Ζούμε σε μια εποχή που η trap μουσική φαίνεται πιο κορεσμένη από ποτέ. Τα hits που βγαίνουν τώρα δεν έχουν την αίγλη και το "wow factor" του παρελθόντος και πολλά, παλιά πλέον, ονόματα του χώρου φαίνεται να μην έχουν βρει τους διαδόχους τους. Σε αυτόν τον κορεσμό και την αλγοριθμοποίηση της μουσικής αυτής, έγιναν προσπάθειες για crossovers με άλλα είδη, θέτοντας την σε νέο πλαίσιο, με πιο τρανταχτό παράδειγμα τη δημιουργία του Rage και Hypertrap wave, με μπροστάρη τον Playboi Carti. Σ’ αυτήν την προσπάθεια εφαρμογής μιας ακόμα πιο μυστικοπαθούς και non-chalant αισθητικής, σε βαθμό να γίνεται σούπα και να έχει βυθίσει όλο το underground σ’ αυτό το ήδη χιλιοχρησιμοποιημένο κύμα, ξεπήδησαν σιγά σιγά καλλιτέχνες, που αυτά τα πιο punk και rock στοιχεία, τα ενσωμάτωσαν με περισσότερη ενέργεια, καλλιτεχνικό πλουραλισμό, χάρισμα και αύρα rockstar - ανάμεσά τους και ο Kenny Mason. Εντυπωσιάζοντας, πίσω στο 2020 με το ντεμπούτο του, Angelic Hoodrat, ο Kenny κατάφερε να βρει την δική του ταυτότητα και να ξεχωρίσει στον αχανή ωκεανό της trap, και μετά από πληθώρα κυκλοφοριών, EPs και μερικών εντυπωσιακών feat, μας παρουσίασε προ των πυλών του καλοκαιριού την νέα του δουλειά BULLDAWG.
Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, με τίτλο “BULLKILLER” γίνεται εμφανής η πολύπλευρη καλλιτεχνική του φύση. Στην αρχή, υπό τον ήχο ενός κλασικού Rick Ross inspired southern beat, με επιβλητικά horns, σκοτεινές μελωδίες και hard-hitting drums, εναλλάσσεται από τη χρήση ενός πιο mumbly flow στη χρήση πιο ψηλού και επιβλητικού χρώματος στη φωνή του, ενώ στο δεύτερο μισό, επιστρέφει σε πιο χαμηλότονη χροιά και μουντή άρθρωση, με τις ομοιότητες με τον Baby Keem, ειδικά στα πρώτα του βήματα, να είναι εμφανείς. Αυτή η εναλλαγή από πιο οξεία φωνή, σε πιο μπάσα και μελωδική, γίνεται καθ΄ όλη τη διάρκεια του δίσκου, με σταδιακή βελτίωση από κομμάτι σε κομμάτι όσο βουτάει κανείς πιο βαθιά στον δίσκο, μαγνητίζοντας τον ακροατή και μην αφήνοντάς τον να βαρεθεί δευτερόλεπτο. Από το πιασάρικο και ξεσηκωτικό “BOUNCE WIT ME”, όπου η μίξη και τα εφέ στη φωνή του δημιουργούν μια παλιά punk αισθητική σε κάποιο υπόγειο, στο πολυσχιδές “WHATUWANNASAY?!”, ένα κομμάτι που μυρίζει Paris Texas παντού, με απόλυτα groovy digital drums σαν single των 80s και ένα groovy ριφάκι, ο Kenny Mason αλλάζει τη χροιά, την ένταση και την μελωδία στη φωνή του, με τρόπο που λίγοι rappers μπορούν.
Ιδιαίτερα τα κομμάτια που έχουν πιο πολλά rock και punk στοιχεία είναι εκεί που καταδεικνύεται η ευχέρεια του να αλλάζει σαν χαμαιλέοντας και να ελίσσεται στα μέτρα, δημιουργώντας ένα ασανσέρ συναισθημάτων. Στο “COME TRUE” το roller coaster, από πιο επιθετικό και τσιριχτό delivery, στο πιο μουντό και laid-back, και από εκεί σε distorted backing vocals και τέλος σε πάλι πιο in-your-face ενέργεια και μια επίδειξη τεχνικής δεξιότητας, σε κάνει να νομίζεις πως άκουσες 3 διαφορετικά κομμάτια, δίχως να αλλάξει πρακτικά τίποτα στο instrumental. Ή το πιο εμφανώς emo και psychedelic κομμάτι του δίσκου “STREET CAR”, όπου τα φωνητικά του μαζί με τις δεύτερες στο ρεφρέν είναι πνιγμένα στο chorus και στο flanger, δημιουργώντας την αίσθηση ότι παλεύεις να ανέλθεις στην επιφάνεια κάπου στον αχανή ωκεανό, ενώ στα κουπλέ αφού ξεκινάει με τον ίδιο μελαγχολικό και μουντό τόνο στο τέλος κορυφώνεται σε μια κλιμάκωση της έντασης και συχνότητας της φωνής του πριν το τελικό ρεφρέν. Το πάντρεμα rock και hip-hop, με μικρότερη ίσως επιτυχία συναντάται και στο “BLACKFIT”, το οποίο εναλλάσσεται από μια psychedelic indie rock μπαλάντα, σε ένα χαοτικό και σκοτεινό trap banger. Ενώ αμφότερα τα τμήματα του κομματιού για μένα λειτουργούν εξαιρετικά, ίσως το πάντρεμα μεταξύ τους δεν ήταν τόσο επιτυχημένο, με την αλλαγή να φαίνεται κάπως βεβιασμένη. Φυσικά δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω στο πλαίσιο αυτού του παντρέματος και το, ίσως προσωπικό αγαπημένο του δίσκου, “BE WHAT I WANT”, όπου η συνεργασία με τους Paris Texas φάνταζε τόσο ταιριαστή και ιδανική που δεν γινόταν να πάει λάθος. Ο Kenny μας προσφέρει, λίγο-πολύ, ένα από τα πιο πιασάρικα hooks του δίσκου, σε συνδυασμό με ένα εξίσου ξεσηκωτικό και εθιστικό verse, ενώ οι Paris Texas μας μεταφέρουν από ένα πιο χαλαρωτικό και χαμηλών τόνων verse του Felix στο πιο χαοτικό και ανατριχιαστικό verse του Louie, προσφέροντας στο τραγούδι αυτό περίσσια προσωπικότητα και χρώμα.
