Heavenly – Highway to Heavenly

Οι αγαπημένοι Heavenly της Sarah Records επιστρέφουν μετά από 30 χρόνια από το Operation Heavenly (1996) με το πέμπτο τους άλμπουμ Highway to Heavenly (και, φυσικά, δεν γίνεται να μη λατρέψει κανείς το διπλό παιχνίδισμα, αναφορά στους AC/DC και Led Zeppelin και τα Highway to Hell και Stairway to Heaven αντίστοιχα) που κυκλοφόρησε στις 27 Φεβρουαρίου από τη Skep Wax μία μέρα πριν την εμφάνισή τους στην Ελλάδα.

Πριν από μερικά χρόνια, το anthem single τους "P.U.N.K. Girl" έγινε viral στα social media και λίγο αργότερα το ίδιο συνέβη και με το "Me and My Madness", ένα φαινομενικά χαριτωμένο τραγούδι για τον αυτοτραυματισμό και την ψύχωση. Για τα ιδρυτικά μέλη Amelia Fletcher και Rob Pursey, η επανεκτίμηση αυτού του υλικού ήταν μια ευκαιρία να υψώσουν ξανά τη σημαία των Heavenly, επανενώνοντας το συγκρότημα για να παίξει ζωντανά μπροστά σε μια νέα γενιά ακροατών και να ξεκινήσει την ηχογράφηση ενός νέου άλμπουμ μετά από 30 χρόνια.

Οι Heavenly για την ιστορία του πράγματος είναι αυτοί που κάποτε εμφανίστηκαν στα 90s με πολλά παρόμοια συγκροτήματα, όπως οι Talulah Gosh (πρόδρομο σχήμα των Heavenly), οι The Field Mice, οι The Orchids και άλλοι, ένα ρεύμα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από το NME στη συλλογή C86

Οι Heavenly ήταν γνωστοί για τις λαμπερές κιθάρες τους, τον δυναμικό ρυθμό, τα χαρακτηριστικά keyboards και τους στίχους που κινούνταν από τα σκαμπανεβάσματα των ερωτικών σχέσεων μέχρι πιο σκοτεινά θέματα, συνδεδεμένα με τον φεμινισμό, την πολιτική ταυτότητας και κοινωνικά ζητήματα, όλα δοσμένα με αθώες, σχεδόν αφελείς, αλλά γλυκές φωνητικές αρμονίες. 

Το αποτέλεσμα ήταν χορευτικά τραγούδια με μια "twee", απλοϊκή αισθητική, αλλά με υπόγειες επιρροές από την punk και ενδιαφέρουσες συγχορδιακές εξελίξεις, που αργότερα οδήγησαν σε νέα παρακλάδια του είδους, κυρίως στο Riot Grrrl της μουσικής σκηνής των μέσων της δεκαετίας του 1990. 

Ο νέος δίσκος των Heavenly συνεχίζει το κλασικό indie pop/twee pop ύφος των Heavenly,  του "jangle" και της indie pop που συναντήσαμε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές του 1990 με τις γνωστές φωτεινές μελωδίες, τα απλά και σούπερ κολλητικά hooks, μπασογραμμές που σε κάνουν να λικνίζεσαι, τύμπανα που σε κάνουν να χτυπάς ρυθμικά το πόδι, keyboards με επιρροές από τα sixties, γυναικεία μεταδοτικά, γλυκά και ονειρικά φωνητικά, έντονες αρμονίες. Ήχος λίγο πιο ώριμος και λιγότερο «κιθαριστικός», με περισσότερα όργανα όπως synths, πιο χορευτικούς ρυθμούς, μια νέα, πιο πλούσια και ψυχεδελική indie-pop αίσθηση, χωρίς να χάνεται η χαρακτηριστική απλότητα της μπάντας. 

Τα μέλη του συγκροτήματος είναι πλέον λίγο μεγαλύτερα σε ηλικία, με τις αρχικές τραγουδίστριες Amelia Fletcher (κιθάρα) και Cathy Rogers (keyboard) να διατηρούν ακόμη τα κοντά, pixie κουρέματά τους. Στο σχήμα συμμετέχουν επίσης ο κιθαρίστας Peter Momtchiloff και ο μπασίστας Rob Pursey, ενώ στα τύμπανα βρίσκεται πλέον ο Ian Button, που αντικατέστησε τον πρώην ντράμερ Mathew Fletcher, ο οποίος πέθανε το 1996, γεγονός που οδήγησε στη διάλυση του συγκροτήματος λίγο αργότερα.

Ένα από τα δυνατά στοιχεία του άλμπουμ είναι η αντίθεση μεταξύ του "γλυκού" ήχου και των πιο βαριών ή συναισθηματικών θεμάτων. Τα τραγούδια μιλούν για τραύματα και κοινωνικές δυναμικές (π.χ. "Scene Stealing"), προσωπικές ιστορίες και καθημερινότητα, πένθος και απώλεια (π.χ. "That Last Day"), ένα contrast πάντα χαρακτηριστικό των Heavenly ίσως εδώ κάπως πιο ώριμο και αφηγηματικό. 

Το "Skep Wax" αποτελεί ένα από τα πιο catchy τραγούδια του δίσκου με το ρεφρέν να παραμένει το πιο δυνατό hook του κομματιού, αποτυπώνοντας την παιδική αίσθηση θαυμασμού που οι Heavenly πιστοί στη φωτεινή, ψυχεδελική παλέτα τους διατηρούν ακόμα και στην ενήλικη ζωή τους. Αφηγείται την ιστορία της ομώνυμης indie δισκογραφικής εταιρείας που ίδρυσαν οι Fletcher και Pursey το 2021. 

Στο "Scene Stealing" συνδυάζουν το κοινωνικό σχόλιο με dreamy pop ήχο. Το "Scene Stealing" λειτουργεί ως μια σύγχρονη επανεκκίνηση του "Hearts and Crosses", εξερευνώντας τις ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές που βρίσκονται πίσω από μια ιστορία σεξουαλικής επίθεσης, σε αντίθεση με ένα γλυκό synth σόλο που ακούγεται σαν κελάηδισμα πουλιών. Τονίζεται η αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο των influencers των social media και τα αθώα θύματα κακοποίησης, πάνω σε ένα ζωηρό και χαρούμενο μουσικό υπόβαθρο. 

Το "Portland Town" χαρακτηρίζεται από μια πιο αιχμηρή μουσική αίσθηση, αλλά το μήνυμά του είναι πιο ζεστό: μια γιορτή της εύρεσης ενός τόπου όπου η διαφορετικότητα γίνεται αποδεκτή και η κριτική αφήνεται για κάποια άλλη στιγμή και τόπο, ενώ οι προνομιούχοι «tech bros», ενδυναμωμένοι από τον πλούτο και τα φουσκωμένα “εγώ” τους, δέχονται σκληρή κριτική στο "Press Return": «You gave no thought to / All the mess that you’d leave in your tracks / The hearts that you’d be breaking / And the lives that you would crack». Κανείς δεν γλιτώνει από το διαπεραστικό βλέμμα και την αιχμηρή αξιολόγηση της Fletcher. 

Πιο τρυφερές στιγμές θα βρεις στο "Excuse Me", που μιλά για έναν αμήχανο εφηβικό έρωτα με το πιο “σπασίκλα” αγόρι του σχολείου. Οι στίχοι είναι ταυτόχρονα αστείοι και συγκινητικοί. Το τραγούδι είναι γεμάτο με την αισιοδοξία της νιότης, την ενέργεια και την ανεμελιά της ηλικίας, μέχρι τους τελευταίους στίχους, όπου το κλίμα αλλάζει: «We never realised that / What we had would be the best it got / Now it is gone, Messed up again!».

Στο "σπιτικό" δράμα "A Different Beat", μια σχέση καταδικασμένη από την αρχή οδηγεί στην ανάγκη διαφυγής από την κακοποίηση και στην ελευθερία μιας συμβολικής ζωής γεμάτης χορό και ντίσκο. Η δυνατή μπασογραμμή θυμίζει το αγαπημένο britpop συγκρότημα Blur, ενώ οι στίχοι θα μπορούσαν εύκολα να ανήκουν στον μάστορα του ειρωνικού κοινωνικού σχολίου, Jarvis Cocker. 

O θάνατος του Mathew Fletcher αντιμετωπίζεται στο τελευταίο τραγούδι αυτού του LP των 11 κομματιών, το "That Last Day", που αποτελεί έναν συγκινητικό επικήδειο της Amelia προς τον αδελφό της, ξεχωρίζει από τους πιο χαρούμενους και αισιόδοξους ήχους του υπόλοιπου άλμπουμ και αποτελεί ιδανικό κλείσιμο με τον συγκινητικό επαναλαμβανόμενο στίχο «And we left you all alone».

Ένα από τα πιο επιτυχημένα “late comeback” άλμπουμ στην indie pop, το Highway to Heavenly δεν αποτελεί απλώς νοσταλγικό comeback ή μια κυνική προσπάθεια εκμετάλλευσης μιας όψιμης αναβίωσης χάρη στα social media, αλλά έναν δίσκο που αποδεικνύει ότι η μπάντα μπορεί να γράψει φρέσκια, ώριμη, ειλικρινή και μελωδική indie pop ακόμη και μετά από δεκαετίες. 

Γεμάτο κολλητικές μελωδίες και διακριτικά ευφυείς στιχουργικές στροφές, το Highway to Heavenly αποτελεί μια άξια προσθήκη σε μία από τις πιο συνεπείς δισκογραφίες της indie pop. Τριάντα χρόνια μετά, η Fletcher και η Cathy Rogers γράφουν στίχους για τραγούδια που ραγίζουν την καρδιά και φωτεινή ψυχεδελική indie pop που ακούγεται πιο φρέσκια και δημιουργική από ποτέ. 

Με νέα σοφία και εμπειρία, το "προσγείωμα" που οι Heavenly επιχείρησαν στους δύο τελευταίους τους δίσκους έχει πλέον ενταθεί ακόμη περισσότερο, χωρίς να χάνεται η συναισθηματική πλευρά της μπάντας. Όσο ένα γλυκό απόγευμα στο σπίτι με βιβλίο και καφέ εξακολουθεί να είναι απολαυστικό και όσο υπάρχει αίτημα για φεμινισμό και λοιπούς κοινωνικούς αγώνες, τα τραγούδια των Heavenly θα παραμένουν εξίσου αληθινά και αναγκαία.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured