Ομολογώ πως το rock και τα περισσότερα παρακλάδια του δεν υπήρξαν ποτέ το προσωπικό μου καταφύγιο. Σχεδόν αμέσως, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς, βρέθηκα να κινούμαι προς πιο ακραίες μορφές έκφρασης, αφήνοντας πίσω μου τη διαδικασία της «κλασικής» γαλούχησης που για πολλούς λειτουργεί ως απαραίτητο πέρασμα. Κι όμως, υπήρχε πάντα μια εξαίρεση που επέμενε να με τραβάει πίσω: το progressive και το ψυχεδελικό rock των ’70s. Εκεί όπου η μουσική έπαυε να υπηρετεί τη φόρμα και μετατρεπόταν σε ρευστή αφήγηση και ταξίδι. Κρατήστε το αυτό, ειδικά το τελευταίο.  Μπάντες όπως οι Genesis, οι King Crimson, οι Eloy και οι Camel αποτελούν απάτητες κορυφές που ήρθαν στη ζωή παραδόξως αρκετά αργότερα από τις μπουκωμένες καφρίλες. Εκεί, μέσα σε αυτές τις μακρόσυρτες συνθέσεις και τις θολές μελωδίες, ένιωθα, και νιώθω ακόμη, πως ο χρόνος λυγίζει και ο ήχος περνά σε κάτι σχεδόν υπερβατικό. Είναι ένα είδος μουσικής που δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό έμεινε στην εποχή του. Φυσικά, υπάρχουν πάρα πολλοί που το προσπαθούν φιλότιμα, όμως όχι αρκετοί (και όχι αρκετά πετυχημένα) ώστε να γίνει κίνημα. Ας έρθουμε όμως στο θέμα μας. 

Όταν πριν από πάνω από μια δεκαετία οι Hällas άρχισαν να ηχούν από τα στούντιο του Jönköping στη Σουηδία, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προβλέψει ότι επρόκειτο να εξελιχθούν σε ένα από τα πιο ιδιότυπα και συνεπή φαινόμενα της σύγχρονης prog/retro rock σκηνής. Δημιουργημένοι το 2011, οι Hällas δεν αντιμετώπισαν ποτέ το παρελθόν ως μουσειακό έκθεμα, αλλά ως ζωντανό υλικό προς επεξεργασία. Η ετικέτα "adventure rock" που απέδωσαν οι ίδιοι στον ήχο τους υπήρξε εξαρχής μια από τις πιο εύστοχες αυτοπεριγραφές σύγχρονου συγκροτήματος, και ευτυχώς δεν λειτούργησε ποτέ περιοριστικά. Αντίθετα, συνοψίζει με ακρίβεια τη φιλοδοξία τους να χτίσουν έναν αυτόνομο μικρόκοσμο, έναν χώρο όπου η φαντασία, η αφήγηση και η μελωδία συνυπάρχουν χωρίς αυστηρά όρια. 

Με κάθε κυκλοφορία τους, από το Excerpts From a Future Past μέχρι το Isle of Wisdom, οι Hällas προσθέτουν άλλο ένα κεφάλαιο σε αυτόν τον κόσμο, επεκτείνοντάς τον. Υπάρχει συχνά η παγίδα να χαρακτηρίζονται τέτοιες συνθέσεις απλώς ως "progressive", όμως εδώ μιλάμε για κάτι που αρνείται να κλειστεί στα στεγανά του είδους. Το Panorama έρχεται ως ο πιο τολμηρός και πειραματικός δίσκος της καριέρας τους μέχρι σήμερα. Το άνοιγμά του, με το "Above the Continuum" έρχεται ως ένα εικοσάλεπτο έπος συνεχούς μεταμόρφωσης, αλλαγών τέμπο και ιδεών, που ξεκινά απροσδόκητα με περάσματα από τη σουηδική disco, πριν ξεδιπλωθεί σε υπερgroovy κιθαριστικούς ρυθμούς και μακροσκελή, ταξιδευτικά μέρη. Είναι, χωρίς αμφιβολία, ό,τι πιο μεγαλειώδες έχουν γράψει ποτέ. Σταδιακά, το κομμάτι ανοίγει σε πιο ψυχεδελικά μονοπάτια, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ταξιδευτικά περάσματα που θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα σε στιγμές των Hawkwind ή των πρώιμων Pink Floyd. Πιο βαθιά στη διάρκειά του, οι κιθάρες γεμάτες δραματικότητα αγγίζουν έναν ήχο που θυμίζει το επικό hard rock των Uriah Heep, ενώ τα πλήκτρα μοιάζουν σαν από κάποιο χαμένο score ευρωπαϊκής sci-fi ταινίας των ’70s. Το ένα κομμάτι τους που θα έστελνα στο διάστημα για να περάσει στην αιωνιότητα. Θυμάμαι τις πρώτες ακροάσεις, το πώς το μυαλό μου έπλαθε εικόνες με κάθε αλλαγή τόνου ή γέφυρας, σαν να παρακολουθούσα μια ταινία που προβαλλόταν αποκλειστικά για εμένα.

Αυτό είναι το πραγματικό μεγαλείο αυτής της μουσικής κύριοι, όχι μόνο η δεξιοτεχνία, αλλά η συναισθηματική δέσμευση που σου δημιουργεί. Σε πλήρη αντίστιξη, το "Face of an Angel" λειτουργεί με μια μελωδική, σχεδόν 80s synth rock απλότητα που σε κρατά καθηλωμένο με κάθε επαναλαμβανόμενο refrain. Όταν το πρωτοάκουσα ως single τον Δεκέμβριο, δεν με είχε πείσει, και ναι, ντρέπομαι για αυτό. Ίσως ήταν κακό το timing, ίσως δεν του έδωσα τον χώρο που άξιζε, ίσως απλώς έπρεπε να το ακούσω μετά από ένα μαξιμαλιστικό υπερέπος για να εκτιμήσω την απλότητά του. Πλέον, μέσα στη ροή του δίσκου, το αντιλαμβάνομαι κάπως σαν το “Money” μέσα στο Dark Side of the Moon, ακόμη κι αν η σύγκριση ακούγεται βλάσφημη.

Το "The Emmisary" αποτάσσει από πάνω του τα popίζοντα δαιμόνια και επιστρέφει στα riffs πάνω σε riffs. Peak Hällas goodness που στο δεύτερο μισό ξεφεύγει σε κάτι το αδιανόητα μαγικό που κάνει το πέρασμα στο "Bestiaus" τόσο καλύτερο. Μια σπαρακτική μπαλάντα υπό τους μελαγχολικούς ήχους ενός πιάνου με τα συναισθήματα να ξεχειλίζουν από άκρη σε άκρη. Μου φέρνει στο μυαλό τον Jon Oliva, και αυτό είναι η ύψιστη τιμή. Το Panorama κλείνει με το "At the Summit" ακριβώς στο σημείο που βρίσκουμε δηλαδή τους ίδιους. Στην απάτητη κορυφή του "συγχρονου" ψυχεδελικού rock. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα, τα έχουν πει όλα μέσα σε 44 λεπτά. Αξίζει μόνο μια ειδική μνεία στις εξαιρετικές φωνητικές γραμμές του Tommy, που εδώ αγγίζουν το απόλυτο.

Το έχω πει και στο παρελθόν: αν για κάτι είναι άτυχοι οι Hällas, είναι ότι γεννήθηκαν περίπου 45–50 χρόνια αργά. Δίσκοι σαν το Panorama, όπως και οι τρεις προκάτοχοί του, θα τους είχαν εξασφαλίσει σήμερα διαγαλαξιακή αναγνώριση και μια άνετη συνταξιοδότηση μέσα σε πισίνες από χρυσό. Μπορεί τα ’70s να έχουν φύγει ανεπιστρεπτί και ο ήχος που τα όρισε να θεωρείται από πολλούς ξεπερασμένος, όμως όσα αυτιά συναντήσουν τη μουσική των Hällas βρίσκονται μπροστά σε κάτι σπάνιο και διαχρονικό. Μια μουσική που αποδεικνύει πως η μαγεία δεν υπακούει σε χρονολογίες.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured