Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού μου που δε θα ‘χω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. Ούτε και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε, τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο-όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου-, πράσινο, καταπράσινο φύλλο πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα όλες τις ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς να’χω τουλάχιστον τρεις πήχες χάσε, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.
Ποιος ξέρει ποια σύναψη εντός της Anser-ικής Ανάδυσης με έστειλε στον Μπιντέ του Μάριου Χάκκα (Ο Μπιντές και Άλλες Ιστοριές. εκδ. Άγρα). Πρέπει να θυμήθηκα εκείνη την ξεβολευτική αμηχανία για την οποία συνηγορεί στο επίμετρο του ο Παντελής Μπουκάλας με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, γιατί πάντοτε ένιωθα πως οι μπάρες στα διηγήματα του Anser δεν προκυπτούν με αυτοσκοπό την ίδια τη γλαφυρότητα της ιστορίας, αλλά τελικά τον «ευεργέτη συνειρμό». Άβολη αμηχανία κυρίως διότι ο Anser δεν κράτησε πισινή στο εξομολογητικό σκέλος του νέου του δίσκου, δεν κοίταξε τον καθρέφτη με αλληγορικά μασκαρέματα, δε βάστηξε μυθοπλαστικά τερτίπια ως πατερίτσες. Δεν είναι λίγο να αναλαμβάνεις τέτοιους κινδύνους, ακόμη κι αν επιχειρείς να τους εξωραϊσεις με υπονομευτικούς αυτοϋποβασισμούς σε κομμάτια όπως το "Χειροκρότημα". Κι αν αναρωτιέται κανείς αν αυτού του τύπου η ενίοτε αμυντική αυτοσυνείδηση αρκεί για ένα δίσκο που δεν προκρίνει κάποια καινοτομία για το είδος, ούτε μέλλει να λογιστεί ως οριακός από μια ψυχραιμότερη κριτική αυτής, λέω πως αρκεί, πρωτίστως διότι τα επίμονα, ξέφρενα κι επιτακτικά καμπανάκια που βαράει ο Anser, είναι μέχρι τελείας, σταθερά κι αυθεντικά.
Είθισται να αμφισβητούν πρωτίστως τον εαυτό τους περιπτώσεις με κοψιά σαν αυτή του Anser, κατά γενική ομολογία εκτός ευρύτερης φασαίικης αποδοχής, από τα εγχώρια hip hop πέτρινα χρόνια (του Flow Job-ικου After Dark της Διδότου πχ) μέχρι και σήμερα. Και δεν πρόκειται για αμφιβολία σεμνοτυφίας (αυτά συνήθως τα βλέπεις εκεί που είναι ραμμένες φόρμες με στρατηγικά πλάνα), μα για ένα συνεχές μέτρημα των αιτιών και των αφορμών που τον έφεραν ως εδώ. Ο Anser αυτό το χούι έχει, να ξαναβλέπει τα πράγματα, εκείνα που τον τρώνε, να ψάχνει το χαμένο νήμα και τα διάσπαρτα ρήγματα, επομένως με κάτι τέτοια καταλήγει να γράφει τις ρίμες για τα "Μια συγνώμη στον εαυτό μου" και "Τελευταία φορά" που δε θέλουν και καμιά επεξήγηση για το τι πραγματεύονται. Όπως δε θέλει και πολύ κουβέντα, το να αντιληφθείς πως το wrap up στο "Μια Κυριακή βροχερή", πατά στα χνάρια του «Θα μείνει για πάντα», και πως τα εκρηκτικά «Αλλά ρύσαι» και «Τι άλλο Θες» θα αποδειχθούν tradermark στις συναυλιακές ράγες που έχουν μπει με το "Παρανάλωμα". Στην ουσία, οι Anser και Eversor, στο γνώμονα του Άδυτου έστησαν την Ανάδυση, με beats που άλλοτε vibe-ρουν σε 100 bpm, κι άλλοτε εξυπηρετούν αυτό το προσωπικό ξεγύμνωμα του ράπερ. Μια ιδέα την είχαμε πάρει με τα "Σέρπα" και "Ζυγαριά" που είχαν κυκλοφορήσει κι εντάχθηκαν στα πλαίσια του δίσκου, ήρθε πια κι η τελική σούμα.
Το έχω ξαναγράψει με αφορμή ένα άλλο σημαντικό εγχώριο LP, πως στην περίπτωση του Anser (και του Ταφ Λάθος για να πιάσω χοντρικά αυτή την hip hop γενιά), τρέφω ένα μεγαλύτερο σεβασμό για δύο λόγους. Ο κυριότερος και βασικός είναι κι ο αναντίρρητος. Οι μπάρες του δεν κρύβουν ούτε στείρο τουπέ, ούτε εντεχνίλα, ούτε προσποίηση. Εξ΄ αυτών τακιμιάζει και με την κλειστή μεθοδολογία στις παραγωγές του Eversor. Ο Anser, μετράει την ευθύνη των γραφόμενων, με γενναιόδωρο βάρος δικό του και καμιά πλάτη, χωρίς μισόλογα, ηθικολογικές προσαρμογές και άλλοθι. Επομένως όταν βλέπεις άκαμπτους MCs σαν αυτόν, που δεν καβάλησαν κανένα ρεύμα, δεν υπήρξαν πλυντήριο ξεπλύματος (κάτι που αργά ή γρήγορα σε καταπίνει), και άλλα πολλά που πιστοποιούν αυτό που λέμε χοντρικά «πολυεπίπεδα θετικό ρόλο στη φάση» (είτε μνημονεύονται, είτε όχι) είναι εκτιμητέες επί δύο. Ο δεύτερος είναι καθαρά ανθρώπινος μα απολύτως συμπτωματικός, και παρότι ήθελα να τον αποφύγω, εφόσον ο δίσκος μου χτύπησε κέντρο (συμβαίνει αβίαστα με όσα γυροφέρνουν τις παιδικές/εφηβικές μουσικές καταβολές του καθενός, ασχέτως πως και που μας ξέβρασε η ζωή) το σημειώνω κι εδώ. Όταν ο Anser ξεκινά στην "Ανάδυση" να ραπάρει πάνω στο «Μεγάλωσα στην πιο τοξική επαρχία της Ελλάδος, όλοι τους θέλανε να γίνω κάποιος άλλος» εγώ βλέπω την εικόνα ενός πιτσιρικά στο τοπικό ραδιοφωνικό της Σπάρτης να παίρνει συνέντευξη από τους FF.C, ή σε ένα άλλο καρέ να χαζεύει το φίλο του που βάφει το καφενείο του Βασίλη, όταν δεν του περνά καν από το μυαλό πως μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος θα είναι που θα φιλοτεχνίσει τα εξώφυλλα των δίσκων του.
Με αφορμή την Ανάδυση, και την κάθε Ανάδυση, μπορεί να συναντήσετε προβλέψιμα default αναγνώσεις με ενστάσεις, αυτά τα ιδιότυπα αλγοριθμικά εγωκεντρικά καλέσματα, τα οποία αποκομμένα από τις πάλαι ποτέ πρακτικές συνέπειες, καταλήγουν σε θόρυβο χωρίς αντίκρισμα, δίχως να εξετάζουν τι επιχειρεί και τι ανταποδοτικά πετυχαίνει τελικά ένα έργο. Ως εκ τούτου, κάποιος μπορεί με ένα εξ’ αποστάσεως υποδεκάμετρο να πει πως τούτο το lp δεν ξανοίγεται εκτός Anser-ικής μανιέρας, να ψελλίσει πως τα feats των Novel (Πως ένoιωσα) και Buzz (Εύκολο Τίποτα) δεν είναι φρέσκα αλλά κουμπώνουν στους τρόπους και την υφολογική κατεύθυνση του Eversor. Επί του παρόντος, ομολογώ πως ακούω ένα μούμπλε-μούμπλε χωρίς να του δίνω και πολύ σημασία, επιλέγοντας μεροληπτικά να υπερθεματίσω πως η Ανάδυση είναι το καλύτερο, ατόφια χιπ χοπάδικο σύνολο που έχει παραδώσει μέχρι σήμερα ο Anser, ακόμη κι αν δεν κρύβει καμία ανατρεπτική έκπληξη.
Στην πιο ευθύβολη κι ολοκληρωμένη στροφή του, o Γιάννης Γιαννακόπουλος που γεννήθηκε, μεγάλωσε κι επέστρεψε στη Σπάρτη, κάποτε παιδί-νυν 42 και κάτι από τη Χαμαρέτου, δείχνει να κλείνει προσωπικούς, αναδρομικούς και ευρύτερους λογαριασμούς, αφήνοντας (όπως κι αρκετοί +/- της φουρνιάς του) εμφανώς τον αστερίσκο πως η αυλαία είναι έτοιμη να πέσει, ακόμη και τούτη τη στιγμή. Επειδή πραγματικά πιστεύω πως ένα κείμενο κριτικής, πολλώ δε μάλλον μιας εγχώριας, οφείλει αφενός να επικοινωνήσει στον αναγνώστη/δυνητικό ακροατή τα του δίσκου, αλλά και να συνομιλήσει με τον ίδιο το δημιουργό, θα κλείσω απροκάλυπτα με τούτο. Έπειτα από μια πενταετία-εξαετία, το «Anser, βγάλε το δίσκο» πρόκειται να πάψει να ακούγεται στις επικείμενες συναυλίες του, αλλά για το θεό, τούτη η φανέλα, όσο βαριά κι αν μοιάζει από τον μέχρι σήμερα ιδρώτα, δεν είναι η ώρα να κρεμαστεί. Ακόμη κι αν τα 10 πνευμόνια γίνουν 5, πάλι πολλά θα είναι. Απλά μαθηματικά παραθέτω, το ΦΕΚ το διάβασα, τα στατιστικά τα βλέπω, υπερανάλυση δε θέλει.






