Όσοι μπήκαν πραγματικά μέσα στη μουσική των Elysian Fields δύσκολα ξέφυγαν ποτέ από αυτήν. Με συνοδοιπόρους τους τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία, τη ποίηση, τον κινηματογράφο, τον αισθησιασμό της Billie Holiday, την σκοτεινιά του Nick Cave, την avant garde ελευθερία του Captain Beefheart και τις μεταμεσονύκτιες περιπλανήσεις τους στη Νέα Υόρκη των μέσων του ’90, δημιούργησαν έναν κόσμο που δεν ενδιαφερόταν να γίνει κατανοητός, μα να αφομοιωθεί μέσα στις ανθρώπινες ψυχές. «Αυτό στο οποίο επιλέγουμε να δίνουμε προσοχή διαμορφώνει τελικά το ποιοι είμαστε», μου λέει η Charles κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, σαν να προσπαθεί να υπενθυμίσει ότι η τέχνη κάποτε λειτουργούσε ως τρόπος να αντιληφθείς τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναφορές τους ξεκινούν από τον Serge Gainsbourg και τον Messiaen και φτάνουν μέχρι τον Goya, τον Fellini και το Dream Of The Red Chamber.
Αρνούνται προκλητικά έως σήμερα να αποκτήσουν μια ταμπέλα έχοντας εκείνη τη σπάνια ποιότητα που έχουν οι πραγματικά ιδιοσυγκρασιακοί καλλιτέχνες όταν δεν ακολουθούν το zeitgeist. Όταν τους ρωτώ για εκείνη τη Νέα Υόρκη των ’90s, τότε που σχεδόν κάθε μουσικός είχε ανάγκη να ανήκει κάπου, η Jennifer Charles απαντά πως ποτέ δεν ένιωσε περιορισμένη σε κάποιο μουσικό είδος, γιατί ανέκαθεν την έλκυαν “τα περιθώρια και οι outsiders”. Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν μιλούν για τον κινηματογράφο. Ο Oren Bloedow αναφέρει τον Fellini σχεδόν αντανακλαστικά, ενώ η Jennifer Charles απαριθμεί σκηνοθέτες όπως ο David Lynch, ο Jim Jarmusch, ο Wim Wenders, ο Leos Carax και ο Γιώργος Λάνθιμος σαν να μου περιγράφουν εξ αίματος, συγγενείς της μουσικής τους.
Υπάρχει μια σκέψη που περιστρέφεται στο μυαλό μου όσο μιλάμε. Όταν αναφέρω τον Steve Albini και τον θρυλικό πλέον ακυκλοφόρητο δίσκο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ εξαιτίας της πίεσης της δισκογραφικής, ο Bloedow δεν απαντά με πικρία ούτε με τον συνηθισμένο γίγνεσθαι της καλλιτεχνικής ακεραιότητας. Μιλά περισσότερο σαν άνθρωπος που έχει καταλάβει πόσο περίπλοκες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Θυμάται τον Albini με βαθιά τρυφερότητα και ονειρεύεται φωναχτά ένα παράλληλο σύμπαν όπου ο δίσκος θα είχε μοιραστεί ανάμεσα στον ίδιο και τον Robin Guthrie των Cocteau Twins.
Αυτή η μοιρασιά ήταν για εμένα μια υπενθύμιση ότι ένα τραγούδι δεν χρειάζεται να εξηγείται πλήρως για να σε ακολουθεί για πάντα. Ότι η ευαισθησία δεν είναι αδυναμία και η αισθητική δεν είναι επιφάνεια. Ότι υπάρχουν ακόμη καλλιτέχνες που δεν ενδιαφέρονται να κατακτήσουν τον κόσμο αλλά να δημιουργήσουν έναν. Και εκείνοι, δεν στέκονται στο κέντρο της σκηνής, προτιμούν να είναι φως που τρεμοπαίζει στις γωνίες της.

- Καλωσορίσατε στο Avopolis Music Network, παιδιά! Με την επικείμενη επίσκεψή σας στην Ελλάδα, είναι μεγάλη μας χαρά να μοιραστούμε κάποιες σκέψεις μαζί σας! Ας ξεκινήσουμε Πίσω στα μέσα των ’90s στη Νέα Υόρκη, πολλοί μουσικοί έμοιαζαν να έχουν μια επείγουσα ανάγκη να ανήκουν κάπου. Εσείς πάντα φαινόταν να στέκεστε στο περιθώριο, όμως πιστεύω ότι βλέπατε τα πράγματα πιο καθαρά από τους περισσότερους. Απολαμβάνατε αυτή τη θέση του «παρατηρητή» ή ήταν κάτι που προέκυψε φυσικά χωρίς να το επιδιώκετε συνειδητά;
JC: Δεν ένιωσα ποτέ περιορισμένη σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ή σκηνή, καθώς ανέκαθεν με έλκυαν τα περιθώρια και οι outsiders. Έχω συνειδητοποιήσει πως το αληθινό αίσθημα του ανήκειν είναι μια εσωτερική, διαρκώς διευρυνόμενη κατάσταση του νου, που σου επιτρέπει να κινείσαι και να εκτιμάς διαφορετικούς κόσμους. Τόσο η παρατήρηση όσο και η συμμετοχή είναι ουσιώδεις είτε βρίσκεσαι μέσα στην καρδιά της δράσης είτε παρακολουθείς από απόσταση, η πιο σημαντική συνειδητοποίηση είναι η εξής, όταν αισθάνεσαι ασφαλής με αυτό που είσαι, δεν χρειάζεται ποτέ να ανησυχείς για το αν ταιριάζεις κάπου.
ΧΕ: Η Jennifer είχε πει κάποτε ότι «η μουσική είναι το πιο άμεσο μονοπάτι προς την αλήθεια». Σήμερα αυτό σχεδόν ακούγεται αιρετικό, αφού τα περισσότερα τραγούδια μοιάζουν σχεδιασμένα για δεκαπέντε δευτερόλεπτα προσοχής. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη μουσική αποφεύγει πλέον την ουσία και το βάθος;
JC: Δεν νιώθω πως είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να μιλήσω εκ μέρους του σημερινού zeitgeist. Πιστεύω όμως ότι τέτοιες μετατοπίσεις υπήρχαν πάντα, ειδικά όταν το εμπόριο γίνεται ο καπετάνιος που καθοδηγεί το πλοίο. Ζούμε έναν σκληρό πόλεμο για την προσοχή μας. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, γιατί αυτό στο οποίο επιλέγουμε να δίνουμε προσοχή διαμορφώνει τελικά το ποιοι είμαστε.
- Η ιστορία του ακυκλοφόρητου άλμπουμ με τον Steve Albini έχει εξελιχθεί σχεδόν σε αστικό μύθο για όσους σας ακολουθούν εδώ και χρόνια. Μια μεγάλη δισκογραφική ζητά πιο εμπορικό ήχο και μια μπάντα αρνείται να προδώσει το ένστικτό της. Αν μπορούσατε να επιστρέψετε πίσω, θα κάνατε ακριβώς την ίδια επιλογή;
OB: Είμαι βέβαιος ότι σήμερα θα απαντούσαμε διαφορετικά στον Gary, τον πρόεδρο της δισκογραφικής μας. Θα μπορούσαμε να βρούμε κοινό έδαφος χωρίς να συμβιβάσουμε τον δίσκο. Νιώθω μια θλίψη όταν σκέφτομαι τον θάνατό του τόσες δεκαετίες μετά, και ακόμη περισσότερο τον θάνατο του Steve. Ο Steve ήταν ένας πραγματικά ξεχωριστός άνθρωπος. Κοιτώντας πίσω, εκείνος ο δίσκος θα γινόταν είτε με τον Steve είτε με τον Robin Guthrie των Cocteau Twins. Νομίζω πως αν τελικά κάναμε έξι τραγούδια με τον κάθε παραγωγό, θα ήταν ό,τι πιο υπέροχο μπορούσε να συμβεί. Και ο Gary θα το είχε πραγματικά αγαπήσει.
- Οι επιρροές σας μοιάζουν αντιφατικές, κι όμως somehow λειτουργούν μαζί. Billie Holiday δίπλα στον Captain Beefheart, Serge Gainsbourg δίπλα στον Messiaen και τον Nick Cave. Πότε σταματήσατε να κρύβεστε πίσω από την ανάγκη της «συνοχής»;
JC: Για μένα, αυτό το εκλεκτικό μείγμα παθών και επιρροών δεν υπήρξε ποτέ αντιφατικό. Πάντα άνθιζα μέσα από πολυδιάστατα ενδιαφέροντα, οπότε με μπερδεύει η ιδέα του «να κρύβεσαι πίσω από τη συνοχή». Κάθε τραγούδι είναι το δικό του ξεχωριστό σύμπαν. Δεν έχω καμία επιθυμία να κρυφτώ μέσα σε αυτά, εκτός αν το απαιτεί πραγματικά η ιστορία του κομματιού. Αν αισθάνεστε μια συνεκτική γραμμή στο έργο μας, αυτό είναι απλώς το φυσικό αποτέλεσμα του να είμαστε ο εαυτός μας.
- Στο Queen Of The Meadow, η αισθησιακή διάσταση συναντούσε μια υπόγεια αίσθηση παρακμής. Όταν ο Robert Wilson χρησιμοποίησε το "Rope Of Weeds" στο έργο του, νιώσατε ότι κάποιος έξω από τον χώρο της μουσικής είχε κατανοήσει πλήρως το έργο σας και την παρουσία πίσω από αυτό;
OB: Ο Bob Wilson είναι φυσικά ένας θρύλος. Είναι επίσης πολύ σημαντικό για εμάς ότι ο σπουδαίος Hal Wilner, που συνεργαζόταν με τον Bob σε εκείνο το project, μας συμπεριέλαβε σε τόσα πολλά πράγματα! Συναυλίες αφιερωμένες σε καλλιτέχνες όπως ο Randy Newman, σε εκείνη μάλιστα ήμουν μουσικός διευθυντής, Halloween shows, άλμπουμ όπως το tribute στον T.Rex με τους U2 και τον Nick Cave, τέτοιου είδους πράγματα. Ο Hal είναι ακόμη ένας άνθρωπος που έφυγε, ήταν ο Covid. Μας λείπει αφάνταστα και προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε όλους να ανακαλύψουν το έργο του.
- Συνεργαστήκατε με ανθρώπους όπως ο John Zorn, ο Marc Ribot και ο John Lurie, καλλιτέχνες που ποτέ δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα να νοιάζονται για το αν η μουσική τους είναι εμπορική ή εύκολα «καταναλώσιμη». Νιώθετε ότι αυτού του είδους η ελευθερία λείπει από τη σημερινή σκηνή;
JC: Αν κοιτάξουμε τις κυρίαρχες πολιτισμικές τάσεις, συμφωνώ ότι οι σύγχρονοι δημιουργοί συχνά στερούνται μιας συγκεκριμένης ελευθερίας. Ζούμε στην εποχή της influencer κουλτούρας, όπου οι αλγόριθμοι επιβραβεύουν τη συμμόρφωση. Κι όμως, αν ψάξει κανείς βαθύτερα, μπορεί ακόμη να βρει καλλιτέχνες που δημιουργούν άφοβα, αδιαφορώντας για την απόρριψη. Μακάρι περισσότεροι γνωστοί καλλιτέχνες με μεγαλύτερες πλατφόρμες να έπαιρναν παρόμοια ρίσκα. Τελικά, η δημιουργική ελευθερία είναι απαραίτητη για μια υγιή κοινωνία.
- Αν ήσασταν soundtrack ταινίας και έπρεπε να επιλέξετε έναν σκηνοθέτη, ποιος θα ήταν και γιατί;
OB: Νομίζω πως θα δίναμε διαφορετικές απαντήσεις, αν και αν δεν περιοριζόμασταν στους εν ζωή σκηνοθέτες, στοιχηματίζω ότι και οι δύο θα λέγαμε τον Fellini.
JC: Νομίζω ότι η μουσική μας ταιριάζει φυσικά με τον κινηματογράφο και θα μπορούσε να λειτουργήσει ιδανικά με ένα ευρύ φάσμα σκηνοθετών. Μας φαίνεται απίστευτο που δεν μας προσεγγίζουν περισσότερο για να συνθέσουμε μουσική για ταινίες ή να αδειοδοτήσουν υπάρχοντα κομμάτια μας, αν και για να είμαι ειλικρινής, δεν το έχουμε κυνηγήσει ιδιαίτερα. Οι EF ήταν πάντα ένα εγχείρημα του τύπου “if you know, you know”. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν τόσοι πολλοί σκηνοθέτες των οποίων η οπτική αισθητική πιστεύουμε ότι θα ταίριαζε ιδανικά με τον ήχο μας. Θα θέλαμε πολύ να συνεργαστούμε με δημιουργούς όπως ο Guillermo del Toro, ο Γιώργος Λάνθιμος, ο Wim Wenders, ο Jim Jarmusch, ο Michael Haneke, ο Alfonso Cuarón, η Lynne Ramsay, η Chloé Zhao, ο Pedro Almodóvar, ο Leos Carax, ο Olivier Assayas ή ο Luca Guadagnino. Μεγάλοι δημιουργοί που έφυγαν, όπως ο Abbas Kiarostami και ο David Lynch, θα ήταν ένα όνειρο, αλλά όταν μιλάμε για τον απόλυτο γάμο κινηματογράφου και μουσικής, το αξεπέραστο έργο του Nino Rota με τον Federico Fellini παραμένει το δικό μας σημείο αναφοράς.
- Στο Last Night On Earth συνεργαστήκατε ξανά με μουσικούς από εντελώς διαφορετικούς κόσμους, από τους Antibalas μέχρι ανθρώπους που είχαν δουλέψει με τον Bon Iver και τους Antony and the Johnsons. Τι είναι αυτό που πραγματικά αναζητάτε σε έναν συνεργάτη;
OB: Το καλύτερο είναι όταν ο άλλος φέρνει ένα θέμα ή έναν χαρακτηριστικό ήχο που ενισχύει αυτό που έχουμε ήδη γράψει. Κάποιοι μουσικοί, όπως ο κοινός μας αγαπημένος Ed Pastorini (101 Crustaceans), μοιάζουν να το πετυχαίνουν σχεδόν κάθε φορά που τους καλούμε να συμμετάσχουν. Αξίζει επίσης πολύ να ανακαλύψει κανείς και τη δική του μουσική.
- Ο Oren είχε πει κάποτε ότι αυτό που αναζητά είναι «μια στιγμή που διαστέλλει τον χρόνο». Ποιο από τα τραγούδια σας πλησίασε περισσότερο αυτή την ιδέα;
OB: Τα “Pack These Boxes”, “We’re In Love”, “Before The Crashing Waves” είναι μερικά που μου έρχονται στο μυαλό. Αν πρέπει να διαλέξω ένα τραγούδι κάποιου άλλου δημιουργού, θα έλεγα πως το “Julia” του John Lennon είναι ένα πανέμορφο παράδειγμα.
- Το “Duel With Cudgels” δανείζεται τον τίτλο του από έναν πίνακα του Goya. Η μουσική σας βρισκόταν πάντα σε διάλογο με τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τον κινηματογράφο. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη pop κουλτούρα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τις υπόλοιπες τέχνες;
JC: Μόλις χθες βρισκόμασταν στη Μαδρίτη και για ακόμη μία φορά βρέθηκα μπροστά στις Μαύρες Ζωγραφιές του Goya. Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη που εξακολουθούμε να έχουμε πρόσβαση σε τόσο σπουδαία έργα. Υπάρχει ακόμη τόσο πολύ υλικό μέσα στην ιστορία της δημιουργίας που μπορεί να εμπνεύσει και να εξερευνηθεί. Ίσως αυτός να είναι και ο ρόλος του ποιητή, να ανασύρει και να επανεπισκέπτεται όλες τις τέχνες. Εξακολουθώ να γνωρίζω σπουδαίους ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς και ανθρώπους του θεάτρου που τρέφονται ο ένας από την ενέργεια του άλλου. Όσο για το τι κάνει ή δεν κάνει το mainstream, δεν είμαι σίγουρος. Και φυσικά υπάρχει πάντα και η φύση, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης.
- Το Dreams That Breathe Your Name χαρακτηρίστηκε από αμερικανικά έντυπα ως “noir rock perfection”. Μετά από τόσες δεκαετίες, επηρεάζεστε ακόμη από τις κριτικές ή έρχεται κάποια στιγμή που ένας καλλιτέχνης σταματά να ακούει τις απόψεις γύρω του;
JC: Φυσικά και είναι ανθρώπινο να θέλεις να σε υποδέχονται θετικά. Ωστόσο, πολλά μέσα προωθούν εμπορικές ατζέντες, δίνοντας προτεραιότητα στις τάσεις αντί για πραγματικά άγνωστα projects. Μέσα όπως το Pitchfork μοιάζουν με επιφανειακούς διαγωνισμούς δημοφιλίας, σχεδόν σαν talent shows της reality τηλεόρασης, που δίνουν μεγαλύτερη σημασία σε επιφανειακά metrics παρά στην ουσία. Σπάνια βρίσκεις ανθρώπους πρόθυμους να εμβαθύνουν πραγματικά στη σύνθεση και στους στίχους. Τελικά, το να μιλάς για μουσική καταλήγει πάντα στο γνωστό απόφθεγμα του Martin Mull, είναι σαν να χορεύεις για την αρχιτεκτονική.
- Το άλμπουμ Transience Of Life άντλησε έμπνευση από τη νουβέλα “Dream Of The Red Chamber”, ένα έργο γεμάτο μνήμη, φθορά και τα φαντάσματα του χρόνου. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε τόσο έντονα σε αυτό το βιβλίο;
OB: Το βιβλίο είναι πραγματικά εκπληκτικό. Όμως ήταν τα ίδια τα ποιήματα, να ξεκαθαρίσω ότι σχεδόν κάθε τραγούδι στο Transience είναι μια μουσική απόδοση ποιήματος που εμφανίζεται στο μυθιστόρημα που άναψαν τη φωτιά. Η γλώσσα είναι μοναδική ταυτόχρονα αρχαϊκή, ωμή, τραγική και μυστηριώδης. Αυτό το υλικό, όσο ιδιαίτερο κι αν ήταν, γλίστρησε σχεδόν αβίαστα μέσα στο δικό μας σώμα έργου… και αυτό ήταν μια απόλυτη χαρά, κάτι σαν έρωτας με την πρώτη ματιά.
- Αν ένας νέος μουσικός ερχόταν σήμερα σε εσάς και σας έλεγε ότι θέλει να προστατεύσει το όραμά του από τη βιομηχανία, την εμπορευματοποίηση και τις τάσεις των social media, τι θα τον συμβουλεύατε;
OB: Θα του έλεγα να μην ανησυχεί για τίποτα. Και να στηρίζει και να γίνεται φίλος με άλλους καλλιτέχνες που θεωρεί ότι κάνουν καλή δουλειά, παραμένοντας γενναιόδωρος με όλους. “Very very tender”, όπως θα έλεγαν ο Lou Reed και η Laurie Anderson.
JC: Άφησε τη φύση σου να σε καθοδηγεί και μην περιμένεις ποτέ άδεια για να ξεκινήσεις. Οι ευκαιρίες σπάνια έρχονται σε όσους περιμένουν πρέπει να τις δημιουργήσεις μόνος σου. Μείνε προσηλωμένος στην τέχνη σου και οι πόρτες θα ανοίξουν. Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που πραγματικά έχει σημασία είναι το έργο σου και το όραμά σου.
- Και μια τελευταία ερώτηση αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο σας και την υπέροχη κουβέντα μας. Η Ελλάδα είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση μαζί σας. Τι θα θέλατε να μείνει στο ελληνικό κοινό μετά την εμφάνισή σας; Και τι άλλο θα θέλατε να του μεταφέρετε μέσα από τη συζήτησή μας;
OB: Ανυπομονούμε να μοιραστούμε μια στιγμή μαζί σας! Ελπίζουμε η ανάμνηση που θα αφήσουμε πίσω να μοιάζει με μια μαγική βραδιά ανάμεσα σε φίλους, πάνω από καλό φαγητό και κρασί, συζητώντας για μικρά και μεγάλα πράγματα, ακούγοντας παλιά ρεμπέτικα.
JC: Ελπίζω να αφήσω το κοινό συγκινημένο, εμπνευσμένο και ανοιχτό στις ατελείωτες δυνατότητες του κόσμου. Να πάρει μαζί του μια αίσθηση ζεστασιάς και μια ανεξήγητη αίσθηση ελευθερίας. Και αν νιώσουν έστω και λίγο πως βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτό, αν νιώσουν ότι κάποιος τους «είδε» πραγματικά, τότε θα αισθανθώ βαθιά ολοκληρωμένος.







