Mick Ronson

«Δεν νομίζω ότι εκτίμησε ποτέ πόσο σπουδαίος ήταν, όπως ούτως ή άλλως δεν εκτιμούν οι άνθρωποι όταν βρίσκεσαι στη δίνη της», λέει η Maggi Ronson για τον αδελφό της. Αλλά δεν χρειάζεται να είσαι μέλος της οικογένειας για να εκτιμήσεις τον Mick Ronson. Πάρτε υπόψη τα λόγια ενός από τους ανθρώπους που ήταν εκεί όταν απέκτησε τη φήμη του ως ένας από τους πιο ζωντανούς και χαρισματικούς κιθαρίστες της ροκ, του παραγωγού Tony Visconti: «Ο Mick ήταν σκυθρωπός και επιφυλακτικός την ημέρα που τον γνωρίσαμε με τον David, δεν ήταν σίγουρος για το τι ήθελε να κάνει. Λίγο αργότερα, το παίξιμό του στην κιθάρα μας μάγεψε εντελώς και το βόρειο χιούμορ του μας καθήλωσε. Για μένα, περίμενα ότι αυτός ο άνθρωπος θα γινόταν ήρωας της κιθάρας».

Ο Mick Ronson ήταν ένας κιθαρίστας με δικό του ήχο. Μεταξύ 1970 και 1974, ήταν η μουσική μηχανή πίσω από την ανεπανάληπτη σειρά δίσκων του David Bowie - The Man Who Sold the World, Hunky Dory, Ziggy Stardust, Aladdin Sane και Pin Ups. Όχι μόνο έπαιζε κιθάρα, αλλά έγραφε και τις ενορχηστρώσεις, μπαρόκ ηχοτοπία που συμπλήρωναν τέλεια το όραμα του Bowie.

Παράλληλα μ’ αυτούς τους δίσκους, έκανε τη συμπαραγωγή στο και Transformer που επανέφερε τον Lou Reed στο προσκήνιο.  

Ο Mick Ronson γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1946 στο Κίνγκστον, στο Ανατολικό Ράιντινγκ. Ως παιδί, εκπαιδεύτηκε κλασικά παίζοντας πιάνο, φλάουτο , βιολί και (αργότερα) αρμόνιο. Αρχικά ήθελε να γίνει τσελίστας, αλλά στράφηκε στην κιθάρα όταν ανακάλυψε τη μουσική του Duanne Eddy. Τη δεκαετία του 1960 έπαιξε σε διάφορα συγκροτήματα από το Χαλ, συμπεριλαμβανομένων των The Mariners. Περίπου την ίδια εποχή ο Bowie ήταν επίσης frontman ενός συγκροτήματος που ονομαζόταν Davie Jones And The King Bees.

Στις αρχές του 1970, ένας φίλος τους με διασυνδέσεις στη μουσική βιομηχανία, ο John Cambridge, πήγε στο Χαλ αναζητώντας τον Ronson, με σκοπό να τον στρατολογήσει για μια νέα μπάντα με τον David Bowie. Βρήκε τον Ronson να οριοθετεί ένα γήπεδο ράγκμπι, ένα από τα καθήκοντά του ως κηπουρός του Τμήματος Πάρκων για το Δημοτικό Συμβούλιο του Χαλ. Έχοντας αποτύχει στις προηγούμενες προσπάθειές του στο Λονδίνο, ο Ronson δίστασε, αλλά τελικά συμφώνησε να συνοδεύσει το Cambridge σε μια συνάντηση με τον Bowie.

Ο Bowie και ο Ronson τελικά συστήθηκαν στο κλαμπ Marquee, όπου έπαιζε ο Bowie στις 3 Φεβρουαρίου 1970. Δύο μέρες αργότερα, ο Ronson είχε μάθει τα riff και τις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών αρκετά καλά ώστε να συνεργαστεί με τους Bowie, Cambridge και τον μπασίστα/παραγωγό Tony Visconti για μια ζωντανή συναυλία του John Peel Radio 1 στο Paris Theatre στην Lower Regent Street του Λονδίνου. Έπαιξαν 15 τραγούδια, συμπεριλαμβανομένου ενός νέου αριθμού, του “Width of a Circle”, και άφθονο υλικό από το πρόσφατο -τότε- δεύτερο ομώνυμο άλμπουμ του Bowie.

