Aldous Harding – Train on the Island

Η Aldous Harding επιστρέφει με το Train On The Island από την 4AD, τον πέμπτο δίσκο της, που επιβεβαιώνει κάτι που υποψιαζόμασταν από την αρχή της πορείας της: η μουσική της είναι ένα ιδιαίτερο σύστημα σκέψης, όπου η γλώσσα, η μελωδία και η παύση συνυπάρχουν σαν στοιχεία ενός ασταθούς αλλά απόλυτα συνεκτικού εσωτερικού κόσμου. Η τραγουδοποιός από τη Νέα Ζηλανδία, που ζει τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στη Βρετανία και την Ουαλία, συνεργάζεται ξανά με τον παραγωγό John Parish, γνωστό για τη μακρόχρονη σχέση του με την PJ Harvey, και τον Huw Evans (H. Hawkline). Αυτή η συνεργασία λειτουργεί περισσότερο σαν κλειστό εργαστήριο παρά σαν τυπική μπάντα στούντιο.

Από το πρώτο κομμάτι, το "I Ate the Most", η Harding δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ασάφειας που στηρίζεται στη λεπτή ένταση των λεπτομερειών. Η παραγωγή του Parish αφήνει χώρο σε ηλεκτρονικές υφές να αναπνέουν χωρίς να κυριαρχούν, ενώ η φωνή της κινείται ανάμεσα στο καθημερινό και το τελετουργικό. Οι αναφορές στο σώμα, τη μνήμη και την υπερβολή λειτουργούν σαν θραύσματα εμπειρίας που ζητούν ακρόαση χωρίς εξηγήσεις.

Στο "One Stop", όπου συμμετέχει και ο Huw Evans, η μουσική δομή βασίζεται σε μια σχεδόν απλή κιθαριστική επανάληψη, πάνω στην οποία η Harding αποκαλύπτει φράσεις που μοιάζουν προσωπικές και αποσπασματικές. Η αναφορά στον John Cale είναι εκτός από pop αναφορά, αποτελεί μια ξαφνική εισβολή πραγματικότητας σε έναν αυτοτελή ηχητικό μικρόκοσμο. Το τραγούδι σταδιακά αποδομείται, επιτρέποντας σε μια πιο χαλαρή, σχεδόν ψιθυριστή επαναφορά των μοτίβων να κλείσει τον κύκλο του.

Η παρουσία του Joe Harvey-Whyte στο pedal steel και της Mali Llewelyn στην άρπα δίνει στον δίσκο μια αίσθηση αιώρησης, ιδιαίτερα στο "Worms", όπου η ενορχήστρωση δημιουργεί ένα σχεδόν υγρό περιβάλλον, με το Hammond οργανό να λειτουργεί σαν υπόγειο ρεύμα. Εκεί, η Harding εξερευνά πιο σκοτεινές θεματικές περιοχές, με τη φωνή της να αποκτά σχεδόν ψυχρό τόνο, χωρίς να χάνει τη χαρακτηριστική της λεπτή ειρωνεία.

Η ηχητική δομή του άλμπουμ στηρίζεται σε μια συνεχή διαπραγμάτευση μεταξύ ελέγχου και αποσύνθεσης. Ο Sebastian Rochford στα τύμπανα και ο Thomas Poli στα synths συμβάλλουν σε αυτή τη ρευστότητα, όπου κάθε ρυθμική σταθερότητα φαίνεται προσωρινή. Στο "Venus in the Zinnia", το ντουέτο με τον Evans αποκτά μια παιχνιδιάρικη χροιά, αλλά αυτή η ελαφρότητα διαταράσσεται από μικρές ρωγμές στη μελωδία, σαν το κομμάτι να αμφιβάλλει για την κατεύθυνσή του.

Το "San Francisco" είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της δραματουργικής αστάθειας του δίσκου. Η αρμονική του εξέλιξη δεν οδηγεί σε παραδοσιακή κορύφωση. Αντιθέτως, μοιάζει να αναδιπλώνεται συνεχώς, σα να αποφεύγει την ολοκλήρωση. Η φωνή της Harding κινείται σε ευρύ φάσμα τονικότητας, δείχνοντας μια συναισθηματική μετατόπιση που δεν εκφράζεται άμεσα, αλλά προκύπτει από τη δομή της ερμηνείας.

Στο ομώνυμο "Train on the Island", η παραγωγή του John Parish αναδεικνύεται πιο καθαρά: οι ήχοι δεν στοιβάζονται, αλλά αναπτύσσονται με καθυστέρηση, δημιουργώντας μια αίσθηση εσωτερικής καθυστέρησης που λειτουργεί σχεδόν σαν αφηγηματική τεχνική. Η θεματική του κομματιού, που αφορά τη σωματική μνήμη και τους υπαινιγμούς εμπειρίας, δεν αναζητά λύση αλλά παραμονή στην αμφισημία. Το "If Lady Does it" εισάγει μια πιο άμεση ρυθμική ενέργεια, με την ενορχήστρωση να αποκτά σχεδόν χορευτική διάσταση, χωρίς να ξεχνά την αποστασιοποίηση της Harding. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι που λειτουργεί σαν στιγμιαία επιτάχυνση μέσα σε έναν κατά βάση αργό και εσωστρεφή δίσκο.

Στο τελευταίο μέρος του άλμπουμ, το "Coats" επαναφέρει την αίσθηση ανοιχτού χώρου. Οι ηλεκτρικές κιθάρες και οι φωνητικές αρμονίες δημιουργούν μια πιο εκτενή ηχητική επιφάνεια, ενώ οι εικόνες της Harding παραμένουν αινιγματικές και σχεδόν αποσπασματικές. Η συνεργασία με τον H. Hawkline ολοκληρώνει έναν κύκλο αισθητικής συνοχής που διατρέχει όλο το έργο, ενισχύοντας τη συγγένεια με τον προηγούμενο δίσκο της, Warm Chris (2022), αν και εδώ η ισορροπία κλίνει περισσότερο προς τη δραματική αστάθεια παρά προς τη folk ελαφρότητα.

Το Train On The Island δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον εαυτό του. Αντίθετα, επιμένει σε μια μορφή καλλιτεχνικής ασάφειας που δεν είναι στρατηγική αποστασιοποίησης, αλλά μια οργανική συνθήκη γραφής και σύνθεσης. Η Aldous Harding παραμένει μια δημιουργός που βλέπει το τραγούδι όχι ως αφήγηση αλλά ως μια δοκιμή ισορροπιών μεταξύ σιωπής και πρότασης, μνήμης και κατασκευής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο δίσκος της δεν ζητά αποκωδικοποίηση, ζητά χρόνο ακρόασης και κυρίως, ανοχή στην αβεβαιότητα που τον διαπερνά, όπως και στο Warm Chris πριν από αυτόν, απλώς εδώ με ακόμη μεγαλύτερη επιμονή στην αστάθεια.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured