Στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Σέλας, ο Miles Davis διηγείται μια ανεκδοτολογική ιστορία από τη δεκαετία του ’80. Επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο Λευκός Οίκος αποφάσισε τα τιμήσει 500 εν ζωή Αμερικανούς «για την διακεκριμένη προσφορά τους στον αμερικανικό πολιτισμό». Προς τιμήν τους παρατέθηκε επίσημο γεύμα και ανάμεσα στους προσκεκλημένους ήταν και ο μεγάλος τρομπετίστας. Ο Miles πήγε, κάπως απρόθυμα όπως λέει ο ίδιος, και κάποια στιγμή έτυχε να καθίσει δίπλα στη σύζυγο ενός Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή. Σύμφωνα με τα λόγια του Miles, βλέποντας τον «αράπη» ανάμεσα στους εκλεκτούς καλεσμένους, η σύζυγος του γερουσιαστή φαινόταν να δυσανασχετεί και συγχρόνως να απορεί. Ρώτησε λοιπόν τον τρομπετίστα με χαιρέκακο ύφος: «Mα καλά, πια διακριμένη υπηρεσία στον αμερικάνικο πολιτισμό έχετε προσφέρει εσείς και βρίσκεστε σ’ αυτή την εκλεκτή συγκέντρωση;» Ο Miles την κάρφωσε, όπως λέει, με το πιο κακό του βλέμμα και της απάντησε κοφτά με εκείνη την απύθμενη φωνή: «Έχω αλλάξει τρεις-τέσσερις φορές την ιστορία της μουσικής».

Ο Miles Davis δεν υπήρξε ποτέ μετριόφρων και κυρίως δεν χαριζόταν ποτέ στους υπερόπτες λευκούς. Όσο κι αν ακούγεται εγωκεντρική η παραπάνω δήλωση, έχει μεγάλες δόσεις αλήθειας. Στην καριέρα του ο Miles βρέθηκε πάντα στην πρωτοπορία από την εποχή του bebop και μετά. Του πιστώνεται η γέννηση της cool-jazz στα τέλη της δεκαετίας του 40 (αν και αυτή είναι λίγο πιο σύνθετη ιστορία), η πρωτοβουλία για μια νέα αντίληψη της jazz που βασίζεται στον τροπικό αυτοσχεδιασμό (modal jazz) και όχι στις συνεχείς εναλλαγές στις κλίμακες, κατόπιν οι πρώιμοι πειραματισμοί με τον μινιμαλισμό, το ambient και τα ηλεκτρονικά, το trip στις περιοχές της ψυχεδέλειας που επινόησε το jazz-rock, το jazz-funk και το fusion. Σε όλους αυτούς τους σταθμούς στην ιστορία της jazz, ο Miles βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Έκανε την κίνηση και οι άλλοι ακολουθούσαν. Η λίστα των μουσικών που αναδείχθηκαν από τα σχήματά του και ύστερα εξελίχθηκαν σε αυτοδύναμους masters της jazz, προκαλεί δέος: Gerry Mulligan, Gil Evans, John Coltrane, Red Garland, Paul Chambers, Philly Joe Jones, Sonny Rollins, Cannonball Adderley, Bill Evans, Wayne Shorter, Herbie Hancock, Ron Carter, Tony Williams, John McLaughlin, Chick Corea, Keith Jarrett, Dave Holland, Jack DeJohnette…
Η δισκογραφία του Miles Davis είναι προφανώς ανάλογα πλούσια με την προσφορά του. Στην πραγματικότητα είναι αχανής και εμπλουτίζεται κάθε χρόνο με νέες εκδόσεις. Αποτελείται από τουλάχιστον 60 στούντιο άλμπουμ και 39 ζωντανά άλμπουμ, καθώς και 46 συλλογές, 27 box set, 4 soundtrack.

Για να τιμήσουμε τα 100 χρόνια από τη γέννηση του, επιλέξαμε 11 βασικά στούντιο άλμπουμ από τη δισκογραφία του. 11 δίσκους για να τον προσεγγίσει κανείς ίσως για πρώτη φορά. Παρατίθενται με χρονολογική σειρά:
Birth of the Cool (Capitol, 1957)
Όταν ο Miles Davis ξεκίνησε να ηχογραφεί το Birth of the Cool, ήταν μόλις είκοσι ενός ετών. Tο άλμπουμ ηχογραφήθηκε στην πραγματικότητα οκτώ χρόνια πριν από την κυκλοφορία του to 1957. H πρώτη του εταιρεία (Capitol) συγκέντρωσε αυτές τις ηχογραφήσεις και τις εξέδωσε ερήμην του Miles, βάζοντας τη λέξη “cool” στον τίτλο για να εκμεταλλευθεί εμπορικά τη δημοτικότητα της πιο μελωδικής jazz της Δυτικής Ακτής («cool jazz»), μολονότι ο Miles δεν είχε πολλές ομοιότητες στον ήχο με τρομπετίστες όπως ο Chet Baker. Παρόλα αυτά, θεωρείται δίκαια ένα από τα κορυφαία δείγματα πρωτοποριακός μουσικής των τελών της δεκαετίας του 1940, της post-bebop εποχής, και άσκησε τεράστια επιρροή. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα “Venus de Milo", "Boplicity", "Israel”, "Rouge", "Deception" και "Moon Dreams". Συμμετέχουν οι Lee Konitz (άλτο σαξόφωνο): alto saxophone; Gerry Mulligan (βαρύτονο σαξόφωνο), Al McKibbon, Joe Shulman και Nelson Boyd στο μπάσο, Kenny Clarke και Max Roach στα τύμπανα, Gunther Schuller και Sandy Siegelstein στα κόρνα, Al Haig και John Lewis στο piano, J. J. Johnson και Kai Winding στο τρομπόνι, John Barber (τούμπα).
Relaxin' With The Miles Davis Quintet (Prestige, 1957)
H πρώτη πραγματική μπάντα του Miles αποτελείτο από τον σχετικά άγνωστο τότε τενόρο σαξοφωνίστα John Coltrane, τον πιανίστα Red Garland, τον μπασίστα Paul Chambers και τον Joe Jones στα ντραμς. Κατά τη διάρκεια δύο μεγάλων sessions στο αναγνωρισμένο στούντιο του μηχανικού ήχου Rudy Van Gelder στο Νιου Τζέρσεϊ - τον Μάιο και τον Οκτώβριο του 1956 - ηχογράφησαν τα κομμάτια που έγιναν τα τέσσερα άλμπουμ του κουιντέτου στην εταιρεία Prestige - Workin', Steamin', Relaxin' και Cookin' With The Miles Davis Quintet. Μετά την υψηλή ενέργεια του “Oleo:, το άλμπουμ παίρνει μια πιο cool τροπή στο “It Could Happen To You” των Jimmy Van Heusen και Johnny Burke, για να απογειωθεί χάρη κυρίως στο παίξιμο του Coltrane στο κλασικό bebop "Woody'n You" του Dizzy Gillespie.
Round Midnight (Columbia, 1957)
O Miles έσωσε κυριολεκτικά την καριέρα του, που λίγο έλειψε να καταστραφεί ολοκληρωτικά από την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά και από διάφορες λανθασμένες επιλογές, με την εμφάνισή του στο Φεστιβάλ του Newoport του 1957 με το σχήμα του Thelonious Monk: εκεί μάγεψε το κοινό με μια ανεπανάληπτη εκτέλεση στο “Round Midnight”, γεγονός που του έδωσε νέα ώθηση και του χάρισε και το συμβόλαιό του με την Columbia. Το πρώτο του άλμπουμ στη μεγάλη εταιρεία είχε ως κράχτη το ομώνυμο κομμάτι και μαζί του υπέροχες εκτελέσεις στα “All Of You”, “Bye Bye Blackbird” και “Dear Old Stockholm”, που όλα τους σήμερα θεωρούνται jazz standard. Τον συνοδεύουν οι ίδιοι μουσικοί που είχε τότε στο Κουιντέτο του στην εταιρεία Prestige.
Ascenseur Pour L'Échafaud (Fontana/Columbia, 1958)
Το soundtrack του Miles για το φιλμ νουάρ του Louis Malle έχει αποδειχθεί ένας από τους πιο όμορφους δίσκους του. Η τρομπέτα του δεν έχει ακουστεί ποτέ τόσο έρημη και εγκαταλελειμμένη, ειδικά στο εναρκτήριο κομμάτι, το "Générique", το οποίο είναι αργό, δυσοίωνο και γεμάτο μπλουζ αποχρώσεις. Ακόμα πιο μελαγχολικό είναι το "L'Assassinat De Carala", στο οποίο το κόρνο του Miles συνδυάζεται με νεκρικές συγχορδίες πιάνου για να απεικονίσει μια σκηνή δολοφονίας. Πιο φωτεινές στιγμές μπορούν να βρεθούν, ωστόσο, στα πιο γρήγορα "Diner Au Motel" και "Sur L'Autoroute", τα οποία και τα δύο προωθούνται από το παίξιμο του Kenny Clarke στα ντραμς. Στυλιστικά, το soundtrack ήταν επίσης σημαντικό επειδή απέφευγε το bebop, με τον Miles να προτιμά να υιοθετήσει ένα τροπικό πάιξιμο, στο οποίο οι κλίμακες, αντί των συγχορδιών, έχουν προτεραιότητα. Η τροπική τζαζ θα αποκτούσε μεγάλη επιρροή στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60, ως εναλλακτική λύση στην πυκνή αργκό του bebop. Άνοιξε νέους δρόμους τόσο στη σύνθεση όσο και στον αυτοσχεδιασμό, τους οποίους ο Miles θα εξερευνούσε ξανά στο κομμάτι "Milestones" του 1958 και σε πολύ μεγαλύτερο βάθος έναν χρόνο αργότερα, στο πρωτοποριακό άλμπουμ Kind Of Blue.
Milestones (Columbia, 1958)
Αν και είχε την ατυχία να κυκλοφορήσει έναν χρόνο πριν από το Kind Of Blue και να ξεχαστεί στη σύγκριση, το Milestones ήταν επίσης εντυπωσιακό. Με τους ίδιους περίπου μουσικούς, εκτός από τον Jimmy Cobb που αντικατέστησε τον Philly Joe Jones και τον Bill Evans που αντικατέστησε τον Red Garland στο πιάνο, αυτή η ηχογράφηση ήταν αποδοτική από κάθε άποψη. Ίσως είναι επισκιασμένο λίγο από την επιτυχία του Kind Of Blue, παρόλα αυτά περιείχε το πρώτο τροπικό κομμάτι του Miles (το ομώνυμο). Το Milestones γενικά κυλάει ομαλά με τους Davis, Cannonball και Coltrane να βρίσκονται όλοι σε άριστη φόρμα. Κορυφαία στιγμή το “Sid's Ahead”, μια «συναρπαστική άσκηση ρυθμικής έντασης με χαλαρή αίσθηση», όπως αναφέρεται στις σημειώσεις του δίσκου, ένα μπλουζ που σιγοβράζει για 13 λεπτά.
Kind of Blue (Columbia, 1959)
Το Kind of Blue ξεπερνά τον χρόνο. Κυκλοφόρησε το 1959 και δεν έχει παλιώσει ούτε μια μέρα. Αυτού του είδους η αντοχή προσδίδει στους δίσκους μια εντελώς διαφορετική γοητεία. Οι ερμηνευτές εδώ είναι απλώς ένα από τα μεγαλύτερα σεξτέτα όλων των εποχών: John Coltrane, Cannonball Adderley, Jimmy Cobb, Bill Evans, Paul Chambers, Wynton Kelly. Κάθε μουσικός είναι δεξιοτέχνης, όμως κανένας τους δεν επιδεικνύει το ταλέντο του άσκοπα. Είναι μια απρόσκοπτη επικοινωνία, αποτέλεσμα της τεράστιας κατανόησης μεταξύ των ερμηνευτών υπό την κυριαρχία του αυτοσχεδιασμού. Το Kind of Blue δεν είναι εντελώς αυτοσχεδιαστικό. Υπάρχουν κάποιες καθορισμένες αλλαγές συγχορδιών και μερικά από τα μελωδικά θέματα είχαν σκιαγραφηθεί πριν από την ηχογράφηση. Αυτό που κάνει η modal jazz είναι να εντείνει τη σημασία της μελωδίας, ενώ παράλληλα προκαλεί τους ερμηνευτές να εξερευνήσουν μελωδικές δυνατότητες που δεν μπορούν να προκύψουν όταν είσαι δεμένος με τις συγχορδίες. Περιλαμβάνοντάς ορισμένα από τα πιο κλασικά κομμάτια του ρεπερτορίου jazz (“So Wthat?”, “Freddie Freeloader”, “All Of Me”), το Kind of Blue είναι μια απόδειξη ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.
Sketches Of Spain (Columbia, 1960)
Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, η μουσική στο Sketches Of Spain επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από ισπανικές συνθέσεις. Μάλιστα, το "Concierto de Aanjuez" (Adagio) γράφτηκε από τον Ισπανό συνθέτη Joaquin Rodrigo και το δεύτερο κομμάτι, το "Will O' The Wisp", είναι ένα απόσπασμα από το μπαλέτο El Amor Brujo (Love By Sorcery) του Manuel de Falla. Ως πρώτο και δεύτερο κομμάτι της ηχογράφησης αντίστοιχα, έδωσαν τη διάθεση για το υπόλοιπο άλμπουμ και προφανώς επηρέασαν τις δικές του συνθέσεις του συνθέτη και ενορχηστρωτή Gil Evans, οι οποίες αποτέλεσαν τα τρία υπόλοιπα κομμάτια του άλμπουμ. Στο Sketches Of Spain ο Miles παίζει τόσο τρομπέτα όσο και φλούγκελχορν. Το παίξιμό του άλλοτε είναι απίστευτα έντονο και δραματικό (“Solea”) και άλλοτε ιδιαίτερα γλυκό (“Saeta”). Από κάποιους θεωρήθηκε ως το φλερτ του Davis με το «τρίτο ρεύμα της jazz», με τις απόπειρες δηλαδή να συνδυαστεί η jazz με τις φόρμες της κλασικής μουσικής. Παρόλα αυτά, οι συνθέσεις είναι εμφανώς επηρεασμένες από το φλαμένκο, μια γνήσια λαϊκή μουσική.
ESP (Columbia, 1965)
Το ESP, που κυκλοφόρησε το 1965, είναι το πρώτο από τα έξι στούντιο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το Δεύτερο Μεγάλο Κουιντέτο του Miles Davis μεταξύ 1965 και 1968. Την περίοδο αυτή ο Miles έχτισε έναν ριζικά διαφορετικό ήχο. Το 1963, προσέλαβε τους Herbie Hancock (κίμπορντς), Ron Carter (μπάσο) και Tony Williams (ντραμς), με τον σαξοφωνίστα και συνθέτη Wayne Shorter να εντάσσεται στο συγκρότημα στα τέλη του 1964. Το συγκρότημα ενσωμάτωσε τη «νέα» μουσική που προερχόταν από τους John Coltrane και Ornette Coleman σε αυτό που ο ίδιος ο Miles ονόμασε «ελεγχόμενη ελευθερία» - ένα αμάλγαμα bop και νέας μουσικής που είχε ως αποτέλεσμα μια νέα μορφή αυτοσχεδιασμού. Tα στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος περιείχαν πρωτότυπες συνθέσεις από τα μέλη του συγκροτήματος - ιδιαίτερα κομμάτια γραμμένα από τον Shorter – πάνω στα οποία αυτοσχεδίαζαν «ελεγχόμενα». Το ESP αποδεικνύεται πιο «δημοκρατικό» από τους δίσκους που ακολούθησαν, με μερικές συνθέσεις Shorter (συμπεριλαμβανομένου του ομώνυμου κομματιού) και με συνεισφορές από τα υπόλοιπα μέλη. Ενώ το κουιντέτο εξακολουθούσε να αναπτύσσει το στυλ του, η αρχική του προσπάθεια αντανακλά μια σημαντική απόκλιση από τις bop επιρροές. Πιο εγκεφαλική, και σε σημεία πιο «σιωπηλή», από την mainstream jazz των mid 60’s, η μουσική αγκάλιασε ασυνήθιστες (για την εποχή) συνθετικές δομές. Μεγάλο μέρος αυτού που γνωρίζουμε ως σήμερα ως «Ήχος της ECM» έχει τις ρίζες του σε αυτές τις τεχνικές.
In a Silent Way (Columbia, 1969)
Το In a Silent Way είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά και ιδιότροπα άλμπουμ του Miles Davis. Η μουσική δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου σαν «jazz». Έχει στοιχεία rock και funk, αλλά ούτε εκεί μπορείς να το κατατάξεις. Με τρεις κιμπορντίστες (Chick Corea, Herbie Hancock και Joe Zawinul), τα εξαιρετικά μινιμαλιστικά ντραμς και τις στατικές αρμονίες, το άλμπουμ ακούγεται περισσότερο σαν ambient ηλεκτρονική μουσική παρά οτιδήποτε άλλο. Δύο από τα τρία «τραγούδια» δημιουργήθηκαν από επεξεργασία κασέτας σε μεταπαραγωγή, κάνοντάς τα ουσιαστικά remix του εαυτού τους. Κι όμως, η μουσική όπως ερμηνεύτηκε, ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσχεδιαστική. Παίζουν ακόμα οι Tony Williams (ντραμς), Wayne Shorter (σαξόφωνο) Dave Holland (μπάσο).
Bitches Brew (Columbia, 1970)
Αν το εξώφυλλο ενός άλμπουμ θα μπορούσε να απεικονίσει τέλεια τον ήχο του, τότε αυτό το άλμπουμ θα ήταν το Bitches Brew. Το εξώφυλλό του αποτυπώνει δύο κόσμους: έναν που εμφανίζεται στο διάστημα, με στροβιλισμούς ψυχεδέλειας και αφρικανικής μαγείας βουντού, και έναν στη γη, με ένα αφρικανικό ζευγάρι να κοιτάζει τους ανήσυχους ορίζοντες, αντιπαραβάλλοντας το φως με το σκοτάδι. Το Bitches Brew ακουγόταν το 1970 το ίδιο προκλητικό. Συνδυάζοντας στοιχεία ελεύθερης και εντελώς αυτοσχεδιαστικής jazz με avant-funk, ψυχεδελικό rock και την καινοτομία στο στούντιο που αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '60, το άλμπουμ άνοιξε απροσμέτρητες προοπτικές τόσο για την jazz, όσο και για το rock, ακόμα και για το funk. Ίσως το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του είναι το πόσο ογκώδες ακούγεται. Το ρυθμικό τμήμα αποτελούνταν από δύο μπάσα (ένα ηλεκτρικό και ένα κοντραμπάσο) και δύο έως τρεις ντράμερ, ανάλογα με το τραγούδι, που έπαιζαν όλοι ταυτόχρονα. Τα επαναλαμβανόμενα groove έδωσαν αρκετό χώρο σε όλους τους άλλους να λάμψουν ως σολίστες. Αυτό είναι το κέντρο του αυτοσχεδιασμού, ο οποίος παίρνει δραστικές και έξυπνα απροσδόκητες στροφές σε διαφορετικά εδάφη - μερικά θορυβώδη, που ακούγονται περισσότερο σαν free jazz παρά σαν fusion, και μερικά πιο ήπια, όπως το πιο μελωδικό και αργό τέλος του ”Sanctuary”. Εκτός από τη rhythm section, τα γεμίσματα της κιθάρας του McLaughlin κυριαρχούν στο άλμπουμ, ενισχύοντας το latin-funk στοιχείο, ο Wayne Shorter είναι χείμαρρος το σαξόφωνο και οι Zawinul και Corea μεγαλουργούν στα ηλεκτρονικά πιάνα. Το ευρύ φάσμα των μουσικών και η κρίσιμη σημασία του ρυθμού ως κινητήριου μέρους των ηχογραφήσεων, άνοιξαν τον ήχο του Bitches Brew προς κάθε κατεύθυνση.
On the Corner (Columbia, 1972)
To On the Corner είναι μάλλον αδικημένο άλμπουμ. Η φήμη του δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Σίγουρα όχι μεταξύ των πιο παραδοσιακών ακροατών της jazz. Άλλοι πάλι το θεώρησαν κατά πολύ κατώτερο σε σχέση με τα In a Silent Way και Bitches Brew που είχαν προηγηθεί. Τέλος, το όντως απαίσιο εξώφυλλο επίσης αποθάρρυνε πολλούς. Στο On the Corner ο Miles δανείστηκε -θεωρητικά- ιδέες από μουσικούς όπως οι Stockhausen (κάτι που μάλλον δεν φαίνεται σε ένα fusion-funk άλμπουμ), Ornette Coleman, James Brown, Sly Stone και Jimi Hendrix. Με αυτά τα υλικά έφτιαξε ένα αρκετά καινοτόμο και ορμητικό δίσκο, ο οποίος θα προοικονούμσε (και θα επηρέαζε) τους Head Hunters του Herbie Hancock – ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, γνωρίζοντας πολύ μεγάλη επιτυχία. Κομμάτια όπως το "One on One", με το υπνωτικό και δυνατό ηλεκτρικό μπάσο του και το "Black Satin" με τον συναρπαστικό funk ελικοειδή ρυθμό του, είναι από τα καλύτερα της ύστερης εποχής του Miles.






