ear – Rumspringa

Το Rumspringa είναι το δεύτερο άλμπουμ μιας καθόλου τυπικής μπάντας που ακούει στο όνομα ear, ξεκίνησε το 2024 στη Νέα Υόρκη και γρήγορα καθιερώθηκε ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και "ανατρεπτικές" φωνές της σύγχρονης indie-electronic σκηνής ακολουθώντας τη λαχτάρα της σύγχρονης νεολαίας για τα breakbeats, αυτά τα φρενήρη ηλεκτρονικά της dance μουσικής των 90s που σιγοέβραζαν ούτως ή άλλως εδώ και καιρό κάτω από την indie rock και την pop. 

Οι Jonah Paz και Yaelle Avtan συνδέθηκαν μέσα από την αγάπη τους για την twee pop και το "digital hardcore" στο Bard College κι οι δυο τους έγιναν σημεία αναφοράς του "laptop twee", ενός νεανικού κανόνα που κρατά τη νεανική  αθώα ευφορία της indie pop στην ίδια γραμμή με το ψηφιακό θόρυβο των breakbeats και της rave, των samples από το Tik Tok και των voicemail. Το ντεμπούτο single των ear που ηχογραφήθηκε σε ένα iPhone μέσα σε μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ξεσήκωσε πλήθος moshpits στις συναυλίες τους. Για την ακρίβεια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους single, "Nerves", το 2024, το δίδυμο έχει χτίσει έναν εκκωφαντικό ενθουσιασμό μέσω της αναλογικής φόρμας των college parties και των raves σε όλη τη χώρα. Αυτό που ξεχώρισε μάλιστα τους ear από όσους επιχείρησαν στο παρελθόν κάτι αντίστοιχο ήταν η μοναδική χρήση του "laptop" ως ρήματος, ως μιας ενέργειας που μπορεί να ασκηθεί στην ευαισθησία του twee. 

Έπειτα ήρθε το περσινό ντεμπούτο άλμπουμ τους The Most Dear and The Future, μια λιτή συλλογή κομματιών που κινούνταν ανάμεσα στην pop, την ambient, τη folk και την dance μουσική με ψιθυριστά μάντρα, έντονα ρεφρέν και εύθραυστες μικρομελωδίες  που παρασύρονταν μέσα σε μια ψηφιακή οργή σαν μια παράξενη μαγνητική δύναμη των 2000s να επικοινωνεί με ένα μετα-ψηφιακό μέλλον. 

Ένα χρόνο μετά το ντεμπούτο τους άλμπουμ οι ear οργανώνουν το δημιουργικό χάος του μυαλού τους και παραδίδουν το Rumspringa μέσω της A24 Music, επιστρέφοντας με έναν δεύτερο δίσκο πιο συγκεντρωμένο και σαφή στο τι θέλει να αποδώσει, ο οποίος βέβαια συνεχίζει να υπηρετεί την κεντρική ιδέα του πειραματισμού. Υιοθετεί μια πιο ήπια προσέγγιση, χτίζοντας κορυφώσεις από απαλά ψιθυριστές lo-fi μελωδίες που ανθίζουν σε ένα ελεγχόμενο πλέον synth χάος και η παραγωγή, σαφώς πιο ώριμη και συνειδητοποιημένη, είναι σχεδιασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήνει χώρο σε όλα τα ετερόκλητα στοιχεία, καθώς και στη σιωπή και την ανάσα ανάμεσα στα beats. 

Ο τίτλος του νέου άλμπουμ παραπέμπει στην ομώνυμη "περίοδο δοκιμής" των Amish (την rumspringa, δηλαδή μια φάση ανεξαρτησίας και εξερεύνησης πριν από την τελική επιλογή δέσμευσης στην κοινότητα), επιλογή καθόλου τυχαία βέβαια, αφού το άλμπουμ διερευνά την ιδέα του να “επιλέγεις ζωή” μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο που συχνά μοιάζει σπασμωδικός και αποξενωτικός. 

Καθαρά pop δεν θα το πεις, ούτε βέβαια άμεσα dance ή rock. Ανάμεσα στα ήπια ηλεκτρονικά μοτίβα και IDM-επηρεασμένα beats, τα glitch στοιχεία και το sampling που θυμίζουν laptop-προσεγγίσεις στη σύνθεση απλώνεται μια μουσική που τρεμοσβήνει με ατμοσφαιρικές στιγμές, ambient χαρακτηριστικά κι έναν ενδιαφέροντα πειραματισμό που ξεφεύγει από τα κλασικά verse/chorus σχήματα. Η φωνή ψιθυρίζει, αιωρείται, σχηματίζει ένα ανθρώπινο κέντρο σε έναν μουσικό κόσμο που είναι τεχνητός, αλλά παραμένει ευαίσθητος. Οι ear εμφανίζονται όχι ως απλώς "yet another duo" στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, αλλά σαν μια παρέα που αναζητά να συνδέσει τον ανθρώπινο ψίθυρο με τον ψηφιακό θόρυβο και σε αυτό το άλμπουμ η προσπάθεια είναι εμφανής, τολμηρή και συχνά μαγευτική. 

Τα εναρκτήρια κομμάτια "Coil" και "Rumspringa" αξιοποιούν ηχογραφήσεις από found audio, δημιουργώντας ένα ambient μοτίβο αποξένωσης που επιπλέει σε μια θάλασσα ηχητικών αποσπασμάτων από ταινίες, κασέτες και σκοτεινούς ήχους σπιτιού. Οι ear μας προσφέρουν την ικανοποίηση ενός κανονικού "drop" στη μέση του άλμπουμ, στο "Ne Plus Ultra", όπου τα synths διαπερνούν τα λυρικά φωνητικά σαν κύματα που συντρίβονται, ανεβαίνοντας σε ένταση με κάθε χτύπο. Τα "Threads", "F" και "Amsterdam" δημιουργούν υφές που "κουβαλούν" συναισθήματα, άλλοτε παιχνιδιάρικα, άλλοτε μελαγχολικά, όπως ακριβώς μια μεταβατική εμπειρία που είναι ταυτόχρονα γεμάτη προσδοκία και αμφιβολία. Το βασικό single "Ne Plus Ultra", που ξεκινά αναγνωρίζοντας την κάμερα, εδραιώνει την ενεργή, ανθρώπινη συμμετοχή τους. Ρωτά ο Paz, στα πρώτα δευτερόλεπτα: «Με βιντεοσκοπείς αυτή τη στιγμή;». Αυτή η νέα διαύγεια γεννά ζωντανή, άμεση μουσική· σχεδόν ακούγεται ειρωνικό, στο πεντακάθαρο "Coil", όταν σε ένα σύντομο sample κάποιος ρωτά: «Μπορείς να ακούσεις τον ήχο της φωνής μου;». 

Ανάμεσα σε νανούρισμα, dubstep break και "διάλεξε ζωή" το δίδυμο των ear σκάει με μια αφοπλιστική παιδικότητα και απορροφά όλους τους ήχους του σύγχρονου κόσμου δημιουργώντας ένα ηχητικό κολάζ bedroom pop και rave που αποτυπώνει τη μακαριότητα και την αμφισημία της νεότητας στην αλληλεπίδραση διαφορετικών στοιχείων, σε ένα άλμπουμ που ασχολείται με τα όρια και τα κατώφλια, συνδυάζοντας την οικειότητα που πάντα θα μας χαρίζει η ακουστική μουσική με  τη λύτρωση της ηλεκτρονικής.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured