Το Athens Jazz είναι κομμάτι του αστικού DNA της Αθήνας. Για 25 χρόνια, η Τεχνόπολη φιλοξενεί jazz συναυλίες κάθε Μάιο και μετατρέπεται σε ένα ανοιχτό σημείο συνάντησης ανθρώπων, ήχων, γενεών και μουσικών ιδεών που αρνούνται να μείνουν ακίνητες. Και κάπως έτσι, μέσα σε μια Αθήνα που συχνά αλλάζει πρόσωπα πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχει η μνήμη της, το Athens Jazz παραμένει μια σπάνια σταθερά: μια εβδομάδα όπου η πόλη αναπνέει αλλιώς.
Η φετινή διοργάνωση, από τις 25 έως τις 31 Μαΐου 2026, κουβαλά κάτι μεγαλύτερο από ένα απλό anniversary badge. Τα 25 χρόνια του Athens Jazz δεν αντιμετωπίζονται σαν μια επετειακή κορδέλα δημοσίων σχέσεων, αλλά σαν μια πολύ καλή αφορμή για επανασύνδεση με την ίδια την ιστορία του θεσμού. Και αυτό φαίνεται κυρίως στη διαφορετική ελληνική μέρα της φετινής διοργάνωσης, που λειτουργεί σχεδόν σαν μια ζωντανή αναδρομή σε ανθρώπους, πρόσωπα και στιγμές που διαμόρφωσαν το φεστιβάλ όλα αυτά τα χρόνια.
Η επιλογή του Stavros Lantsias Quartet με το "My Ennio Morricone" ως έναρξη του φεστιβάλ αποκτά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς λειτουργεί και ως φόρος τιμής στον Γιώργο Χαρωνίτη, μια προσωπικότητα άρρηκτα συνδεδεμένη με το Athens Jazz και την εγχώρια jazz κουλτούρα. Κι έπειτα έρχεται η Greek Cooking Band, ένα σχήμα σχεδιασμένο ειδικά για την 25η διοργάνωση, το οποίο επανασυστήνει το θρυλικό άλμπουμ Greek Cooking του Phil Woods 1967, επανασυνδέοντας την ελληνική παράδοση με τη modal jazz, τον αυτοσχεδιασμό και τις eastern επιρροές μέσα από μια σύγχρονη, ελεύθερη και βαθιά ζωντανή προσέγγιση. Παράλληλα, η σύνθεση του σχήματος λειτουργεί ως ένα ζωντανό «γενεαλογικό δέντρο» του φεστιβάλ, καθώς συμμετέχουν νικητές και δημιουργοί διαφορετικών περιόδων του Athens Jazz: Οι Γιώργος Κοντραφούρης στα πλήκτρα, Αλέξανδρος Δανδουλάκης στην κιθάρα, Γιάννης Κασέτας στο τενόρο σαξόφωνο, Fausto Sierakowski στο άλτο σαξόφωνο, Γιώργος Κωνσταντίνου στο μπάσο, Παναγιώτης Κωστόπουλος στα ντραμς και ο Νίκος Τατασόπουλος στο μπουζούκι, μαζί με τη Νεφέλη Φασούλη που συμμετέχει φωνητικά σε δύο τραγούδια, σχηματίζουν ένα σύνολο που δεν στέκεται απέναντι στο παρελθόν με διάθεση αναπαλαίωσης, αλλά το χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη για νέους αυτοσχεδιασμούς, νέες εντάσεις και νέες μουσικές διαδρομές.

Και βέβαια, το Athens Jazz δεν έφτασε 25 χρόνων επειδή έμεινε ακίνητο. Αντιθέτως, το φεστιβάλ επιβιώνει ακριβώς επειδή εδώ και χρόνια καταλαβαίνει πως η jazz δεν είναι μουσείο καπνού και ξύλινων καθισμάτων, αλλά μια ζωντανή, μεταλλασσόμενη γλώσσα που συνομιλεί με το hip hop, την electronica, το broken beat, το punk, τη fusion και τη σύγχρονη αστική κουλτούρα. Η φετινή παρουσία σχημάτων όπως οι Jazzbois, Kosmonauci, LINQ και Amphitrio μοιάζει με ένα μικρό manifesto γι’ αυτήν τη φιλοσοφία.
Οι Jazzbois από τη Βουδαπέστη κουβαλούν όλη εκείνη τη νέα nu jazz αισθητική που μεγάλωσε ακούγοντας J Dilla δίπλα σε Herbie Hancock και lo-fi beats μέσα σε ατελείωτα YouTube rabbit holes ξημερώματα Κυριακής. Δεν είναι τυχαίο ότι τους λάτρεψε ο Gilles Peterson. Στο ηχητικό τους σύμπαν συνυπάρχουν ο Herbie Hancock, ο J Dilla, οι Domi & JD Beck, ο Kiefer, η Nala Sinephro, τα breaks του footwork και η ψυχεδέλεια παλιών jazz-funk δίσκων των 70s. Το groove τους μοιάζει φτιαγμένο για μια γενιά που έμαθε να ανακαλύπτει μουσική χωρίς σύνορα, χωρίς ταμπέλες και χωρίς ενοχές απέναντι στις επιρροές της. Κι αυτή η σχεδόν “κοσμική” χαλαρότητα που μεταφέρουν, τους κάνει ένα από τα πιο αναμενόμενα live του φετινού Athens Jazz.
Οι Jazzbois ανήκουν σε εκείνη τη νέα γενιά ευρωπαϊκών σχημάτων που κατάλαβαν πολύ νωρίς πως η jazz δεν χρειάζεται πια να απολογείται για το αν θέλει να χορέψει. Το τρίο από τη Βουδαπέστη έχει καταφέρει μέσα σε λίγα μόλις χρόνια να γίνει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα live acts της σύγχρονης nu jazz σκηνής, όχι επειδή κυνηγά την τεχνική επίδειξη, αλλά επειδή ξέρει πώς να μετατρέπει τον αυτοσχεδιασμό σε εμπειρία σχεδόν σωματική. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκρότημα αρνείται σχεδόν πεισματικά τις πρόβες πριν από τα live του. Οι Jazzbois θέλουν η μουσική τους να κινείται ελεύθερα, να αλλάζει μορφή κάθε βράδυ, να μπορεί να καταρρεύσει και να ξαναχτιστεί μέσα σε λίγα λεπτά. Αυτή η DIY φιλοσοφία, που χρωστά εξίσου πολλά στον κόσμο της jazz αλλά και στην κουλτούρα των hip hop producers, τους έχει μετατρέψει σε ένα από τα πιο φρέσκα crossover ονόματα της ευρωπαϊκής σκηνής.
Από την άλλη, οι Πολωνοί Kosmonauci έρχονται σαν ένα χαοτικό urban collision ανάμεσα σε future jazz, drum n’ bass και jazzy hip hop. Η μουσική τους έχει εκείνη τη νευρική ενέργεια που θυμίζει μεγαλουπόλεις μετά τα μεσάνυχτα, νέον φώτα πάνω σε βρεγμένη άσφαλτο και ανθρώπους που χορεύουν λες και θέλουν να ξορκίσουν κάτι. Δεν τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα η “καθαρότητα” των genres. Και ευτυχώς. Γιατί κάπου εκεί γεννιούνται οι πραγματικά ενδιαφέρουσες μπάντες.
Το ντεμπούτο τους Sorry, nie tu μοιάζει με συμπύκνωση χρόνων πειραματισμού, φιλίας και ασταμάτητων αυτοσχεδιασμών. Οι συνθέσεις γεννήθηκαν σταδιακά μέσα στον χρόνο και εξελίχθηκαν μαζί με τους ίδιους τους μουσικούς, κουβαλώντας αυτή τη σπάνια αίσθηση μουσικής που αναπνέει και μεταμορφώνεται αντί να εγκλωβίζεται σε φόρμες. Παρότι οι ρίζες τους βρίσκονται βαθιά μέσα στην jazz και τον αυτοσχεδιασμό, οι Kosmonauci δεν αντιμετωπίζουν τα genres σαν σύνορα αλλά σαν ανοιχτές πύλες. Hip hop, drum & bass, alternative pop, λονδρέζικη contemporary jazz σκηνή, ακόμη και μια υπόγεια rave νευρικότητα, όλα περνούν μέσα από τον ήχο τους χωρίς ποτέ να ακούγονται επιτηδευμένα. Ιδιαίτερο ρόλο παίζει φυσικά και το line-up τους. Ο συνδυασμός σαξοφώνου, βιμπράφωνου, ηλεκτρικού μπάσου και ντραμς δημιουργεί μια υφή σχεδόν κινηματογραφική. Άλλοτε λυρική και μελαγχολική, άλλοτε πολυρυθμική και χαοτική, σαν soundtrack νυχτερινής πόλης που αλλάζει συνεχώς πρόσωπα. Οι ίδιοι πατούν πάνω στις jazz παραδόσεις από τα 50s μέχρι τα 90s, αλλά τις κοιτούν μέσα από μάτια ανθρώπων που μεγάλωσαν με broken beats, internet κουλτούρα και τη σύγχρονη DIY ανεξάρτητη σκηνή της Ευρώπης.
Τα τελευταία χρόνια οι Kosmonauci έχουν ήδη αρχίσει να χτίζουν φήμη ως ένα από τα πιο συναρπαστικά νέα ονόματα της πολωνικής jazz σκηνής, εμφανιζόμενοι σε σημαντικά φεστιβάλ και συνεργαζόμενοι με αναγνωρισμένους μουσικούς. Όμως αυτό που κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσα την περίπτωσή τους είναι πως πίσω από όλη αυτή την τεχνική κατάρτιση και τη μουσική παιδεία, παραμένει μια αίσθηση νεανικής αφέλειας και αυθορμητισμού. Σαν να μπαίνουν στη σκηνή όχι για να αποδείξουν κάτι, αλλά για να δουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ίδια η στιγμή. Και συνήθως, εκεί συμβαίνουν τα καλύτερα πράγματα.
Οι LINQ από το Λουξεμβούργο πηγαίνουν τα πράγματα ακόμη πιο πέρα, μετατρέποντας τη jazz σε ένα υβριδικό arcade σύμπαν όπου το hip hop, το punk attitude και ο αυτοσχεδιασμός συγκρούονται διαρκώς. Σαν ένα φανταστικό jam session ανάμεσα στους Yussef Kamaal, τον Robert Glasper και κάποιο ξεχασμένο soundtrack 90s cyberpunk video game. Είναι από εκείνες τις μπάντες που δεν σε αφήνουν να παρακολουθείς παθητικά. Ή μπαίνεις μέσα στον κόσμο τους ή μένεις απ’ έξω.
Ο Mateus Wojda, ο άνθρωπος πίσω από το project, αντιμετωπίζει το μπάσο σχεδόν σαν αρχιτεκτονικό εργαλείο. Κι αυτό ακούγεται έντονα στον τρόπο που κινούνται οι LINQ: τα grooves συνοδεύουν ακούραστα τις συνθέσεις, το σαξόφωνο, τα synths, τα drums και οι κιθάρες δεν μοιάζουν να “σολάρουν” πάνω από τη μουσική, αλλά να βυθίζονται μέσα της. Υπάρχει μια αίσθηση συλλογικής ροής, σχεδόν υπνωτικής, που θυμίζει περισσότερο soundtrack φουτουριστικής μεγαλούπολης παρά κλασική jazz μπάντα. Στο EP Between Worlds, οι LINQ αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη λογική του “ενδιάμεσου χώρου”. Όπως υπονοεί και ο τίτλος, η μουσική τους κινείται διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους: contemporary jazz, hip hop αισθητική, broken beat grooves, electronica, punk νεύρο και cinematic ατμόσφαιρες. Το εξαιρετικό "Views From the Moon", για παράδειγμα, δεν κορυφώνεται με τρόπο παραδοσιακό. Αντιθέτως, απλώνεται αργά σαν νυχτερινό τοπίο, χτίζοντας μια αίσθηση περιπλάνησης που αφήνει τον ακροατή να αιωρείται κάπου ανάμεσα σε club culture και ονειρική jazz αποσύνθεση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη των LINQ. Παίζουν μουσική που δημιουργεί χώρο. Χώρο για ένταση, κίνηση, αυτοσχεδιασμό, ακόμα και για εκείνη τη γλυκιά αποξένωση που κουβαλά κάθε σύγχρονη πόλη μετά τα μεσάνυχτα.
Οι Amphitrio από τη Ρουμανία αντιμετωπίζουν τη σύγχρονη jazz σαν ζωντανό πεδίο πολιτισμικής μνήμης και όχι σαν κλειστό ευρωπαϊκό ιδίωμα υψηλής αισθητικής. Και αυτό είναι που κάνει τον κόσμο τους τόσο ιδιαίτερο. Το τρίο από το Βουκουρέστι χρησιμοποιεί τη μουσική σαν εργαλείο γεφύρωσης διαφορετικών εποχών, γεωγραφιών και ιστορικών τραυμάτων, μετατρέποντας το album Timelines σε κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη fusion κυκλοφορία. Είναι σχεδόν μια ηχητική χαρτογράφηση της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Αντλώντας έμπνευση από τη μουσική παράδοση οκτώ πρώην κομμουνιστικών χωρών, οι Amphitrio επιχειρούν κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να μιλήσουν για την ελευθερία χωρίς να καταλήγουν σε θεωρητικές κοινοτοπίες ή φολκλορικό εξωτισμό. Αντί να “διακοσμούν” τις συνθέσεις τους με παραδοσιακά στοιχεία, ενσωματώνουν τις ίδιες τις αφηγήσεις, τους θρύλους και τις πολιτισμικές μνήμες κάθε τόπου μέσα στον πυρήνα της μουσικής τους. Έτσι, κάθε κομμάτι λειτουργεί σαν μικρή αυτόνομη ιστορία, σαν μια περιπλάνηση ανάμεσα σε σύνορα που μπορεί να έπεσαν πολιτικά, αλλά εξακολουθούν να κουβαλούν ιστορικό βάρος.
Αυτό που κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την περίπτωσή τους είναι η ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική αρτιότητα και τη συναισθηματική αμεσότητα. Οι Amphitrio διαθέτουν μουσικούς με βαθιά παιδεία, ανθρώπους που έχουν κινηθεί ανάμεσα σε κλασική μουσική, πειραματική jazz, electronica και world music, όμως ποτέ δεν αφήνουν τη γνώση να πνίξει την ανθρώπινη διάσταση του ήχου τους. Οι συνθέσεις τους μοιάζουν διαρκώς να κινούνται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ανάμεσα στη συλλογική μνήμη και στη σύγχρονη ευρωπαϊκή αστική εμπειρία.
Υπάρχει επίσης κάτι σχεδόν κινηματογραφικό στον τρόπο που χτίζουν τις αφηγήσεις τους. Άλλοτε οι μελωδίες τους θυμίζουν ξεχασμένα βαλκανικά μοτίβα που επιβιώνουν σαν φαντάσματα μέσα στον χρόνο, κι άλλοτε μετατρέπονται σε ανοιχτά, σύγχρονα jazz τοπία γεμάτα αυτοσχεδιαστική ελευθερία κι έτσι η μουσική τους μοιάζει με μια περιπλάνηση πάνω στα φαντάσματα της Ανατολικής Ευρώπης, μέσα από folk μοτίβα, σύγχρονη ευρωπαϊκή jazz και μια βαθιά ανάγκη να απαντηθεί το ερώτημα “πώς ακούγεται η ελευθερία;”. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά και το κοινό νήμα όλου του φετινού Athens Jazz.
Γιατί 25 χρόνια μετά, το Athens Jazz εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζει τη μουσική σαν είδος προς συντήρηση. Τη βλέπει σαν έναν ζωντανό οργανισμό. Σαν μια πόλη που αλλάζει πρόσωπα, γλώσσες και ρυθμούς, αλλά εξακολουθεί να χτυπά κάτω από τα ίδια φώτα. Και μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει μανιασμένα προς την επόμενη τάση πριν καν προλάβει να ακούσει την προηγούμενη, αυτό το φεστιβάλ συνεχίζει να επιμένει σε κάτι σχεδόν ρομαντικό: στη συλλογική εμπειρία της μουσικής κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό.

INFO:
Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
Πειραιώς 100, Γκάζι
2130109300
athens-technopolis.gr
Ενημερωθείτε για τα τελευταία νέα της Τεχνόπολης στα social media:
Facebook: @technopoliscityofathens
Instagram: @technopolis_athens
YouTube channel: Technopolis City of Athens






