Tom Misch

Ο Tom Misch επιστρέφει με το Full Circle μετά από μια παύση οκτώ χρόνων από μια σιωπηλή αποσύνδεση από τον ίδιο του τον ρόλο ως καλλιτέχνη. Αυτή διαπερνά οργανικά το άλμπουμ και το διαμορφώνει σε κάτι πιο γυμνό, σχεδόν εκτεθειμένο. Αν στο παρελθόν, και ειδικά στο Geography (2018), η γραφή του συνομιλούσε με τη sample αισθητική και τη ρυθμική σκέψη του J Dilla - του ανθρώπου που επαναπροσδιόρισε την hip-hop παραγωγή και την off-grid αίσθηση του groove - εδώ τα τραγούδια του στέκονται χωρίς στήριξη.

Η ηχογράφηση στο Nashville, με τη συμβολή των Ian Fitchuk (γνωστός για τη δουλειά του με Kacey Musgraves και την ανανέωση της σύγχρονης country αισθητικής) και Daniel Tashian (Grammy για το Golden Hour της Kacey Musgraves το 2019) ), δίνει στο άλμπουμ έναν ήχο που "αναπνέει". Οι αναφορές στους Joni Mitchell (Blue, 1971, ως υπόδειγμα εξομολογητικής γραφής), Neil Young (Harvest, 1972, ως σημείο συνάντησης folk και εσωστρέφειας), John Martyn (Solid Air, όπου η folk διαλύεται σε ambient και jazz υφές) και JJCale, που επηρέασε έντονα τον Eric Clapton μέσα από κομμάτια όπως το "Cocaine" και το "After Midnight", λειτουργεί εδώ σαν σημείο αναφοράς για έναν πιο απλό τρόπο γραφής: λιγότερα στοιχεία, πιο καθαρή ουσία, χωρίς περιττά στολίδια.

Στο "Old Man", ο Misch "κοιτάζει" τον χρόνο χωρίς φίλτρο. Όταν τραγουδά «This dressing room is all I know», η φράση μοιάζει σχεδόν τυχαία, και όμως εκεί συγκεντρώνεται όλο το βάρος μιας ζωής σε κίνηση. Η μελωδία μένει λιτή, σχεδόν στατική, σαν να αρνείται να «ομορφύνει» το περιεχόμενο. Σε ένα άλλο σημείο, η σκέψη για έναν απόγονο που «θα πετάει όταν εγώ δεν θα υπάρχω» ανοίγει τον χρόνο προς τα έξω, χωρίς να γίνεται ποιητική επίδειξη. Είναι μια ήσυχη παραδοχή φθοράς.

Το "Sisters With Me" αποτελεί ίσως την πιο άμεση στιγμή του άλμπουμ. Η γραφή μοιάζει σχεδόν παιδική στην απλότητά της: «Cut from the same threads / No falling behind / No running ahead». Κι όμως, αυτή η απλότητα είναι επιλογή. Ο Misch αποφεύγει κάθε μεταφορά που θα απομάκρυνε την εμπειρία. Το γεγονός ότι η Laura Misch -ενεργή σαξοφωνίστρια και συνθέτρια με δική της πορεία στη σύγχρονη jazz σκηνή του Λονδίνου - βρίσκεται στο περιβάλλον αυτού του τραγουδιού, χωρίς να χρειάζεται να κατονομαστεί, προσθέτει μια υπόγεια αλήθεια: η μουσική εδώ δεν είναι θέμα αναφοράς, αλλά συνύπαρξης.

Στα πιο ανάλαφρα σημεία, όπως το "Slow Tonight", εμφανίζεται μια σπάνια χαλάρωση. Όταν λέει «I love them all if it’s once a month / When we’re alone, I just can’t get enough», υπάρχει μια σχεδόν αδέξια ειλικρίνεια που λειτουργεί απελευθερωτικά. Η ελαφρά ειρωνεία του «it may be unhealthy, I don’t give a fuck» δεν μοιάζει με πόζα· είναι μια στιγμιαία ρωγμή στην προσεκτική του εσωστρέφεια.

Αντίθετα, το "Goldie" κινείται σε εντελώς διαφορετικό πεδίο. Το «Who the hell do I thank for this» επαναλαμβάνεται χωρίς ποτέ να παίρνει απάντηση, σαν μια σκέψη που δεν ολοκληρώνεται. Η ευγνωμοσύνη δεν διαμορφώνεται σε εικόνα ούτε επιχειρεί να ειπωθεί με ακρίβεια. Απλώς υπάρχει, ωμή και άμεση, ως εμπειρία που δεν μεταφράζεται εύκολα σε λόγια.

Στο δεύτερο μισό, το άλμπουμ βαραίνει αισθητά. Το "Running Away" ξεκινά σχεδόν κινηματογραφικά, με εικόνες καθημερινότητας, πριν καταλήξει σε μια εσωτερική παραδοχή φόβου. Η περιγραφή ενός πάρκου ή μιας πόλης λειτουργεί ως αντίθεση: ο κόσμος κινείται κανονικά, ενώ ο αφηγητής αποσυντονίζεται. Το "Echo from the Flames" σπρώχνει ακόμη πιο μέσα, σε μια σχεδόν άδεια ηχητική επιφάνεια, όπου η φωνή μοιάζει να αιωρείται χωρίς στήριξη.

Το πιο παράξενο κομμάτι, "Fear Can’t Hurt Any More Than a Dream", στηρίζεται σχεδόν εμμονικά στην επανάληψη της ιδέας του: «Fear can’t hurt any more than a dream». Οι εικόνες που προηγούνται - φυσικές καταστροφές, απειλές- μοιάζουν υπερβολικές, σχεδόν παιδικές. Η επανάληψη δεν πείθει. Φαντάζει περισσότερο με προσπάθεια αυτοκαθησυχασμού. Και αυτή η αποτυχία να σταθεροποιηθεί το νόημα είναι που δίνει στο κομμάτι τη δύναμή του.

Η μοναδική ουσιαστική συνεργασία του δίσκου, στο "Days of Us", φέρνει τον Kaidi Akinnibi στο προσκήνιο, έναν από τους πιο ενεργούς μουσικούς της νέας βρετανικής jazz σκηνής, με συμμετοχές σε projects που γεφυρώνουν την improv με την afrobeat και την electronica. Το σαξόφωνό του παρεμβαίνει μέσα από τον διάλογο των φωνών - «Can’t you stay?» / «Let’s meet halfway» - και λειτουργεί σαν τρίτη φωνή που επιτείνει την ασυνεννοησία.

Το "Sultan of Silence" κλείνει το άλμπουμ με μια σχεδόν αλληγορική μορφή: «He walks where echoes die». Η φιγούρα αυτή δεν εξηγείται. Δεν αποκτά βιογραφία. Παραμένει μια σκιά, ίσως πατρική, ίσως μελλοντική. Και αυτή η ασάφεια είναι συνεπής με τη συνολική στάση του δίσκου: τίποτα δεν εξηγείται πλήρως, τίποτα δεν δραματοποιείται πέρα από όσο αντέχει.

Συνολικά, το Full Circle κινείται ανάμεσα σε folk, soft rock και διακριτικές jazz αποχρώσεις, αλλά η ουσία του δεν βρίσκεται στα είδη μουσικής. Βρίσκεται στην αφαίρεση. Στην απόφαση του καλλιτέχνη να αφήσει τον ήχο να σταθεί χωρίς προστασία. Τα σημαντικά κομμάτια δεν ξεχωρίζουν από κορυφώσεις, αλλά από συνέπεια. Και μέσα σε αυτή τη χαμηλόφωνη, σχεδόν επίμονη ειλικρίνεια, ο Tom Misch δείχνει κάτι που έλειπε από την προηγούμενη δουλειά του: όχι απλώς δεξιοτεχνία, αλλά επίγνωση.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured