Chris Isaak – Chris Isaak
Ό,τι πιο κοντινό θα δεις σε Elvis με αέρα νοσταλγικό και έναν rockabilly ήχο που πάντα θα γοητεύει. Ρομαντικός με όλη την εφηβεία σου στο τσεπάκι του, σημάδεψε την νεότητα σου με τα “Blue Hotel” και το “Wicked Game”, αλλά εδώ θα σου μιλήσω για το άλμπουμ στο οποίο ανήκει το πρώτο. Το ομώνυμο άλμπουμ του Chris Isaak στο οποίο ο ίδιος αρχίζει να αποκτά τη δική του ταυτότητα και παρουσιάζεται ως ένας ώριμος πια δημιουργός με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στις μελωδίες και στις ενορχηστρώσεις του. Ατμόσφαιρα νυχτερινής μελαγχολίας με μοναχικούς έρωτες, απογοητεύσεις και μια αίσθηση διαρκούς συναισθηματικής αναζήτησης θα βρεις εδώ, τη φωνή του Isaak να παραμένει βαθιά επηρεασμένη από τον Roy Orbison και τον πολύ σημαντικό James Calvin Wilsey στην κιθάρα με echo και reverb που δημιουργούν το χαρακτηριστικό “στοιχειωμένο” ηχητικό τοπίο του δίσκου. Εδώ όπως αναφέρθηκε “κείται” το “Blue Hotel”, από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του πριν από το “Wicked Game” που κατέκτησε την υφήλιο με την ακαταμάχητη noir ατμόσφαιρά του, το δυνατό γεμάτο ένταση και θυμό “You Owe Me Some Kind of Love” που ξέφυγε από τον συνηθισμένο ήχο του Isaak και η διασκευή του “Heart Full of Soul” με μια πιο ατμοσφαιρική διάσταση στο κλασικό τραγούδι των The Yardbirds. Μελαγχολικό rockabilly, noir rock και ρομαντικές μπαλάντες με κινηματογραφική αίσθηση από το μακρινό 1987. Ό,τι πρέπει.
Einstürzende Neubauten – Rampen (apm: alien pop music)
Δεν είναι ο αγαπημένος μου δίσκος των Einstürzende Neubauten, είναι, όμως, χωρίς αμφιβολία μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες της ύστερης καριέρας τους, με έναν όρο που επινόησαν οι ίδιοι στον τίτλο για τον ήχο τους, apm: alien pop music, και τον Hacke στην τελευταία του στούντιο εμφάνιση με τους Neubauten ύστερα από περίπου 45 χρόνια παρουσίας στο συγκρότημα ως μόνιμο μέλος της μπάντας. Είναι ο δίσκος που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της setlist τους στην τουρνέ του 2026 και αυτός που αποδεικνύει ότι η δημιουργική περιέργεια των Neubauten παραμένει αμείωτη έπειτα από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες πορείας. Εδώ η ωμή βιομηχανική βία των πρώτων χρόνων και ο θόρυβος μπαίνουν στην άκρη. Το υλικό αντλείται από αυτοσχεδιασμούς που πραγματοποιήθηκαν κατά την περιοδεία του 2022. Η μπάντα μετατρέπει αυτές τις “ράμπες εκτόξευσης” ιδεών σε ολοκληρωμένες συνθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ισορροπεί ανάμεσα στον πειραματισμό και τη μελωδία κρατώντας ακέραιη την ταυτότητα της μπάντας. Ο Blixa Bargeld επιβλητικός και θεατρικός όπως πάντα, με μεγαλύτερη έμφαση στον λόγο, στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα παρά στην πρόκληση. Οι μεταλλικοί ήχοι, τα αυτοσχέδια κρουστά και οι ηλεκτρονικές υφές και πάλι εδώ, όμως, με μέτρο, σε δεύτερο ρόλο κι όχι πρωταγωνιστικό. Τα “Wie Lange Noch”, “Ist Ist” και “Trilobiten” ξεχωρίζουν για τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν την παλιά βιομηχανική αισθητική των Neubauten με μια σχεδόν ποιητική ωριμότητα. Δίσκος που μοιάζει με ηχητική αρχιτεκτονική: οι ήχοι χτίζονται αργά, δημιουργούν χώρους και εντάσεις, και στη συνέχεια καταρρέουν ή μεταμορφώνονται απρόβλεπτα. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του “Rampen” είναι ότι δεν ακούγεται σαν έργο ενός συγκροτήματος που αναπολεί το παρελθόν του, αλλά μιας μπάντας που σταθερά εκτός εμπορικών κλισέ και επιταγών αναζητεί νέες μορφές έκφρασης με τον ίδιο ανήσυχο τρόπο που το έκανε το 1980, αλλά πλέον με τη σοφία και την αυτοπεποίθηση που χαρίζει ο χρόνος.
Kneecap – Fenian
Οι Kneecap επιστρέφουν με νέο δίσκο και νέα συναυλία στην Ελλάδα για μια απολαυστική δεύτερη εμφάνιση με νέο υλικό. Στο “Fenian” οι Kneecap παραμένουν πολιτικοί κι εκρηκτικοί, ίσως μάλιστα ο δίσκος αυτός είναι πιο σκοτεινός και πιο φορτισμένος πολιτικά αν σκεφτεί κάποιος τις δικαστικές περιπέτειες, τις πολιτικές αντιδράσεις, τις ακυρώσεις εμφανίσεων και την ξαφνική διεθνή προβολή. Τα εκρηκτικά beats, οι rave επιρροές, η punk ένταση και εναλλαγή αγγλικών και ιρλανδικών στίχων, παραμένουν, σαν να υπάρχει, όμως, εδώ μεγαλύτερη έμφαση στην ατμόσφαιρα και στη δραματικότητα. Κομμάτια όπως τα “Liars Tale” και “Smugglers & Scholars” δείχνουν μια πιο ώριμη πλευρά των Kneecap, χωρίς να χάνουν τον προκλητικό χαρακτήρα τους. Η παραγωγή του Dan Carey ορίζει ένα πιο πυκνό και επιθετικό ηχητικό πλαίσιο, με στοιχεία acid house, trap και βιομηχανικής ηλεκτρονικής μουσικής. Παρά την πολιτική οργή, υπάρχουν στιγμές ανασφάλειας, παράνοιας και προσωπικής θλίψης που δίνουν μεγαλύτερο βάθος στο έργο. Ιδιαίτερα το κλείσιμο με το “Irish Goodbye” παρουσιάζεται από αρκετούς κριτικούς ως μία από τις πιο ανθρώπινες και συγκινητικές στιγμές της καριέρας τους, με τον Moglai να γράφει το τραγούδι αυτό για την μητέρα του που αυτοκτόνησε μετά από μάχη με κατάθλιψη. Το “Fenian” αναμφισβήτητα είναι ο δίσκος μιας παρέας λιγότερο αυθόρμητης πια που συνειδητοποιεί ότι έχει μετατραπεί σε πολιτισμικό σύμβολο και προσπαθεί να διαχειριστεί το βάρος αυτού του ρόλου.
David Byrne – Who Is The Sky?
Το “Who Is the Sky?” μοιάζει με τον δίσκο ενός καλλιτέχνη που δεν ενδιαφέρεται πια να αποδείξει τίποτα. Ο David Byrne, μετά την τεράστια επιτυχία του “American Utopia”, επιστρέφει με ένα έργο πιο παιχνιδιάρικο, πιο θεατρικό και αισθητά λιγότερο πολιτικό. Αν το προηγούμενο άλμπουμ είχε τη μορφή ενός συλλογικού καλέσματος προς έναν καλύτερο κόσμο, το “Who Is the Sky?” μοιάζει περισσότερο με μια περιπλάνηση μέσα στις μικρές παραξενιές της καθημερινής ζωής. Εδώ ο David Byrne συνεργάζεται με τους Ghost Train Orchestra και τον παραγωγό Kid Harpoon και η μουσική του αποκτά έναν ζεστό, σχεδόν κινηματογραφικό χαρακτήρα. Πνευστά, έγχορδα, λατινοαμερικανικοί ρυθμοί, art-pop ενορχηστρώσεις και θεατρικές λεπτομέρειες σαν ένας πιο εξωστρεφής συγγενής του Byrne να παίρνει τη σκυτάλη. Χιούμορ, παράλογες εικόνες, σχεδόν παιδική αισιοδοξία -που κάποιους κουράζει- και στιγμές αυτοσαρκασμού. Ένας δίσκος που αντιμετωπίζει την καθημερινότητα σαν παράξενο θέατρο και προσπαθεί να βρει χαρά μέσα στην αβεβαιότητα. Στα 70+ του χρόνια, ο Byrne εξακολουθεί να ακούγεται ανήσυχος, δημιουργικός και πρόθυμος να ρισκάρει την αμηχανία προκειμένου να παραμείνει αυθεντικός. Αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό. Ίσως όχι το πιο βαθύ ή το πιο συγκλονιστικό έργο της καριέρας του, αλλά ένας ζωντανός, ευφάνταστος και συχνά γοητευτικός δίσκος που θυμίζει γιατί ο David Byrne παραμένει μία από τις πιο ιδιόρρυθμες και δημιουργικές προσωπικότητες της σύγχρονης μουσικής.
Stylianos Ou & The Cortisol Cows – Rotten
Bαθιά δεμένο με μια σύγχρονη ελληνική εμπειρία απογοήτευσης, πολιτισμικής κόπωσης και μαύρου χιούμορ, σαν alt-country γραμμένη σε πολυκατοικίες της Αθήνας, ανάμεσα σε Airbnb, λογαριασμούς, υπαρξιακές κρίσεις και συζητήσεις που ξεκινούν ως αστεία και καταλήγουν μεταφυσικές, το Rotten σκάει ως ένας δίσκος σκοτεινός, λυρικός, σαρκαστικός και παράξενα τρυφερός, που επιβεβαιώνει ότι οι Stylianos Ou & The Cortisol Cows είναι από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις της σύγχρονης ελληνικής ανεξάρτητης σκηνής. Στέλιος Παπαγρηγορίου και μια κολεκτίβα που κινείται ανάμεσα στο τραχύ εναλλακτικό ροκ ύφος της δεκαετίας του 1990, επιρροές από indie folk και americana και μια οικεία lo-fi και garage ατμόσφαιρα. Η μοναξιά, η απώλεια και το μαύρο χιούμορ στους στίχους σε συνδυασμό με την ειλικρινή και ευάλωτη ερμηνεία στα φωνητικά και τις ηχητικές αντιθέσεις αποτυπώνονται σε ένα βαθιά προσωπικό και αδιαπραγμάτευτο αφήγημα μέσα από απαλούς ψιθύρους. Τσέλο, βιολί, μπάντζο και ηλεκτρικές κιθάρες χτίζουν folk ιστορίες στις οποίες συνυπάρχουν ο πόνος, η μελαγχολία η τρυφερότητα κι ο κυνισμός, η λογοτεχνική ειρωνεία και το υπαρξιακό σχόλιο. Στέλιος Παπαγρηγορίου ξεκάθαρα πιο ώριμος, απελευθερωμένος και συγκεντρωμένος, σαν να μαζεύει τη χαοτική ενέργεια του “Fucked Forever” και να την οργανώνει σε ένα άλμπουμ με περισσότερη συνοχή που ίσως του λείπει η εφηβική έκρηξη του πρώτου, συναντά το νόημα, όμως, της επόμενης μέρας και απολαμβάνει τη σιγουριά της “μετεφηβείας” που αποτυπώνει με τον πιο εύστοχο τρόπο τις αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής.

