικό, αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια τα έγχορδα αποκτούν τόσο κεντρικό ρόλο. Η χρήση μιας δεκαεπταμελούς ορχήστρας εγχόρδων δεν είναι διακοσμητική προσθήκη,  αλλά αποτελεί κινητήρια δύναμη πολλών συνθέσεων.

Το εναρκτήριο "Lucky Again" ανοίγει αργά, σαν αυλαία που ανεβαίνει αργά. Οι ορχηστρικές γραμμές καταλαμβάνουν τον χώρο πριν εμφανιστεί η φωνή της Lykke Li, η οποία ακούγεται πιο ήρεμη από ποτέ. Οι αρμονικές μετατοπίσεις είναι διακριτικές αλλά ουσιαστικές - μια ελαφριά κάθοδος σε μια μικρή κλίμακα, μετά μια ανοδική γέφυρα στο ρεφρέν. Το δείγμα από τον Max Richter (συνθέτης των The Blue Notebooks 2004 και Sleep 2015, έργα που συνδυάζουν μινιμαλισμό και κινηματογραφική αισθητική) ενισχύει τη σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση. Είναι η πρώτη εικόνα μιας ταινίας που έχει ήδη ξεκινήσει πριν καθίσεις στη θέση σου.

Στο "Famous Last Words" η θεματική γίνεται σαφέστερη. Η Lykke Li αντιμετωπίζει τη θλίψη ως καλλιτεχνική πρώτη ύλη. Η μελωδία κινείται κυκλικά, χωρίς εμφανείς κορυφώσεις. Οι φωνητικές επιστρώσεις δημιουργούν σχεδόν χορωδιακό αποτέλεσμα, τρεις φωνές που εναλλάσσονται σε μικρές χρονικές καθυστερήσεις. Η παραγωγή κρατάει χαμηλά τις δυναμικές, μεταφέροντας το βάρος στην ερμηνεία και στις μικρές μεταβολές της φωνής - από το περσικό ψίθυρο στο ρεφρέν μέχρι το ελαφρώς τρεμάμενο high note στο τέλος.

Το "Not Gon Cry" συνεχίζει την ίδια λογική αλλά με περισσότερο ρυθμικό παλμό. Τα κρουστά αναπτύσσονται σταδιακά: δημιουργούν αίσθηση κίνησης που δεν επιδιώκει ποτέ να εκραγεί - η ένταση παραμένει εσωτερική, στοιχείο που χαρακτηρίζει ολόκληρο το άλμπουμ. Η πρώτη μεγάλη κορύφωση έρχεται με το "Happy Now", το τραγούδι που προηγήθηκε της κυκλοφορίας του δίσκου ως πρώτο single. Εδώ η Lykke Li είναι στην πιο θεατρική εκδοχή της. DJ scratches, σειρήνες, disco παλμοί και διαρκώς μεταβαλλόμενα synths συγκροτούν μια επιφάνεια που μοιάζει γιορτινή. Κάτω από αυτήν, όμως, βρίσκεται ένα τραγούδι βαθιά ανήσυχο. Τα έγχορδα εκρήγνυνται στο ρεφρέν θυμίζοντας τις δραματικές ενορχηστρώσεις της κλασικής disco των δεκαετιών 1970 και 1980. Η αντίθεση ανάμεσα στη θριαμβευτική μουσική και στη συναισθηματική αβεβαιότητα των στίχων («Am I happy now? / I don't know anymore») είναι εκείνο που κάνει το κομμάτι τόσο αποτελεσματικό. Πιθανότατα η σημαντικότερη σύνθεση του δίσκου.

Το "Sick Of Love" παρουσιάζει διαφορετική όψη της τραγουδοποιού. Η πικρία εδώ αποκτά αυτοπεποίθηση. Η μπασογραμμή κινείται μπροστά από τη μελωδία, ωθώντας το τραγούδι διαρκώς προς τα εμπρός. Τα κρουστά λειτουργούν σχεδόν σαν μηχανικός παλμός. Η ερμηνεία αποφεύγει τη δραματοποίηση και επιλέγει πιο κοφτερή, σχεδόν σαρκαστική προσέγγιση. Στο δεύτερο μισό του άλμπουμ η παραγωγή γίνεται ολοένα και πιο τολμηρή. Το "Future Fear" χτίζεται πάνω σε κενά και σιωπές. Οι παύσεις αποκτούν λειτουργικό ρόλο μέσα στη σύνθεση — μετά κάθε φράση της φωνής, 2 μέτρα σιωπής όπου ακούγεται μόνο ο ambient noise (αέρας, ηλεκτρονικό hum). Δημιουργούν αίσθηση αναμονής που αντανακλά το περιεχόμενο του τραγουδιού. Η φωνή εμφανίζεται συχνά απομονωμένη, σαν να προσπαθεί να γεφυρώσει έναν χώρο που συνεχώς μεγαλώνει.

Το "Knife In The Heart" είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ηχητική στιγμή. Παραμορφωμένες υφές που θυμίζουν πνευστά, ηλεκτρονικοί θόρυβοι και στρεβλωμένες συχνότητες συνθέτουν περιβάλλον αστάθειας. Η μουσική δεν αναζητά την ομορφιά αλλά την ένταση. Η αίσθηση είναι σχεδόν σωματική - σαν ο ήχος να αποκτά υλικό βάρος.

Αυτό που κάνει το The Afterparty ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η εσωτερική του συνοχή. Παρότι τα τραγούδια διαφέρουν αισθητικά, όλα μοιάζουν να συμβαίνουν μέσα στο ίδιο χρονικό και συναισθηματικό περιβάλλον. Η νύχτα λειτουργεί ως αόρατο σκηνικό. Όχι η νύχτα της διασκέδασης, αλλά εκείνη που ακολουθεί, όταν η ενέργεια έχει αρχίσει να καταλαγιάζει και οι σκέψεις επιστρέφουν. Το κλείσιμο με το "Euphoria" είναι από τις πιο έξυπνες αποφάσεις της δισκογραφίας της. Ο τίτλος υπόσχεται έκρηξη συναισθημάτων, όμως το τραγούδι επιλέγει διαφορετική διαδρομή. Οι ενορχηστρώσεις παραμένουν φωτεινές, αλλά η ερμηνεία κρατά απόσταση από την υποτιθέμενη ευφορία - η φωνή σχεδόν αποστασιοποιημένη. Έτσι, ο δίσκος ολοκληρώνεται όχι με θρίαμβο αλλά με αποδοχή.

Η βασική αδυναμία του άλμπουμ είναι η διάρκεια του. Σε αρκετές στιγμές δημιουργείται η αίσθηση ότι ορισμένες συνθέσεις θα μπορούσαν να αναπτυχθούν περισσότερο π.χ. το "Famous Last Words" στα 2:30 φαίνεται να έχει ακόμα μέρος να πει. Ωστόσο, αυτή η συντομία συνδέεται οργανικά με τη δραματουργία του έργου. Όπως μια ανάμνηση από μια μεγάλη νύχτα, ο δίσκος εμφανίζεται έντονα και εξαφανίζεται πριν προλάβει να εξηγηθεί πλήρως. Αν πράγματι πρόκειται για το τελευταίο κεφάλαιο της δισκογραφικής πορείας της Lykke Li στη Neon Gold, τότε αποτελεί εξαιρετικά προσεγμένο κλείσιμο. Το The Afterparty δεν αναζητά μεγάλες δηλώσεις ούτε επιχειρεί να συνοψίσει επιδεικτικά μια καριέρα. Προτιμά να καταγράψει εκείνη τη σύντομη στιγμή ανάμεσα στη μελαγχολία και την ανακούφιση, όταν τα φώτα έχουν ανάψει, η μουσική έχει σταματήσει και μένει μόνο η επίγνωση όσων συνέβησαν. Σε αυτόν τον χώρο, η Lykke Li εξακολουθεί να γράφει με σπάνια ακρίβεια. Και το The Afterparty αποτελεί μια από τις πιο συμπυκνωμένες και ουσιαστικές καταθέσεις της μέχρι σήμερα.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured