Η συστολή της μουσικής στο ατέρμονο σκρολάρισμα του σύγχρονου βίου
Εικονογράφηση: © Artificial Vandalism

Ενώ, πλέον στον αχανή ωκεανό του streaming και της ατέρμονης παραγωγής μουσικής για κατανάλωση, οι παγκόσμιες τάσεις προς τη διάρκεια και το ηχόχρωμα των viral κομματιών δείχνουν να έχουν κάποιες διακυμάνσεις, η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, δείχνει όλο και πιο δυσμενής, με την κατανάλωση σύντομων, TikTok friendly, κομματιών να κατέχει το θρόνο στα ελληνικά charts.

Σήμερα, 28/5/2026 που γράφω το παρόν άρθρο, στα top 50 κομμάτια σε streams, με βάση τη λίστα του Spotify, ΜΟΛΙΣ 2 έχουν διάρκεια, πάνω από 4 λεπτά, και άλλα 4 με διάρκεια 3.5-4 λεπτά, την ίδια στιγμή που στα παγκόσμια charts, ο αντίστοιχος αριθμός είναι 14, με άλλα 15 τραγούδια να έχουν διάρκεια 3.5-4 λεπτά. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κομματιών αυτών ανήκει στο ευρύ φάσμα της rap, με τους Έλληνες rappers, να ακολουθούν όλο και περισσότερο τη συνταγή των σύντομων σε διάρκεια κομματιών, ακολουθώντας τη κλασσική φόρμουλα, Verse-Hook-Verse-Hook, με τα κουπλέ να γίνονται όλο και πιο σύντομα, ελλείψει άλλων στοιχείων που θα δώσουν μια έξτρα γεύση στο κομμάτι. Όποιο μεγάλο όνομα της εγχώριας ραπ σκηνής και να παρατηρήσει κανείς, το μοτίβο είναι το ίδιο. Ο SNIK έβγαλε δίσκο το 2026, με την μέση διάρκεια των κομματιών να είναι λίγο κάτω από τα 3 λεπτά, ο TOQUEL στο νέο του δίσκο, με εξαίρεση το τελευταίο κομμάτι που είναι 7 λεπτά, η μέση διάρκεια είναι επίσης λίγο κάτω από τα 3 λεπτά, ο νέος δίσκος του Hawk έχει μόλις 2 κομμάτια πάνω από 3 λεπτά, και το ένα από αυτά είναι στην ουσία δύο διαφορετικά τραγούδια, ο Light, 2 από τα 3 singles που έβγαλε το 2026 είναι κάτω από 3 λεπτά, με το πιο πρόσφατο “GKD” να πλησιάζει τα 4 λεπτά, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονται 3 καλλιτέχνες στο κομμάτι και κάπως πρέπει να μοιραστεί ο χρόνος κ.ο.κ.

Η αλήθεια είναι πως αυτή η μόδα έχει αρχίσει εδώ και χρόνια, από όταν και το TikTok άρχισε να γίνεται εργαλείο μαζικής χρήσης, τόσο από καταναλωτές, όσο και από εταιρείες.  Η μουσική, όντας κι αυτή ένα προϊόν προς πώληση, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό το παιχνίδι, με το tik-tok να κατέχει εξέχουσα θέση στο marketing. Καλλιτέχνες άρχισαν να παίρνουν σύντομα-πιασάρικα snippets από επερχόμενες κυκλοφορίες του, και στην ουσία να δίνουν αν το δείγμα αυτό έχει ανταπόκριση στο κοινό. Όσο το κοινό άρχισε να ανταποκρίνεται σε αυτό το καταναλωτικό κάλεσμα, με χορευτικά, σκετσάκια και κάθε άλλου είδους περιεχόμενο σύντομης διάρκειας, που χρησιμοποιούσαν αυτά τα σύντομα αποσπάσματα από τα τραγούδια αυτά, οι καλλιτέχνες και οι δισκογραφικές άρχισαν να καταλαβαίνουν πως, δυστυχώς, η προώθηση μέσω του tik-tok, το οποίο μοιραία θα φέρει και πολλά streams, και κατ’ επέκταση, hype, κοινό και λεφτά, δεν έχει ανάγκη από ένα ολοκληρωμένο και μεγάλο σε διάρκεια κομμάτι, με όμορφες και απρόσμενες εναλλαγές, αργό χτίσιμο, δόμηση και ξανά αποδόμηση των στοιχείων του και γενικότερα ένα αργό, προσεγμένο roller coaster συναισθημάτων.

Το attention span άλλωστε μεγάλης μερίδας των χρηστών, δεν “επιτρέπει” αργές και κλιμακωτές αλλαγές κατά τη διάρκεια ενός κομματιού, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για έναν ολόκληρο δίσκο. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα “Ear-Candy”, όπως λένε και οι Άγγλοι, ένα γλύκισμα για τα αυτιά δηλαδή λίγων δευτερολέπτων, το οποίο είναι αρκετά πιασάρικο για να κολλήσει στο κοινό, το οποίο, με την υπερέκθεση στα social media, θα το συναντάει παντού, θα το χορεύει στα clubs, όπου και εκεί οι DJ πλέον αφήνουν τα περισσότερα κομμάτια να παίξουν για μόλις μερικά δευτερόλεπτα,  και μοιραία, θα γίνεται μέρος της ποπ κουλτούρας και της ζωής του. Δεν γίνεται πλέον ένας 20χρονος να κυκλοφορεί και να μην ξέρει το νέο trend, το νέο catch-phrase, τα οποία γεννούν καινούργια memes, νέους διαλόγους και νέες αναφορές, τις οποίες, λίγο πίσω να μείνεις σε αυτό το χείμαρρο περιεχομένου, θα αδυνατείς να τις καταλάβεις.

Η μουσική, φυσικά, δε γίνεται να ξεφύγει από αυτό, ειδικότερα η rap, η οποία χαρακτηρίζεται από το στιχουργικό της περιεχόμενο. Ένας λαϊκός τραγουδιστής, λόγου χάριν, δεν μπορεί να βγει και να πει σε ένα κομμάτι του, ένα στίχο που να μπορεί να γίνει, αντικείμενο γέλιου και σαρκασμού, το οποίο θα αναπαράγεται μαζικά, μιας και το προφίλ του, δεν συμβαδίζει με αυτό. Εκεί υπάρχουν άλλοι τρόποι για να γίνει viral μια ατάκα, πχ να μεταφερθεί το κυριολεκτικό της πλαίσιο, σε ένα πιο μεταφορικό, με το οποίο μεγάλη μερίδα του κοινού θα ταυτίζεται, ή θα του προκαλεί κάποιο συναίσθημα. Αντίθετα, η πιο εύπλαστη φύση του hip-hop, αφήνει τεράστια ελευθερία στο τι μπορεί να πει κάποιος και το πως θα το πει, με μεγάλους καλλιτέχνες, ανερχόμενους και μη, να το καταλαβαίνουν αυτό, και να δίνουν μεγάλη βάση σε αυτά τα 5-10 δευτερόλεπτα, τα οποία θα μπορέσουν, αφενός από μόνα τους να προκαλέσουν κάποια εντύπωση, αφετέρου να είναι αρκετά εύπλαστα, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πληθώρα καταστάσεων, και το ευρύ κοινό να μπορεί στα social media να τα αναπαράγει, δημιουργώντας ολιγόλεπτο viral περιεχόμενο.

Πέρα από τον ελέφαντα στο δωμάτιο, μια αυταπόδεικτη αιτία αυτού του φαινομένου είναι και η μορφή της ραπ, από τη γέννα της. Όπως προανέφερα, η δομή του κουπλέ-ρεφρέν-κουπλέ-ρεφρέν και μετά τέλος, υπάρχει από τις απαρχές του hip-hop, οπότε δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους σύγχρονους καλλιτέχνες για αυτό. Το γεγονός ότι βλέπουμε πιο πολλά κομμάτια, με διάρκεια κοντά στα 2 λεπτά, έχει να κάνει σίγουρα με το γεγονός πως τα BPM αυξήθηκαν, σε σχέση με το πιο αργό, πατροπαράδοτο boom-bap, με το 16αρι πλέον μοιραία να διαρκεί λιγότερο.

Τα bpm αυτά όμως έχουν ανέβει εδώ και περίπου μια δεκαετία, και η αργή μεταπήδηση σε πιο σύντομα σε διάρκεια τραγούδια δεν έχει πάνω από 5 χρόνια. Ένας λόγος για τον οποίο στις απαρχές της γιγάντωσης της trap υπήρχαν τραγούδια μεγαλύτερα σε διάρκεια ήταν, λόγω της ύπαρξης πολλών ερμηνευτών στο ίδιο κομμάτι, αλλά αυτό δεν είναι η μόνη αλήθεια. Για παράδειγμα το megahit “ΜΑΜΑ” ξεπερνάει τα 4 λεπτά γιατί αφενός υπάρχουν 3 verses, από 3 διαφορετικούς καλλιτέχνες, αλλά στην αρχή υπάρχουν 38 δευτερόλεπτα, μέχρι να μπουν τα drums, τα οποία εξυπηρετούν σαν χτίσιμο. Στο έτερο τεράστιο hit του 2019, “Caliente”, το κομμάτι διαρκεί 3.42 λεπτά, στην πραγματικότητα με ένα verse, με το ρεφρέν να χωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία λειτουργούν κάπως σαν pre-chorus και chorus, ενώ υπάρχει και smooth μετάβαση στο verse του Hawk, με τον Mente να μας προσφέρει ένα verse, πιο πολύ σαν επίλογο, δίχως να μπει ξανά το ρεφρέν. Ακόμα και το fan-favourite και classic κομμάτι του αείμνηστου Mad Clip, “Συνθήκες”, θα είχε χάσει την μισή του αίγλη, αν δεν ξεκινούσε με την πρώτο μισό του ρεφρέν, το οποίο πάλι λειτουργεί σαν pre-chorus, χτίζοντας  στο κρεσέντο του κύριου μέρους του, πέραν του ότι κάθε verse του Mad Clip διαρκεί  τουλάχιστον ένα λεπτό (για να καταλάβετε την αντίθεση, το verse του light στο τεράστιο hit “BROx3” διαρκεί λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα).

Τα προαναφερθέντα, όμως είναι παγκόσμια φαινόμενα και η παρατήρηση μου εστιάζει στον ελληνικό χώρο του mainstream, και μια ακόμη αιτία, της επικρατούσας αυτής κατάστασης, είναι δυστυχώς το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς. Εν αντιθέσει με εδώ, η Αμερική βιομηχανία είναι αχανής και γιγάντια, υπάρχουν καλλιτέχνες, οι οποίοι, καλώς ή κακώς, έχουν την ευχέρεια και το θάρρος να πειραματιστούν περισσότερο, μιας και, ακόμη και να μην βρεθεί στην κορυφή των  charts, το κοινό στο οποίο απευθύνεται και μπορεί δυνητικά να καταναλώσει τη μουσική του, παραμένει τεράστιο. Με αφορμή και την πρόσφατη αποβίβασή του στη χώρα μας, ο Freddie Gibbs δεν έχει κάνει εκπτώσεις στη μουσική και στο ύφος του, μιας και, ακόμα και όταν ακροβατεί μεταξύ  του πιο underground και του πιο αναγνωρίσιμου πεδίου της μουσικής, μπορεί πολύ άνετα να βιοποριστεί από αυτό. Ο αντίστοιχου βεληνεκούς Έλληνας, πάντα αναλογικά, πιθανόν θα δούλευε μεροκάματα για να μπορέσει να συντηρήσει τον εαυτό του, οπότε το δίλημμα και ο πειρασμός για τον πιο σύντομο δρόμο του virality, με κόστος τη προσαρμογή της τέχνης του σε πιο social media friendly άκουσμα, διογκώνεται.

Συγκαταληκτικά, αυτή η τάση για σύντομα σε διάρκεια κομμάτια είχε παρατηρηθεί από πριν, απλά τώρα το να βρει κανείς κάτι πιο πυκνογραμμένο και εκτενές, στο πεδίο της ελληνικής ραπ και αυτό να εισχωρήσει στη mainstream ροή, είναι σχεδόν απίθανο. Και προς θεού, δεν λέω πως όλα τα κομμάτια πρέπει να είναι τεράστια σε διάρκεια και να κουράζουν δίχως λόγο, απλά υπάρχουν στιγμές σε έναν δίσκο, ή και σε single,  που θες μια μετάβαση, μια αλλαγή ή ένα χτίσιμο, το οποίο καλώς ή κακώς, δεν μπορεί να αποδοθεί με ένα απότομο beat switch, ή με την εκκίνηση του κομματιού, απευθείας με ολόκληρο το instrumental. Πάρτε για παράδειγμα το νέο δίσκο του Stolen Mic και το πόσο όμορφα ρέει και αλλάζει μορφή το “ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΟΛΑ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ”, ή στο “ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ” του Jaul, πόσο λιγότερο βάρος θα είχε η αφήγησή του και η συμμετοχή του Μάριου από τους Fundracar, αν προσπαθούσε να τα συμπτύξει σε 3 λεπτά.

Καλλιτέχνες οι οποίοι δείχνουν να μη βάζουν σαν προτεραιότητα τη δημιουργία κάτι σύντομου και πιο εύκολου στη δημιουργία υπάρχουν, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για μεγάλους καλλιτέχνες που μόνο και μόνο με το όνομα τους, θα τραβήξουν την προσοχή χιλιάδων καταναλωτών στα streaming services, και σίγουρα η καλλιτεχνική φύση δεν έχει πεθάνει. Απλά όταν μιλάμε για μια αγορά μικρή σαν την Ελλάδα, και ο καλλιτέχνης δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει το κομμάτι του στην  underground σκηνή και ταυτόχρονα να μπορεί να βιοπορίζεται άνετα, η προσπάθεια να μπει στην αδηφάγο ζώνη του virality, κάνοντας εκπτώσεις στη δημιουργικότητά του, κυνηγώντας τα λίγα δευτερόλεπτα δημοσιότητας,  μπαίνοντας, παράλληλα, στη λούπα του σύγχρονου βίου, με μότο το “παράγω όσο περισσότερο μπορώ, όσο πιο γρήγορα γίνεται”, δυστυχώς μοιάζει μονόδρομος.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured