Με το εκπληκτικό, βαρύ και πολυσύνθετο Love Is Not Enough να μετρά μόλις λίγους μήνες ζωής και να βρίσκεται ήδη σε εξέχουσα θέση στη λίστα μου με τα καλύτερα της χρονιάς, η ιδέα ενός “συμπληρωματικού” δίσκου από τους Converge φάνταζε ως ένα καλοστημένο Πρωταπριλιάτικο αστείο. Όταν όμως τα singles άρχισαν να κυκλοφορούν το ένα μετά το άλλο, αποκαλύπτοντας πως όχι μόνο το Hum of Hurt δεν είναι συμπληρωματικός δίσκος, αλλά ανοίγει ένα ολάκερα νέο σύμπαν, κάθε αμφιβολία έδωσε τη θέση της στο δέος

Το Hum of Hurt προσγειώθηκε λοιπόν στην πραγματικότητά μας, και δεν αποτελεί μια συλλογή από b-sides του Love is Not Enough. Αντιθέτως πρόκειται για ένα αυτοτελές, αδυσώπητο, συναισθηματικά γυμνό και καθηλωτικό hardcore μνημείο, από εκείνα που οι Βοστωνέζοι είχαν να μας προσφέρουν σχεδόν 15 χρόνια. Αν και οι δύο δίσκοι γράφτηκαν σχεδόν παράλληλα, λειτουργώντας ως συγκοινωνούντα δοχεία της ίδιας δημιουργικής περιόδου, οι διαφορές τους είναι δομικές και αδιαπραγμάτευτες. Το Love is Not Enough έγερνε αποφασιστικά προς τη μεταλλική πλευρά των Converge, είχε είδικα στο δεύτερο μισό του πιο εκτενείς δομές, σχετικά πιο περίπλοκα riffs και μία αίσθηση μεγαλειώδους καταστροφής σαν την βίαιη φυσική εξέλιξη του The Dusk in Us και του Bloodmoon: I. Από την άλλη με το Hum of Hurt έρχονται με μια πρωτόγονη, ωμή hardcore punk ενέργεια. Ελάχιστες ανάσες, μονάχα επίθεση, σκοτάδι, d-beats και η αλύγιστη γνωστή παράνοια. 

Το "Slip the Noose", με διάρκεια λιγότερο από δύο λεπτά ανοίγει τον δίσκο με μια sludge-infused metalcore επίθεση. Αρκετά κοντά στο "Amon Amok" του προηγούμενου και κουβαλάει όλες τις τεχνικές αιχμές των Converge, όμως είναι το "Doom in Bloom" που κουβαλάει όλα εκείνα τα στοιχεία που τους έχουν κάνει λατρεμένους τα τελευταία 20 χρόνια. Χαμηλότερο tempo, όμως με πολλούς τόνους βάρους και μια σπαρακτική γυμνή ερμηνεία από τον Bannon

Το "It Only Gets Worse" είναι άλλος ένας ανεμοστρόβιλος αγνού hardcore punk όμως γεμάτος ασύμμετρα, οριακά jazzy off kilter περάσματα, ενώ τo "Detonator" έρχεται ως το πιο groove-oriented κομμάτι στο δίσκο με ένα αντι-μελωδικό επαναλαμβανόμενο κιθαριστικό "chug" που θυμίζει νεκρική πομπή που δένει φοβερά με τους αυτοκαταστροφικούς στίχους.  

Ακόμα και η παραγωγή του Kurt Balou μοιάζει να έχει διαφοροποιηθεί ριζικά από τον προκάτοχο. Αφαιρεί τα πολλά layers, ειδικά στις κιθάρες, για έναν ήχο πιο ξερό και άμεσο. Οι κιθάρες του έχουν εκείνο το κλασικό, πριονωτό high-gain complementary hard clipping λες και τις έγραψε όλες με ένα take. Πόσο hardcore το θες πια; Τι να πούμε για αυτόν τον άνθρωπο; Μια πραγματική κιθαριστική ιδιοφυία που εδώ βασίζεται κυρίως σε κοφτές, ασύμμετρες συγχορδίες και dissonant αρμονίες που είτε με πετάνε στον τοίχο με μανία είτε μου προκαλούν ναυτία από την ανασφάλεια.  Μαζί με τα γειτονικά του κομμάτια, το "I Won't Let You Go", είναι ένας επαναπατρισμός στον καθαρόαιμο, οργισμένο hardcore ήχο. Με ένα intro καθαρή αναφορά στους The Big Black και το στιβαρό μπάσο του Nate Newton να πρωταγωνιστεί, τόσο εδώ όσο και στο "It’s Not Up To Us",  οι Converge κλείνουν το μάτι στις καταβολές τους. 

 

Το "Dream Debris" κατ εμέ αποτελεί και το απόλυτο έπος του δίσκου, και ευτυχώς είναι και το μεγαλύτερο σε διάρκεια. Μπορεί τα 6 λεπτά να μην είναι κάποια τρομερή διάρκεια, όμως αν αναλογιστεί κανείς πως καλύπτει περίπου το 20% του δίσκου, κάπως αλλάζει το αφήγημα. Ξεκινά με τελείως λασπωμένους τόνους και χτίζει αργά με post-hardcore αισθητική που κορυφώνεται στο καταστροφικό μα εθιστικό break. Ο Koller παραδίδει άλλο ένα masterclass ρυθμικότητας, σε μία από τις καταιγιστικότερες αποδόσεις της καριέρας του. Από τα καταιγιστικά blasts και τις χαοτικές εναλλαγές στο "Slip the Noose" μέχρι το ρυθμικό παραλλήρημα του "Dream Debris" ενώ σε σημεία με τα cymbals του μοιάζει να προσομοιώνει αυτό το hum για το οποίο αναφέρθηκα νωρίτερα. 

Μετά την βαθιά συναισθηματική εισαγωγή του "It Used to Matter", το ομώνυμο και προτελευταίο κομμάτι αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς του δίσκου. Κλασσικός Converge ήχος και με διαφορά η πιο catchy σύνθεση φέρνοντας όλη εκείνη τη δυναμική του All We Love We Leave Behind

Το "hum" στη γλώσσα των Converge είναι εκείνο το ανεξήγητο, χαμηλής συχνότητας βουητό που ακούει ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Ο ίδιος ο Bannon μιλώντας για τον δίσκο είπε :

«What if 'The Hum' is the culmination of all the pain in the world, creating an audible signal across the universe?" "Something noticeable to others operating on a similar emotional plane.»

Εδώ είναι το κλειδί για να ξεκλειδώσει κανείς ολόκληρο το οικοδόμημα του Hum of Hurt. Αυτή η φιλοσοφία διαποτίζει κάθε δευτερόλεπτο του άλμπουμ. Οι Converge δεν έρχονται εδώβ για να μεταφέρουν πια μονάχα θυμό. Ο θυμός είναι ένα εύκολο και φθηνό συναίσθημα. Μεταφέρουν θλίψη. Βαθιά, υπαρξιακή θλίψη. Την ηχητική αποτύπωση της ενσυναίσθησης που λυγίζει κάτω από το βάρος της παγκόσμιας οδύνης. Και υπό αυτό το πρίσμα το Hum of Hurt είναι το απαραίτητο, βίαιο ξέσπασμα της θλίψης. 

Τέλος, για το μεγάλο φινάλε, επιλέγουν με το "Nothing Is Over", ένα τελετουργικό παρανάλωμα του πυρός και ένα σεμινάριο ρυθμικής δεινότητας. Το Hum of Hurt είναι ένας περίεργος δίσκος. Δεν έχει τα πιασάρικα riffs του All We Love We Leave Behind ούτε την επαναστατική, σοκαριστική καινοτομία του Jane Doe. Έχει όμως κάτι άλλο, ίσως πιο πολύτιμο στην παρούσα φάση της καριέρας τους. Μηδενικούς συμβιβασμούς. Αυτό το πρωταπριλιάτικο αστείο αποδείχθηκε μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της underground σκηνής για φέτος. Όσοι λοιπόν ανήκουμε σε εκείνους που μπορούν να ακούσουν αυτή τη συχνότητα, το Hum of Hurt μίλησε στην ψυχή μας λίγο παραπάνω. Το 2026 είναι η χρονιά των Converge, και ήρθαν να παραλάβουν το σκήπτρο. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network

Δεν υπάρχουν άρθρα για προβολή