Παράλληλα, οφείλω να ομολογήσω πως το έτερο πολυαναμενόμενο feat του δίσκου, το κομμάτι "TEST ME" με τον JID, έχει ένα από τα πιο αδιάφορα verses του Kenny Mason, ίσως και λόγω σύντομης διάρκειας, ενώ και το performance του JID, δεν εντυπωσίασε, πάντα για τα δικά του στάνταρ. Ωστόσο, το σκοτεινό και off-beat ρεφρέν, σε συνδυασμό με τους στίχους, όπου ζητάει βοήθεια από το “καλό” να τον σώσει από τις σκοτεινές και βίαιες σκέψεις του για εκδίκηση, είναι κάπως αρκετό για να επανορθώσει για τα σχετικά αδιάφορα κουπλέ τους.
Ακόμα και σε κομμάτια που δεν υπάρχει ανάλογη εναλλαγή στο χρώμα της φωνής του, καταφέρνει να αποτελέσει πόλο έλξης με το flow και τις ρίμες του, θυμίζοντας σε αρκετά σημεία τον προαναφερθέντα JID (και αυτό είναι στη χειρότερη κομπλιμέντο), ή ακόμα και με το στιχουργικό του περιεχόμενο. Για παράδειγμα στο Metro Boomin-ish “CITGO” αξίζει να παρατηρήσετε πόσες φορές αλλάζει το flow του, ή στο πιο soulful και oldschool “JUNKYARD FREESTYLE”, τον τρόπο που τονίζει τα γράμματα και τις συλλαβές ανάμεσα στα μέτρα.
Άξια αναφοράς είναι και η ωρίμανσή του σε επίπεδο στιχουργικού περιεχομένου. Από τη μία επικρατεί ένα μεγάλο καθρέφτισμα του βίαιου, αφιλόξενου και επικίνδυνου τοπίου της Atlanta, κατά την ανατροφή του και τα ενήλικα χρόνια του, ενώ αντίθετα υπάρχουν και πολλές στιγμές στο δίσκο, όπου μας δείχνει την πιο ευάλωτη και εύθραυστη πλευρά του, εξωτερικεύοντας τον εσωτερικό του κόσμο. Άλλωστε αυτή η αντίθεση αποτυπώνεται και στη μουσική σύνθεση του δίσκου, με τις εναλλαγές από πιο επιθετικό και punk τόνο σε μία alt-rock μελαγχολία και ευαλωτότητα να πληθαίνουν. Εξέχον highlight αποτελεί το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, το αφηγηματικό “7ELEVEN”, που πρόκειται για μια ανιστόρηση της πορείας του μέσα στο rap game, από όταν ήταν πιτσιρικάς, και το πως η αρνητική κριτική τον καταρράκωνε, εξομολογούμενος πως ήθελε πάντα να είναι αποδεκτός και αυτό ήταν που τον γέμιζε, διερωτώμενος παράλληλα, αν στο μέλλον που θα έχει καλύψει αυτό το κενό πλήρως, θα τον γεμίζει η μουσική του.
Ολοκληρώνοντας, το BULLDAWG αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη και πολυδιάστατη δουλειά ενός από τους πιο πολλά υποσχόμενους καλλιτέχνες στο κορεσμένο και επαναλαμβανόμενο πεδίο της trap. Πέρα από τις διαφοροποιήσεις σε επίπεδο παραγωγής, ο Kenny καταφέρνει με την προσωπικότητα, την ενέργεια και την ευελιξία με την οποία η φωνή του μετατρέπεται σε χαμαιλέοντα από κομμάτι σε κομμάτι, από μπάρα σε μπάρα, να προσφέρει μια φρέσκια μουσική rock-trap εμπειρία, που όμοια της, μέχρι στιγμής στον χώρο αυτό, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί.