Η αντίδραση ήταν θετική και ο Ronson μετακόμισε στο διαμέρισμα του Bowie στο Χάντον Χολ, στην οδό Σάουθεντ στο Μπέκενχαμ. Η χρονική στιγμή της άφιξής του ήταν ιδανική: ο Bowie ήθελε να κάνει ένα hard rock άλμπουμ. «Χρειαζόμασταν κάποιον να είναι [αυτό] το σημαντικό στοιχείο, και αυτός ο κάποιος ήταν ο Mick Ronson», είπε ο παραγωγός Tony Visconti. «Μας άφησε άναυδους» πρόσθεσε. «Όταν τον γνωρίσαμε εγώ και ο David, ξέραμε ότι θα μας ταίριαζε εμφανισιακά, αλλά δεν είχαμε ιδέα τι θα ακολουθούσε μέχρι που πήρε τη Les Paul του και έπαιξε για εμάς».

Η πρώτη δουλειά του Ronno με τον Bowie ήταν στο single “Memory of a Free Festival Part 1/Part 2”, που ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1969 και κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1970.

Τον Απρίλιο ξεκίνησαν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ The Man Who Sold the World, με τη συμμετοχή της βασικής ομάδας των Bowie, Ronson, Visconti και του πρώην ντράμερ των Rats, Mick "Woody" Woodmansey.

Οι συνεισφορές του σε κομμάτια του Bowie, όπως τα “She Shook Me Cold”, “Running Gun Blues” και το επικό “Width of a Circle”, εδραίωσαν τη θέση του, ωθώντας τον τραγουδιστή να τον αποκαλέσει, με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο, «ο δικός μου Jeff Beck».

Με τον Visconti να έχει φύγει, ο Bowie εξαρτιόταν πλέον σε μεγάλο βαθμό από τον Ronson. Το επόμενο άλμπουμ του, το Hunky Dory του 1971, σημαδεύτηκε από την εμφάνιση του νέου του κουαρτέτου, με τους Ronson, Trevor Boulder (μπάσο) και Woodmansey (τύμπανα), ένα δυναμικό συγκρότημα που έδωσε στα φολκ τραγούδια του τα ισχυρά ροκ θεμέλια τους. Ο Ronson τελικά απέκτησε την αναγνώριση ως ο ενορχηστρωτής των “Changes”, “Life on Mars?”, «Kooks», “Quicksand” και της διασκευής του “Fill Your Heart” του Biff Rose.

Μέχρι τη στιγμή που το συγκρότημα συγκεντρώθηκε για το επόμενο άλμπουμ, το The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders From Mars, τα ταλέντα του Ronson ήταν σε πλήρη άνθιση. Στο επικό “Five Years”, το τμήμα εγχόρδων του προκάλεσε θαυμασμό, στο “Moonage Daydream” το δικό του riff χτίζει τη σύνθεση, ενώ στο “Suffragette City” ο Ronson ήταν αυτός που εφηύρε τον funky, τρεμάμενο ήχο του συνθεσάιζερ ARP που πολλοί μπερδεύουν με σαξόφωνα.

Η συνεισφορά του Ronson θα ήταν τεράστια και στο Aladdin Sane του επόμενου χρόνου (1973). Καταρχάς εκείνος συνέστησε στον Bowie του πιανίστα Mike Garson, που εντάχθηκε στην μπάντα και αποδείχθηκε πολύτιμος. Έπειτα το παίξιμό του λάμπει σε κομμάτια όπως το “The Jean Geanie", όπου το κοφτερό του riff είναι ξεσηκωμένο από τος ήρωές του του blues και ειδικά από τον Bo Diddley.   

Στο μεσοδιάστημα, ανάμεσα στο Ziggy Stardust και στο Aladdin Sane, ο Bowie και ο Ronson έκαναν τον Αύγουστο του ’72 την παραγωγή στο Transformer του Lou Reed∙ στην πραγματικότητα, έσωσαν την καριέρα του Reed μετά την αποτυχία του πρώτου σόλο άλμπουμ του.

«Το Transformer είναι αναμφισβήτητα το άλμπουμ μου με την καλύτερη παραγωγή. Αυτό έχει να κάνει πολύ με τον Mick Ronson», θα έλεγε αργότερα ο ίδιος ο δημιουργός.

«Ήταν μια καλή εμπειρία για μένα», είπε ο Ronson. «Η κιθάρα του Lou ήταν πάντα εκτός κουρδίσματος, οπότε γονάτιζα μπροστά του και την κούρδιζα σωστά. Δεν τον ένοιαζε, γιατί ήταν τόσο χαλαρός».

Μέχρι το τέλος του 1973, όμως, άρχισαν να διαφαίνονται ρωγμές στη σχέση του με τον Bowie. Αρχικά εκδηλώθηκαν για οικονομικούς λόγους, επειδή ο Ronson σιγοντάρησε τους Woodmasdey και Boulder που  διαμαρτυρήθηκαν για τις χαμηλές αμοιβές τους. Ο Bowie τους έδιωξε από την μπάντα. Οι σχέσεις του κιθαρίστα με τον Bowie είχαν γίνει ψυχρές όταν, στις 20 Οκτωβρίου 1973, έπαιξαν μαζί στη σκηνή για τελευταία φορά εκείνη τη δεκαετία. Μόνο 200 άτομα είδαν την εμφάνιση από κοντά, η οποία γυρίστηκε για το The Midnight Special του NBC. Με τίτλο «The 1980 Floor Show», στη συναυλία ο Bowie έψαλε σερενάτα σε συντροφιά με τη Γαλλίδα τραγουδίστρια/ηθοποιό/μοντέλο Amanda Lear το “Sorrow”, μια επιτυχία του 1966 για τους Merseys, την οποία ο Bowie ηχογράφησε για το άλμπουμ Pin Ups του 1973 , στο οποίο διασκεύασε τραγούδια από την εποχή του Swinging London. Αυτή ήταν η νύχτα που ο Ziggy Stardust έφυγε πραγματικά από το κτίριο, κάτι που ίσως εξηγεί γιατί ένας χαμογελαστός Bowie τελείωνε κάθε τραγούδι με ένα στοργικό χάδι στην λευκή σατέν πλάτη του Ronson.

Ο δαιμόνιος μάνατζερ του Bowie, Tony Deffries, υποσχέθηκε μια σπουδαία σόλο καριέρα στον Ronsosn. Του έταξε ότι θα τον έκανε τον επόμενο σούπερ σταρ. Το καλοκαίρι του '73, έχοντας ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις του για τα Pin Ups, ο Ronson επέστρεψε στα στούντιο του Château d'Hérouville έξω από το Παρίσι και ηχογράφησε το πρώτο του σόλο άλμπουμ με τίτλο Slaughter on 10th Avenue. Ο Bowie συμμετείχε από απόσταση, χαρίζοντας τα τραγούδια “Growing Up and I'm Fine”, “Pleasure Man/Hey Ma, Get Papa” και “Music Is Lethal”. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε ύστερα από έξι μήνες, ωστόσο, παρά τις υποσχέσεις του μάνατζερ, δεν προωθήθηκε ιδιαίτερα από την RCA (τη δισκογραφική εταιρεία των Bowie/Ronson) και δεν γνώρισε επιτυχία.  

Ενώ γινόταν η μίξη του Slaughter on 10th Avenue, ο Ronson επέστρεψε στο στούντιο με τον Bowie για να δημιουργήσουν demo για κάποια μελλοντικά κομμάτια του άλμπουμ Diamond Dogs: τα “1984” και “Dodo”.

Μέσα σε λίγους μήνες, ο Ronson επέστρεψε σε ένα άλλο συγκρότημα, ενώνοντας τις δυνάμεις του με τους αλητόβιους Mott the Hoople για το τελευταίο τους single, το “Saturday Gigs”. O Ronson και ο frontman Hunter ήταν φίλοι και είχαν συνεργαστεί και στο περιελθόν. Ερήσθω εν παρόδω, δική τους είναι η πρώτη εκτέλεση του “All The Young Dudes”, που έκανε γνωστό ο Bowie. Ωστόσο οι υπόλοιποι Hopple δεν καλοδέχθηκαν τον νεοφερμένο κιθαρίστα και το γκρουπ διαλύθηκε ύστερα από λίγο καιρό.

Ο Ronson επέστρεψε στην σόλο καριέρα του. Ο Bowie δεν συμμετείχε στο επόμενο άλμπουμ, Play Don't Worry, αλλά επέτρεψε στον Ronson να χρησιμοποιήσει το backing track από την διασκευή τους στο "White Light/White Heat" των Velvet Underground, το οποίο είχε ηχογραφηθεί για το Pin Ups, αλλά δεν συμπεριλήφθηκε σ’ εκείνο τον δίσκο. Το Play Don't Worry ήταν εξαιρετικό σε ορισμένα σημεία. Αν και δεν ήταν έμφυτος τραγουδοποιός, ο Ronson έδειξε το ταλέντο του με τα εναρκτήρια τραγούδια “Billy Porter”, “Empty Bed” και τις διασκευές δύο τραγουδιών των Pure Prairie League, των οποίων το άλμπουμ Bustin' Out του 1972 περιείχε τις ενορχηστρώσεις του για κιθάρα και έγχορδα.

Στη συνέχεια ο Ronson έκανε την παραγωγή και έπαιξε στο ομώνυμο ντεμπούτο σόλο άλμπουμ του Ian Hunter το 1975. Την ίδια χρονιά, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, νοίκιασε ένα σπίτι στην οδό Χάντσον κοντά στην περιοχή Μίτπακινγκ και απόλαυσε την πόλη με τον καλύτερό του φίλο (τον Hunter). Εκεί συνάντησαν τον Bob Dylan, ο οποίος κάλεσε τον Ronson να ενταχθεί στην μπάντα της περιοδείας του, την Rolling Thunder Revue. Αυτή η περιοδεία έσωσε την επαγγελματική ζωή του Mick.

Με την σόλο καριέρα του να έχει ανασταλεί, έγινε παραγωγός πλήρους απασχόλησης. Συνεργάστηκε με τους Van Morrison, John Mellencamp, Roger McGuinn και την τραγουδίστρια των Meat Loaf, Ellen Foley.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η υγεία του Ronson άρχισε να προκαλεί ανησυχία. Διαγνώστηκε με καρκίνο του ήπατος, κάτι που ούτε το έκρυψε ούτε επέλεξε να αναγνωρίσει ως απειλή. Αντ' αυτού, αφοσιώθηκε σε projects όπως το άλμπουμ Your Arsenal του Morrissey (1992).  

O Morrissey δήλωσε τότε ότι πάντα του άρεσαν πολύ τα κύρια κιθαριστικά μέρη σε τραγούδια του Bowie όπως τα “Starman”, “The Man Who Sold the World” και “Moonage Daydream”, τα οποία ήταν αναμφίβολα δημιουργίες του Ronson. Ο δε Bowie, μετά την κυκλοφορία και την κριτική αποδοχή του Your Arsenal, εντυπωσιάστηκε τόσο ώστε κάλεσε τον Ronson να συνεργαστεί μαζί του στο στούντιο άλμπουμ Black Tie White Noise (1993).

Ο Ronson έπαιξε επίσης μαζί με τους Bowie και Hunter στην εκδοχή του "All the Young Dudes" στη συναυλία που ήταν αφιερωμένη στον Freddie Mercury στο στάδιο Wembley τη Δευτέρα του Πάσχα του 1992. Ήταν και η τελευταία φορά που οι θαυμαστές του τον είδαν στη σκηνή.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 29 Απριλίου 1993, ο Ronson πέθανε από καρκίνο του ήπατος σε ηλικία 46 ετών.

Ο Hunter συνόψισε το τέλος του Ronson στην ελεγεία του “Michael Picaso”, από το έργο The Artful Dodger (1977):

«You turned into a ghost

Surrounded by your pain

And the thing that I liked the least

Was sitting 'round hasker street

Lying about the future».

O Bowie από την πλευρά του είπε: «Ως ροκ ντουέτο, νόμιζα ότι ήμασταν τόσο καλοί όσο ο Mick και ο Keith».

«Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι ήταν τόσο παραμελημένος, και εξακολουθεί να είναι», πρόσθεσε ο Morrissey για τον Ronson. «Έχει βρεθεί ποτέ ο Mick στο εξώφυλλο ενός μεγάλου βρετανικού μουσικού περιοδικού; Ακόμα και όταν πέθανε; Ήταν από τη φύση του εξαιρετικά ταπεινός. Ήταν απλώς χαρούμενος που ήταν εκεί».

«Μου άρεσε να είμαι sideman», έλεγε ο ίδιος.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured