Juana Molina

Οκτώ χρόνια μπορεί να είναι πολύς χρόνος για τη σύγχρονη μουσική οικονομία, αλλά είναι σχεδόν ασήμαντος στο χρονικό της διαδρομής της Juana Molina. Το Doga, το όγδοο full-length άλμπουμ της, εννοείται πως δεν θέλει, ούτε έρχεται για να ακουστεί σαν «επιστροφή», και φυσικά ούτε σαν κάποια νέα δήλωση επικαιρότητας. Ακούγεται σαν κάτι που υπήρχε ήδη, απλώς περίμενε τη σωστή στιγμή για να πάρει μορφή. Και αυτό, ίσως, είναι το πιο αντικειμενικό στοιχείο του άλμπουμ: η αίσθηση της εσωτερικής αναγκαιότητας και όχι κάποιας εξωτερικής πίεσης.

Η Juana Molina παραμένει μια ιδιότυπη περίπτωση στην παγκόσμια ηλεκτρονική σκηνή. Γεννημένη στο Μπουένος Άιρες το 1961, με πατέρα τραγουδιστή τάνγκο και μητέρα ηθοποιό, κουβαλά μια πολιτισμική μνήμη που δεν γίνεται ποτέ φολκλόρ. Η εξορία στο Παρίσι μετά το πραξικόπημα του 1976, η επιστροφή στην Αργεντινή, τα χρόνια στην τηλεόραση ως ηθοποιός και κωμική περφόρμερ, και τελικά η συνάντησή της με τον σπουδαίο συνθέτη και μάγο των χορδών Gustavo Santaolalla το 1995, που έκανε την παραγωγή στο πρώτο άλμπουμ με το όνομά της, το φοβερό ντεμπούτο Rara (ένα άλμπουμ που έχει σβηστεί από το Internet και δεν υπάρχει σε καμία έκδοση για να βρεθεί)  δεν λειτουργούν ως βιογραφικό αφήγημα, αλλά σαν κάποιο υπόστρωμα, σαν ένα χαμηλό drone που στηρίζει ό,τι ακολουθεί.

Στο Doga, που κυκλοφορεί από την Sonamos, η γραφή της είναι κοφτερή και ταυτόχρονα αέρινη. Η φωνή της, αυτή η ασημένια, σχεδόν ουδέτερη χροιά, δεν «τραγουδά» με την κλασική έννοια. Χρησιμοποιείται ως όργανο, ως υλικό στις ηχογραφήσεις. Δεν διεκδικεί κανένα συναίσθημα, απλά αφήνει να προκύψει. Και αυτό είναι μια επιλογή με ξεκάθαρη αισθητική και τεχνική συνέπεια.

Τα πρώτα δύο κομμάτια, "Uno Es Árbol" και το εξαιρετικά κινητικό "La Paradoja", λειτουργούν σαν μια ξεκάθαρη δήλωση πρόθεσης: ηλεκτρονική wave μουσική, αυστηρή, σχεδόν αιχμηρή, που θυμίζει πόσο μπροστά βρίσκεται η Molina σε σχέση με πολλές σύγχρονες folktronica ή art-pop προσεγγίσεις, ακόμη και σε σύγκριση με δημιουργούς όπως η Lucrecia Dalt. Η παραγωγή είναι λιτή αλλά ακριβής, αποτέλεσμα ενός χρονοβόρου φιλτραρίσματος ανάμεσα σε δεκάδες ιδέες και live αυτοσχεδιασμούς, ηχογραφημένους μεταξύ του σπιτιού της στο Μπουένος Άιρες και των Sonoramica Studios στην Κόρδοβα.

Το άλμπουμ κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές διαθέσεις: ρομαντικό αλλά ποτέ γλυκερό ("Caravanas"), ειρωνικό χωρίς επιτήδευση ("Siestas Ahí", "Indignan A Un Zorzál"), και νευρικά ρυθμικό στο αγαπημένο μου "Miro Todo", που μοιάζει με τον παλμό της καρδιάς του δίσκου. Στο εννιάλεπτο "Rina Soi", ανάμεσα σε ambient υφές και spoken word, η Molina αγγίζει κάτι σχεδόν μεταφυσικό, σαν μια αφήγηση χωρίς ιστορία, όπου ο χρόνος απλώνεται μέχρι που χάνει τη λειτουργικότητά του.

Αν υπάρχει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό στο Doga, είναι η φρεσκάδα του. Όπως λέει και η ίδια ήταν σαν να ετοιμάζει ένα δείπνο για έξι άτομα με υλικά για έναν ολόκληρο στρατό. Ο τεράστιος όγκος των ηχογραφήσεων παρέλυσε τη Juana σε τέτοιο βαθμό που, σε κάποια στιγμή, σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος να φτιάξει ένα άλμπουμ. «Η ιδέα ήταν να παίζω σαν να ήμουν στο σπίτι μου, δηλαδή να αυτοσχεδιάζω», εξηγεί η Juana. «Ήταν ένα ντουέτο κυρίως με αναλογικά συνθεσάιζερ και sequencers. Ηχογραφήσαμε τα πάντα, σε τόσες πολλές ώρες, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να αναπαράγουμε αυτό που κάναμε. Τόσο οι πρόβες όσο και οι συναυλίες ήταν μοναδικές. Μερικές από αυτές τις ιδέες επαναλήφθηκαν αργότερα». Αλλά τελικά αυτές οι σκέψεις την έφεραν αντιμέτωπη με μια νέα πνευματική διαύγεια. Εδώ η Molina δεν προσπαθεί να επανεφεύρει τον εαυτό της, απλώς συνεχίζει, με ακρίβεια και ελευθερία, να αποφεύγει τα είδη, τις ετικέτες, και κάθε είδους προσδοκίες. Και σε αυτό το επίπεδο, το άλμπουμ λειτουργεί και ως μια ήσυχη υπενθύμιση ότι η καλλιτεχνική ωριμότητα δεν έχει ανάγκη κανέναν απολύτως στόμφο.

Και, ναι, ίσως εδώ να βρίσκεται και η πιο πολιτική του διάσταση. Σε μια Αργεντινή που επανειλημμένα αποδεικνύεται σκληρή με τον ίδιο της τον πολιτισμό, η τέχνη εξακολουθεί να λειτουργεί ως αντίβαρο, όπως έκανε και στην εποχή του Astor Piazzolla. Το Doga ούτε κραυγάζει, ούτε καταγγέλλει. Απλώς υπάρχει. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επιμονή, βρίσκει τη δύναμή του.

Είναι ένας πανέμορφος δίσκος που δεν μπορείς, όμως, να καταλάβεις την ομορφιά του αμέσως, αλλά αν του δώσεις χρόνο, σου επιστρέφει κάτι σπάνιο: μια καθαρή και ανεπιτήδευτη συγκίνηση.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured