Είναι η εποχή που όλοι σκεφτόμαστε διακοπές ή ίσως μια αναρρωτική άδεια, από αυτές που χρειάζεσαι περισσότερο για το μυαλό και λιγότερο για το κορμί. Προσωπικά, αναζητώ γιατρό για να μου δώσει διάγνωση αλγοριθμικής εξόντωσης, μιας και αισθάνομαι πως καταναλώνω ασταμάτητα περιεχόμενο που ούτε με αφορά ούτε και με ενθουσιάζει. Ομολογώ — ούτε καν οι King Gizzar, εννοώ οι Angine de Poitrine, που απασχόλησαν σημαντικά τα διαδικτυακά μας timelines, δεν φαίνεται πως μπόρεσαν να με βοηθήσουν να καταπολεμήσω τη νέα πραγματικότητα του ενθουσιασμού των δέκα δευτερολέπτων.
Οπότε, η επιστροφή στο Μουσικό catch-up είναι κανονικό catch-up κι όχι κατ’ ευφημισμό, μιας και άκουσα τέσσερις εγχώριους δίσκους που κυκλοφόρησαν τους τελευταίους μήνες και δεν τους «τσίμπησε» κάποιο διαφημιζόμενο trend, ούτε όμως τσίμπησαν οι ίδιοι. Τσέρρυ Μπράντυ, Drifting Clouds, Head On και The WaterStriders αποδεικνύουν ότι το εναλλακτικό ροκ υπάρχει και θα υπάρχει μέσα στα νιάτα, θα επηρεάζεται από το παρελθόν και θα ενσωματώνει στοιχεία του παρόντος, χωρίς να καλουπώνεται αλλά και χωρίς να χάνει τη χαρακτηριστική ταυτότητά του.
Τσέρρυ Μπράντυ – Η Κλεψύδρα Αδειάζει
Σχεδόν δύο χρόνια μετά το EP Κούρασε η Φάση, το ελληνόφωνο πανκ ροκ σχήμα επιστρέφει με το LP Η Κλεψύδρα Αδειάζει, ένα άλμπουμ για την Ελλάδα μετά την Κρίση. Βέβαια, στην πραγματικότητα η κρίση δεν τελείωσε ποτέ, κι έτσι το Η Κλεψύδρα Αδειάζει φέρει ένα γλυκόπικρο άχθος, μια in real time ονειροπόληση. Δύο νέοι, παιδιά της γενιάς που μεγαλώνει με εκκρεμότητες και ενοχές, όπως τους περιγράφουν οι ίδιοι, ψάχνουν νόημα στην πόλη όταν ο έρωτας έχει τελειώσει. Η ιστορία τους είναι η ιστορία της χώρας, που ολοένα εκπίπτει. Ο χρόνος χάνεται (και δίνει τον τίτλο αυτό σε τρία κομμάτια του άλμπουμ). Ο ήχος, μολονότι εμπνέεται τόσο από την αμερικανική παράδοση του ιδιώματος όσο και από την εγχώρια DIY σκηνή (βλέπε Χάσμα και συναφή συγκροτήματα), αντιμετωπίζει τον μηδενισμό μάλλον με μελωδικότητα και τρυφερότητα παρά επιθετικά, όπως οι πιο θυμωμένοι προκάτοχοί τους. Η λεπτή χρήση synth στοιχείων ενισχύει την αίσθηση αυτή, αλλά και μια αναπάντεχη διασκευή στο "Ακορντεόν" του Μάνου Λοΐζου, που θυμίζει τις πρώτες εφηβικές μας ανησυχίες. Συνολικά, η νέα αυτή δισκογραφική δουλειά των Τσέρρυ Μπράντυ αποτελεί μια ευχάριστη, ειλικρινή κατάθεση σύγχρονων σκέψεων και συναισθημάτων, λουσμένων σε κιθάρες και μια αμεσότητα που, σίγουρα, βρίσκει τη δική της ανταπόκριση.
Βαθμολογία: 6/10
Drifting Clouds – East Moon
Οι Drifting Clouds αποτελούν μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση. Ακούγοντας για πρώτη φορά το κομμάτι "Άλλη μία νύχτα στη γη" σε κάποια μουσική πλατφόρμα, η πρώτη μου σκέψη ήταν πως πρόκειται μάλλον για κάποιο χαμένο ύστερων ’90s σχήμα, που ίσως τότε είχε κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ σε περιορισμένο αριθμό CD και χάθηκε στον χρόνο. Κι όμως, οι Drifting Clouds όχι μόνο δεν έχουν χαθεί στον χρόνο, αλλά είναι μια παρέα εικοσάρηδων που γράφει μουσική μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου, με πείσμα μα κυρίως πολλή, πολλή ομορφιά στην καρδιά. Ελληνικοί στίχοι που ξεχειλίζουν ρομαντισμό και ποιητικότητα στέκονται απαλά πάνω σε κιθάρες που θυμίζουν το κλασικό ελληνικό ροκ της αρχής της χιλιετίας, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν και μία post-punk μελαγχολία. Στην πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, East Moon, που κυκλοφορεί από το Άσυλο Ονείρων, κάποια σύννεφα παρασύρονται, συναντιούνται, συγκρούονται και σκάνε σε βροχή, όπως περιγράφουν οι ίδιοι, με τρόπο που θυμίζει τον σκοτεινό εναλλακτικό ροκ ήχο των Λευκή Συμφωνία και Διάφανων Κρίνων. Βέβαια, η συγγένειά τους με τα μεγάλα αυτά σχήματα εντοπίζεται περισσότερο στον τρόπο που οι στίχοι έχουν σχετική αυτονομία από τη μελωδία, καθυστερώντας ενίοτε το μέτρο. Εδώ η μουσική είναι ο χώρος μέσα στον οποίο συμβαίνει η ζωή, άλλοτε ένα διαμέρισμα στο Βερολίνο, άλλοτε μια πόλη όπως το Παρίσι, άλλοτε οι δρόμοι της Αθήνας ή ένα τρένο σε κίνηση. Έτσι, χωρίς αντιγραφές αλλά με συνέπεια απέναντι στις αναφορές τους και νεανικό ρομαντισμό, οι Drifting Clouds παρουσιάζουν μία πρώτη δουλειά που μας κάνει να στρέφουμε το βλέμμα μας σε αυτούς με προσοχή.
Βαθμολογία: 7/10
Head On – Punkentelechy
Έπειτα από επτά χρόνια δισκογραφικής σιωπής, οι Head On επιστρέφουν με το Punkentelechy, έναν δίσκο που μοιάζει να συσσωρεύει όλη την ένταση, την απογοήτευση και την επιμονή αυτού του διαστήματος σε σαράντα περίπου λεπτά νευρικού post-punk. Το αθηναϊκό κουαρτέτο παραμένει πιστό στον πυρήνα του ήχου του, χωρίς όμως να αναπαράγει μηχανικά γνώριμες φόρμες. Αντίθετα, το Punkentelechy ακούγεται σαν μια δουλειά που σπρώχνει τη μπάντα μπροστά, κρατώντας ταυτόχρονα ανέπαφη τη DIY ταυτότητά της. Με περίσσια ενέργεια, όπως μας έχουν άλλωστε συνηθίσει, ο δίσκος κινείται ανάμεσα σε επαναληπτικά hooks, κοφτερούς ρυθμούς και μια διάχυτη αίσθηση ανησυχίας. Οι κιθάρες και το ρυθμικό μέρος διατηρούν την ταχύτητα και τον αυθορμητισμό του punk rock, ωστόσο μέσα από αυτή την ωμότητα διακρίνεται κάτι εύθραυστο που επιμένει ακόμη και στις πιο σαρκαστικές ή επιθετικές στιγμές. Οι πολιτισμικές αναφορές είναι πλούσιες, από το κομμάτι "Kafkaesque" ως το "Nechayev" και το "Themroc", που δανείζεται τον τίτλο του από το γαλλικό σατιρικό φιλμ του 1973. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παραγωγή του άλμπουμ, που είναι καθαρή και δυναμική χωρίς όμως να εξομαλύνει τις γωνίες του υλικού, αμφισβητώντας έτσι τα συνηθισμένα όρια του DIY ήχου. Από τα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίζει το ελληνόφωνο "Εθνικός Ύπνος", με τη συμμετοχή του Θάνου Κόη των Lost Bodies, μια παρουσία που λειτουργεί ως υπενθύμιση της συνέχειας και της μνήμης του ελληνικού underground. Έτσι, το Punkentelechy δεν στέκεται μόνο ως επιστροφή των Head On, αλλά αποτελεί έναν δίσκο που κοιτάζει γύρω του με οργή, ειρωνεία και, τελικά, απρόσμενη ευαισθησία.
Βαθμολογία: 7.5/10
The WaterStriders – Anodyne
Το κουαρτέτο των The WaterStriders επιστρέφει με το άλμπουμ Anodyne, έναν δίσκο που κινείται με αυτοπεποίθηση ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές του indie, garage και alternative rock χωρίς να εγκλωβίζεται στη νοσταλγία ή σε μια μονοδιάστατη αναπαραγωγή των επιρροών του. Το αθηναϊκό συγκρότημα αντλεί στοιχεία τόσο από τη βρετανική όσο και από την αμερικανική σκηνή, συνδυάζοντας τη μελαγχολική ευαισθησία, τη μελωδική οικονομία και τη φωνητική εκφραστικότητα της πρώτης με τον κιθαριστικό όγκο, τη δυναμική ένταση και τη fuzz ενέργεια της δεύτερης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει και η παραγωγή του Bob Katsionis, η οποία αναδεικνύει ακριβώς αυτό το στοιχείο. Αν ήταν πιο lo-fi, ίσως ο ήχος να ακουγόταν σαν revival· αν όμως η παραγωγή ήταν περισσότερο γυαλισμένη, θα έχανε τον χαρακτήρα της. Εδώ όμως οι κιθάρες ακούγονται καθαρές και οι μελωδίες αναδεικνύονται. Στο Anodyne, επιπλέον, συνυπάρχουν εκφραστικά η συναισθηματική φόρτιση και η αμεσότητα των Placebo, η αιχμηρή νευρικότητα και η ιδιοσυγκρασία των The Fall, αλλά και πιο αναγνωρίσιμα ίχνη από Pixies και Smashing Pumpkins, τα οποία εμφανίζονται στις κιθαριστικές εξάρσεις. Τα φωνητικά διαθέτουν μια γνώριμη ευαλωτότητα και μια ελαφρώς ανδρόγυνη χροιά που φέρνει στον νου τον Brian Molko, διατηρώντας παράλληλα τη δική τους ταυτότητα μέσα στη ροή των τραγουδιών. Συνολικά, το Anodyne ακούγεται ζωντανό, προσεγμένο και ευχάριστο, ένας δίσκος που αγαπά τη μουσικότητα και μετατρέπει τις επιρροές του σε συνεκτικό προσωπικό λόγο.
Βαθμολογία: 7/10






