Ο Rob Zombie αποτελεί μια από τις πιο ιδιόμορφες και αναγνωρίσιμες προσωπικότητες της σύγχρονης αμερικανικής κουλτούρας. Μουσικός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, εικαστικός και ακούραστος εκπρόσωπος της πιο σκοτεινής πτυχής της ποπ κουλτούρας. Είναι ο δημιουργός ενός ολόκληρου αισθητικού σύμπαντος και κατά κάποιον τρόπο o απόλυτος curator της αμερικανικής horror παράδοσης, που έχει καταφέρει να συνδυάσει τις rock/metal καταβολές του με το exploitation cinema, την αισθητική των υπερ-campy τύπου drive-in horror ταινιών και όλων των ειδών τα σατανικά καρναβάλια που έλεγε και η γιαγιά μου βλέποντας τις αφίσες στο σπίτι μου. Joke's on you όμως απανταχού γιαγιάδες, γιατί αυτό που εσείς αποκαλείτε καρναβάλι, ο μικρός τότε Robert Bartleh Cummings αποκαλούσε παιδική ηλικία. Οι γονείς του εργάζονταν σε... καρναβάλια και λούνα παρκ, γεγονός που σημάδεψε βαθιά την αισθητική του συνδέοντας τα τρυφερά του χρόνια με σκηνές από περιοδεύοντα freak shows, κακόγουστες επιγραφές, φώτα νέον που τρεμοπαίζουν και φιγούρες που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από εφιάλτη. Ανέκαθεν ήταν ένας καλλιτέχνης που μετέτρεπε την αγάπη του για το αλλόκοτο σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά σύμπαντα της σύγχρονης αντι-ποπ κουλτούρας.

Ας επιστρέψουμε όμως στο μουσικό σκέλος, γιατί για αυτήν του την ιδιότητα ερχόμαστε να τον κρίνουμε σήμερα, και όχι ως τον άνθρωπο που έβγαλε το House of 1000 Corpses (τα λεφτά μου πίσω κ%^&&%η και την είδα και πειρατικά). Η μουσική του λειτουργεί σχεδόν σαν ένα grindhouse soundtrack. Bαριά riffs, samples από παλιές ταινίες τρόμου και η παραμορφωμένη ρυπαρή και ψυχεδελική αισθητική των δεκαετιών του ’60 και ’70 συνυπάρχουν με απόλυτη φυσικότητα.

Μετά το τέλος των White Zombie, αυτός ο κόσμος έφτασε στο αποκορύφωμά του με δίσκους όπως το Hellbilly Deluxe και σε έναν βαθμό με το The Sinister Urge. Από εκεί και πέρα, η δισκογραφία του Zombie έμοιαζε να κινείται σε μια περίεργη στασιμότητα. Δίσκοι με καλές στιγμές αλλά χωρίς ένταση και ελάχιστη συνοχή. Το The Great Satan δεν αλλάζει ριζικά αυτή την κατάσταση. Αυτό που κάνει όμως είναι να επαναφέρει μια αίσθηση ενέργειας που είχε χαθεί και βελτιώνει σημαντικά τη ροή. Μην περιμένετε έπη αντίστοιχα του Dragula και του Superbeast, όμως ούτε και τον ηχητικό αχταρμά των τελευταίων του δίσκων. Η βασική ιδέα είναι απλή. Μικρά κομμάτια, βαριά riffs και industrial grooves να δίνουν τον μηχανικό του παλμό, και πάνω από όλα να ακούγεται ευχάριστα από την αρχή ως το τέλος. Σε αυτό το επίπεδο, το The Great Satan καταφέρνει κάτι που οι περισσότεροι πρόσφατοι δίσκοι του δεν κατάφεραν. Το να ακούγεται ζωντανό βρε αδερφάκι μου. Και όταν λέω πρόσφατοι εννοώ εδώ και σχεδόν 25 χρόνια. Επιτέλους υπάρχει η αίσθηση ότι ο Zombie θυμήθηκε γιατί αυτή η φόρμουλα λειτουργούσε τόσο καλά το 2001.

Ο δίσκος ανοίγει με το "F.T.W. 84", με συμφωνικά στοιχεία αλά-Cradle of Filth να γεμίζουν τα ηχεία πριν εισέλθουμε στον συναρπαστικό κόσμο του τρόμου του Rob Zombie, ο οποίος απαρνούμενος πεισματικά τον δικό μας φωνάζει «Fuck the World» πάνω από industrial riffs. Το “Tarantula” είναι από τα πιο άμεσα κομμάτια του δίσκου. Riffs πάνω σε γκρούβες, breakdowns σε μια από τις πιο metal στιγμές της δισκογραφίας του, το “Heathen Days” όμως είναι το μεγαλό highlight του δίσκου, και σίγουρα ένα από τα καλύτερα κομμάτια του. Τόσο αυτό όσο και τo πρώτο single, "Punks And Demons" είναι βγαλμένο από (καλό) δίσκο των Ministry. Αν χρειάζεσαι άλλες πληροφορίες για να πατήσεις το play είσαι σε λάθος άρθρο.

Στο “Sir Lord Acid Wolfman” το groove γίνεται πιο βαρύ και αργόσυρτο σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα κομμάτια του δίσκου, που μου φέρνει στο μυαλό κάτι από τα πρώτα unhinged albums των Clutch. Το "Revolution Motherfuckers" από την άλλη, με το παχύ μπάσο του, μοιάζει βγαλμένο από κάποιο fever dream των Muse αν τους έκλεινες σε ψυχιατρείο ενώ το "The Black Scorpion" σαν από τα βαρύτερα και πιο punk τραγούδια μέσα από το πολυποίκιλο ηχητικό σύμπαν του Todd Smith (πέρα από τα προφανή Dog Fashion Disco και Polkadot Cadaver, παρακαλώ οι fans του Rob σπεύσατε να ακούσετε τους Knives Out).

Από την εποχή των White Zombie μέχρι τη σόλο πορεία του, η μουσική του λειτουργεί σαν ένα ηχητικό κολάζ από εικόνες και επιρροές. Αυτή η ετερόκλητη μίξη επιρροών και ηχητικών κόσμων δεν ακούγεται διόλου παράταιρη μέσα στο σύμπαν του Rob Zombie. Αντίθετα, μοιάζει σχεδόν οργανική κατι στο οποίο φυσικά έχει συνδράμει η καθ'όλα βελτιωμένη προσέγγιση στο songwriting του The Great Satan. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το να ακούγονται αναφορές σε διαφορετικές μπάντες και ιδιώματα δεν δηλώνει έλλειψη ταυτότητας, αλλά αποτελεί προέκταση της ίδιας της δημιουργικής του λογικής. Είτε μιλάμε για industrial grooves, μέχρι sleazy rock’n’roll πινελιές και καθαρόαιμο ατσάλι, όλα συνυπάρχουν σαν κομμάτια του ίδιου αλλόκοτου horror carnival.

Μετά τα The Lunar Injection Kool Aid Eclipse Conspiracy και The Electric Warlock Acid Witch Satanic Orgy Celebration Dispenser, τα οποία ήταν όσο all over the place όσο και οι τίτλοι τους, ο Rob Zombie με το The Great Satan προσφέρει κάτι που είχε καιρό εκλείψει. Zωντάνια που δεν παραμένει μονάχα σε ένα-δυο singles, στιβαρότητα και το πιο απολαυστικό άλμπουμ του εδώ και σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα. Χωρίς να επιχειρεί κάποιο όσκαρ μεγάλης ανατροπής στην καθιερωμένη του φόρμουλα, μοιάζει να θυμάται επιτέλους τι έκανε τη μουσική του να λειτουργεί εξαρχής και εδώ το προσφέρει απλόχερα. Σωστά grooves, riffs που δεν περιπλέκουν τα πράγματα περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και το αποτέλεσμα είναι ο καλύτερος του δίσκος μετά το 2001.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured