Τι συμβαίνει όταν σε ένα δίσκο το ελίτ sampling, γεμάτο ζωντάνια, με κύρια πηγή την soul των 70s, από δύο από τους σπουδαιότερους hip-hop παραγωγούς στην ιστορία, συναντάει live ενορχήστρωση και αξεπέραστο λυρισμό και τεχνική; Ένας από τους πιο σημαντικούς και εμβληματικούς hip-hop δίσκους του 21ου αιώνα, ο οποίος επανέφερε στον Common καταξίωση από κριτικούς και fans και εδραίωσε τον Kanye για τα καλά στην αφρόκρεμα των beat-makers την εποχή εκείνη.
Ήταν 2005 και σαν σήμερα, μετά από 3 χρόνια απουσίας κυκλοφοριών , ο Common κυκλοφορούσε τον δίσκο Be, ο οποίος έμελλε να τον επανατοποθετήσει στις κορυφές της λίστας των κριτικών. Το 2000, με την κυκλοφορία του Like Water, Like Chocolate (2000) είχε ήδη εδραιωθεί ως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες στιχουργούς της rap, με την σταθερά ανοδική του πορεία να φρακάρει, όταν το 2002, επηρεασμένος από τον Jimi Hendrix και πιθανώς από την τότε σύντροφό του, Erykah Badu, προσπάθησε, να δημιουργήσει ένα τολμηρό συνονθύλευμα rap, soul, rock και ηλεκτρονικής μουσικής, δίχως να έχει ιδιαίτερη επιτυχία. Μετά από αυτόν τον πειραματισμό, ο επαναπατρισμός του ηχητικά, σε πιο old-school και βασισμένες σε samples παραγωγές, έμοιαζε μονόδρομος, και η υπογραφή του το 2004, στη νεοσύστατη τότε δισκογραφική, GOOD Music του Kanye, προμήνυε πως ένας συνεργατικός δίσκος μεταξύ τους, αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή θα έκανε την εμφάνισή του. Τελικά 1 χρόνο μετά, και αφού οι δύο τους είχαν ήδη προϊδεάσει το κοινό τους, παίζοντας το τραγούδι "The Food" στο show του Dave Chappelle τον Μάρτιο του 2004, το Be ήταν γεγονός και με το momentum που είχε ο Kanye τότε, σε συνδυασμό με το αυταπόδεικτο ταλέντο του Common με την πένα, αυτός ο δίσκος δεν γινόταν να πάει λάθος με κανέναν τρόπο.
Από το πρώτο κιόλας κομμάτι του δίσκου, καταλαβαίνει κανείς ότι μιλάμε για έναν ξεχωριστό δίσκο. Η επιλογή του Derrick Hodge να ανεβάσει την αυλαία με το κοντραμπάσο του, όσο τα υπόλοιπα μουσικά όργανα και στοιχεία του τραγουδιού εμφανίζονται ένα ένα, ώσπου όλο το beat παίρνει την τελική του μορφή, ήταν ο πιο smooth τρόπος που θα μπορούσαν να σκεφτούν, για να τραβήξουν το ενδιαφέρον του ακροατή με το “καλημέρα”. Η ζωντανή αυτή ηχογράφηση μουσικών οργάνων, σε συνδυασμό με τα κατεξοχήν high-pitched, soul samples που έκαναν τον Kanye δημοφιλή από τις αρχές των 2000s, αποτέλεσε το τέλειο πέπλο που θα αγκάλιαζε τις εθιστικές ρίμες και αφηγήσεις του Common, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του μουσικού ταξιδιού. Ποιος θα περίμενε ο Kanye να samplάρει τον John Mayer να λέει "GO", υπό τον μαγευτικό ήχο ενός πιάνου rhodes, όσο ο Common μας ξετυλίγει την αλλόκοτη σεξουαλική του πλευρά, με τις ομοιοκαταληξίες του ανάμεσα στα μέτρα να είναι βάλσαμο στα αυτιά. Ή ότι στο κομμάτι "Faithful" το σαγηνευτικό sample του D.J. Rodgers θα πάρει ζωντανή μορφή, με την εκπληκτική ερμηνεία στο τέλος του κομματιού από τους Bilal και John Legend. Αξιέπαινο το πως, επίσης πολλά φωνητικά samples γίνονται ένα με το τραγούδι, σαν μέρος της ερμηνείας του καλλιτέχνη, όπως στο “Testify”, όπου το RnB sample στο ρεφρέν επαναλαμβάνει “Before you lock my love away”, το οποίο χρησιμοποιείται σαν επέκταση των στίχων του Common.

Έτσι, δημιουργείται αρμονικά μια συνολική ιστορία για μια γυναίκα η οποία επιμένει να καταθέσει υπέρ του συζύγου της για να αθωωθεί, δίχως επιτυχία, πριν μας αποκαλύψει στο τέλος ο Common, πως αυτή εν τέλει τον χρησιμοποίησε, ενώ η ίδια είχε κάνει το έγκλημα. Ακόμα και όταν το sample δεν κάνει την δουλειά, εμφανίζεται ο ίδιος ο Kanye ερμηνεύοντας πολλά από τα πιο πιασάρικα ρεφρέν του δίσκου, είτε ως δεύτερες στο πιο αλήτικο κομμάτι του δίσκου, "Chi-City", είτε ως κύρια φωνή, όπως στο σχεδόν κινηματογραφικό "The Corner", όπου βέβαια υπάρχει και η εμβληματική συμμετοχή των, κατά μία έννοια, πατεράδων της hip-hop, The Last Poets, αλλά και ο ίδιος ο Common μας προσφέρει μερικά από τα καλύτερα verses του δίσκου, με ομοιοκαταληξίες που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό.
Γενικότερα η ερμηνεία του Common είναι από τις πιο εντυπωσιακές εκείνης της εποχής σε hip-hop δίσκο. Τα αλλόκοτα flows του, οι άρτιες και ιδιοφυείς ρίμες του, τα ευρηματικά του λογοπαίγνια, οι ιστορίες που αφηγείται, δεν υπάρχει πτυχή στην οποία να μην παίρνει άριστα. Ακόμα και η χροιά του, σε συνδυασμό με το ότι “καβαλάει” τα beats, με τρόπο σαν να αφηγείται ιστορία, μετατρέπει τον δίσκο αυτό σε μια ηχητική νουβέλα, η οποία παίρνει ζωντανή μορφή μπροστά σου, με τη μουσική σε ρόλο πρωταγωνιστή.
Φυσικά, πέρα από την αποθεωμένη συνεισφορά του Kanye στο περίπου 90%, στο υπόλοιπο ποσοστό είχε σπουδαία συμβολή ο έτερος θρυλικός παραγωγός των 2000s, ο αείμνηστος J Dilla, ο οποίος, μετά από χρόνια συνεργασίας με τον Common, με εξέχουσα συμβολή στο Like Water, Like Chocolate, έβαλε το δικό του λιθαράκι στο δίσκο, με τα τραγούδια "It’s Your World, Pt.1&2" και "Love is...". Το δεύτερο, καταδεικνύει απόλυτα το εξωγήινο ταλέντο του Dilla, τόσο στην περίφημη γκρούβα που δίνει στα drums του, όσο και στο πως χειρίζεται ένα sample του μυθικού Marvin Gaye, με τη πολύτιμη επιπρόσθετη ενορχήστρωση του James Poyser, αλλάζοντας τη θέση και την άρση, δημιουργώντας έτσι μια τελείως διαφορετική αίσθηση στο κομμάτι. Όσον αφορά το 1ο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερος τρόπος να πέσει η αυλαία σε ένα τέτοιο αριστούργημα. Από τα ανατριχιαστικά και εμπνευστικά verses του Common στην soulful παραγωγή, την ερμηνεία του Bilal στο ρεφρέν, μέχρι την εμψυχωτική ομιλία του πάτερα του Common στο outro, υπό τον ήχο ενός ονειρικού πιάνου, όλα συμμετείχαν με τον τρόπο τους στο να κλείσει αυτός ο δίσκος όπως του άξιζε.
Η ακόρεστη δίψα του Kanye εκείνη την εποχή, η αναζήτηση των κατάλληλων samples, η στρατολόγηση των κατάλληλων ανθρώπων και καταξιωμένων μουσικών στο δέσιμο αυτό του συνολικού μείγματος, και, προφανώς, η ποιητική πένα του Common κατάφεραν να συμβάλλουν όλα με τον τρόπο τους στη δημιουργία μιας καλλιτεχνικής δουλειάς, η οποία, όσο ωριμάζει στο χρόνο σαν το παλιό καλό κρασί, μας υπενθυμίζει τι σημαίνει να ακούς έναν δίσκο σαν να βλέπεις ταινία, από την αρχή μέχρι το τέλος, με συνοχή και αρμονία, τόσο μουσικά, όσο και αφηγηματικά.






